Supreme Court dismisses appeal against final judgment on construction contract costs and orders payment of legal expenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding construction contract costs. The lower court had reduced the appellant's liability to 39,943.69 euros by excluding certain works from the contract scope based on expert testimony. The court upheld this decision, rejecting the appeal's arguments and ordering the appellant to pay the respondent's legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 577§3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if it is based on grounds of law or fact, and the Supreme Court reviews whether the lower court's assessment of evidence and application of law was correct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 993 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γιαννόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δημόσιας Επιχείρησης με την μορφή ανώνυμης εταιρείας και εν εκκαθαρίσει τελούσης με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στέγασης Α.Ε" (Δ.Ε.Π.Ο.Σ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντζελίνα Κουτσούγερα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιανουαρίου 1993 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3784/1994 και 8360/2000 προδικαστικές, 2054/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9621/2005 προδικαστική, 1720/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Σεπτεμβρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 25 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1720/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 9621/2005 προδικαστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς τόσο την από 19.4.2005 έφεση της αναιρεσείουσας όσο και την από 20.4.2005 αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 2054/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν με τις υπ' αριθ. 3784/1994 και 8360/2000 προδικαστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε εν μέρει δεκτή η από 4.1.1993 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως, ως αμοιβή για το έργο που κατά τη μεταξύ τους σύμβαση της ανέθεσε και αυτή εκτέλεσε, το ποσό των 39.943,69 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ουσιώδης δε κατά τη διάταξη τον άρθρ. 141 του ίδιου Κώδικα είναι η πλάνη, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση της βούλησης, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης, οφειλόμενη σε εσφαλμένη γνώση από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης, παρέχει σ' αυτόν που πλανήθηκε το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, μόνον όταν είναι ουσιώδης (ΑΠ 9/2013), η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η πλάνη είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδης, αφορά σε έννοια νομική και συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 5/1990).
Τέτοια είναι και η πλάνη που αφορά στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 80/2007? 463/2008? 1270/2011? 335/2012). Αντίθετα, κατά το άρθρ. 143 ΑΚ, η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης, νοούνται δε ως παραγωγικά αίτια της βούλησης όσα συμβάλλουν στο σχηματισμό της (ΑΠ 943/2006).
Όμως, αν τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν έτσι, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, βάση ή προϋπόθεση αυτής, δηλαδή θεμέλιο της δικαιοπραξίας, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως συμβαίνει όταν τα περιστατικά, που έλαβαν κυρίως υπόψη τα μέρη για τη σύναψη της σύμβασης δεν συνέτρεχαν εξ αρχής ή στη συνέχεια ανατράπηκαν (ΟλΑΠ 5/1990? 35/1998? ΑΠ 1769/ 2009).
Επομένως και η πλάνη ως προς τον υπολογισμό της τιμής ανάγεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, εκτός και αν τα στοιχεία υπολογισμού της τιμής αποτέλεσαν κατά τη συμφωνία των μερών το κοινό δικαιοπρακτικό τους θεμέλιο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Το Μέγαρο του Αρσακείου Αθηνών...
ανήκει κατά κυριότητα στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, η οποία εκμίσθωνε τα καταστήματα στο ισόγειο του Μεγάρου... Μεταξύ των μισθωτών ήταν και η εναγόμενη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία μίσθωνε το κατάστημα επί της οδού …, στη γωνία με τη …, στο οποίο στέγαζε την επιχείρησή της εμπορίας έτοιμων ενδυμάτων.
Το 1986 το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να παραχωρηθεί το Μέγαρο για τη στέγαση του ΣτΕ. Η παραχώρηση έγινε, αλλά ανέκυψε η ανάγκη της εκ βάθρων ανακαίνισης του κτηρίου... Για το σκοπό αυτό ανατέθηκε στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) το γενικό έργο της στατικής ενίσχυσης του φέροντος σκελετού του κτηρίου και της πλήρους ανακαίνισης των προσόψεών του επί των παράπλευρων οδών και επί της στοάς, περιλαμβανομένων και όλων των μίσθιων καταστημάτων...
Οι εργασίες άρχισαν το Φεβρουάριο του 1991, όμως μέχρι και τον Ιούνιο του 1992 καθυστερούσαν να περατωθούν, τουλάχιστον ως προς το κατάστημα της εναγομένης, το οποίο από την έναρξη των εργασιών και λόγω του ριζικού χαρακτήρα της ανακαίνισης παρέμενε κλειστό, με αποτέλεσμα τη διαφυγή κερδών για την εναγομένη, αλλά και την επιβάρυνσή της με τρέχοντα λειτουργικά έξοδα...
Επομένως ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης επειγόταν για την επανέναρξη λειτουργίας της επιχείρησής του. Ο λόγος της καθυστέρησης, ειδικά για το κατάστημα αυτό, ήταν ότι χρειαζόταν μεγάλη στατική ενίσχυση..., αλλά και επειδή παλαιότερα είχαν γίνει εντός αυτού άστοχες επεμβάσεις για διευκόλυνση της μισθώτριας...
Επιπλέον... οι οικοδομικές εργασίες της γενικής εργολαβίας, που ήταν απαραίτητες, κατέστρεψαν αναγκαστικά, κατά το μεγαλύτερο μέρος, τον αρχιτεκτονικό του διάκοσμο και τον ηλεκτρομηχανολογικό του εξοπλισμό, οπότε για να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση και μάλιστα βελτιωμένη, κατά τις επιθυμίες του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης Κ.
Σ., υπήρχε ανάγκη να γίνουν πρόσθετες εργασίες, για τις οποίες δεν είχε υποχρέωση η ενάγουσα βάσει της γενικής σύμβασης εργολαβίας. Τον Ιούνιο του 1992, μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, αποφασίστηκε να συναφθεί μεταξύ τους μια συμπληρωματική σύμβαση εργολαβίας για το μίσθιο κατάστημα της εναγομένης, προκειμένου να εκτελεσθούν εντός αυτού από την ενάγουσα πρόσθετες εργασίες, ώστε να παραδοθεί σύντομα αυτό προς λειτουργία.
Η ενάγουσα ανέθετε ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό τα διάφορα τμήματα της γενικής εργολαβίας σε υπεργολάβους και έτσι έπραξε και για το κατάστημα της εναγομένης. Ο σχετικός διαγωνισμός... κατακυρώθηκε στις 19.6.1992 στην κοινοπραξία "…"... και υπογράφτηκε η σύμβαση της υπεργολαβίας... στις 2.7.1992... Στην υπεργολαβική σύμβαση, για τον προσδιορισμό της αμοιβής του υπεργολάβου..., εφαρμόζονταν οι κανόνες για τα δημόσια έργα..., ενώ στις 7.7.1992 υπογράφτηκε και η εργολαβική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων...
Οι προς εκτέλεση εργασίες ορίστηκαν κατά τρόπο γενικό, ήταν όμως αυτές ήδη γνωστές ειδικότερα από τη σύμβαση της υπεργολαβίας, στην οποία είχε ενσωματωθεί η αναλυτική προσφορά της υπεργολάβου κοινοπραξίας. Η αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε να εκκαθαριστεί απολογιστικά κατόπιν επιμέτρησης των ποσοτήτων των εργασιών που θα εκτελούνταν, ενώ για τις τιμές μονάδας, το ποσοστό του εργολαβικού οφέλους και για την έκπτωση της εργολαβίας έγινε παραπομπή στο τιμολόγιο των δημόσιων έργων, όπως οι σχετικές τιμές ορίστηκαν και στη σύμβαση της υπεργολαβίας, οι οποίες ήταν συνεπώς ευχερώς διαπιστώσιμες από την εναγομένη, αλλά και ασφαλώς γνωστές σ' αυτή, αφού η κατάρτιση της υπεργολαβίας είχε προηγηθεί και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης είχε γνωριμία με το μηχανικό της υπεργολάβου...
Από το τελικό ποσό που θα προέκυπτε από την επιμέτρηση των εργασιών βάσει των ανωτέρω τιμών, πλέον ΦΠΑ, συμφωνήθηκε να επιβαρυνθεί η εναγομένη μόνο με το ήμισυ, καθόσον οι εργασίες προκλήθηκαν, κατά σημαντικό μέρος, από τις ανάγκες της γενικότερης ανακαίνισης του Αρσακείου, η δε εναγομένη παραιτήθηκε με τη σύμβαση της εργολαβίας από κάθε μέχρι τότε απαίτησή της από την καθυστέρηση της γενικότερης εργολαβίας του Μεγάρου.
Μάλιστα ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης υπέγραψε την ανωτέρω σύμβαση, ενώ γνώριζε ήδη ότι το μίσθιο δεν μπορούσε πλέον να λειτουργήσει για τη στέγαση επιχείρησης εμπορίας ενδυμάτων, αφού βάσει νόμου είχε αλλάξει η χρήση των καταστημάτων του Αρσακείου. Ειδικότερα, είχε αρχίσει τότε να ισχύει η υπ' αριθ. 4476/15.5.1992 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 515Δ'/27.5.1992), η οποία πρόβλεπε τη σχετική απαγόρευση που απλώς επαναλήφθηκε με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρ. 2 του ν. 2073/28.7.1992.
Άγνοια διάταξης νόμου από τον εκπρόσωπο της εναγομένης δεν μπορεί να υποστηριχθεί, αφού μάλιστα είχε προηγηθεί ευρεία δημόσια συζήτηση και ο ίδιος ήταν έμπειρος και επιμελής επιχειρηματίας. Η προθεσμία εκτέλεσης του έργου ορίστηκε σε 45 ημέρες από την υπογραφή της από 7.7.1992 σύμβασης, όμως παρατάθηκε λόγω δικαιολογημένων καθυστερήσεων μέχρι τις 15.9.1992...".
Με τις πρωτόδικες από 30.11.1993 προτάσεις της η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε κατ' ένσταση, την οποία επανέφερε και στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, που απέρριψε, όπως και η προεκδοθείσα υπ' αριθ. 3784/1994 προδικαστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως μη νόμιμη την ένστασή της αυτή, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της προέβη στην κατάρτιση της ένδικης από 7.7.1992 σύμβασης έργου με την αναιρεσίβλητη, πιστεύοντας πεπλανημένα ότι οι εργασίες που ανέλαβε με τη σύμβαση αυτή η αναιρεσίβλητη να εκτελέσει στο μισθωμένο από την αναιρεσείουσα κατάστημα στο Μέγαρο του Αρσακείου Αθηνών, θα είχαν μηδαμινό κόστος και σύντομη διάρκεια, όπως τον διαβεβαίωσαν τα όργανα της αντιδίκου της, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές, αφού το κόστος των εργασιών ανήλθε στο ζητούμενο με την αγωγή υπερβολικό ποσό και οι εργασίες δεν περατώθηκαν στην προθεσμία των 45 ημερών από την υπογραφή της σύμβασής τους, όπως μ' αυτή συμφωνήθηκε, ο δε νόμιμος εκπρόσωπός της δεν θα συμβαλλόταν για λογαριασμό της με την αντίδικό της αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, καθώς και ότι οι εργασίες, που αφορούσε η σύμβασή τους, δεν ήταν πρόσθετες, δηλαδή συμπληρωματικές, των εργασιών που ανέλαβε να εκτελέσει η αναιρεσίβλητη με δαπάνες του Δημοσίου στο πλαίσιο ανακαίνισης του όλου Μεγάρου του Αρσακείου Αθηνών.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλάνη του νόμιμου εκπροσώπου της κατά τη σύναψη της σύμβασής της με την αναιρεσίβλητη δεν αφορά τη δήλωση της βούλησής του, αλλά την ίδια τη βούλησή του, δηλαδή είναι πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του και άρα μη ουσιώδης, το γεγονός δε ότι η αναιρεσίβλητη τον διαβεβαίωσε προηγουμένως, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ως προς το χαμηλό κόστος και τη σύντομη διάρκεια των υπό εκτέλεση εργασιών, χωρίς, ωστόσο, η ίδια να ισχυρίζεται ότι η διαβεβαίωση αυτή υπήρξε κατά την κοινή θέληση των διαδίκων το θεμέλιο της σύμβασής τους, δεν αρκεί για να καταστήσει ουσιώδη την όποια σχετική πλάνη του νόμιμου εκπροσώπου της, όπως εσφαλμένα υπέλαβε η υπ' αριθ. 9621/2005 προδικαστική απόφαση του Εφετείου και αναβάλλοντας να αποφασίσει τελεσίδικα έταξε σχετικό θέμα απόδειξης σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Παρέπεται ότι ορθά το Εφετείο ανακάλεσε με την ήδη προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του την παραπάνω διάταξη της προεκδοθείσας απόφασής του και με ορθή συνακόλουθα ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 140, 141 και 143 ΑΚ έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την ένσταση πλάνης που πρότεινε η αναιρεσείουσα, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, που όμως δεν επηρεάζει την ορθότητα του διατακτικού της απόφασής του (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
3. Κατά το άρθρ. 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν, ωστόσο, μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995? ΑΠ 68/2012).
Καταχρηστική ενδέχεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις να είναι όχι μόνον η άσκηση, αλλά και η ίδια η κτήση του ασκούμενου δικαιώματος [ΑΠ 565/1969? 672/1974). Από την παραδεκτή και πάλι επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή, σε συνέχεια όσων ήδη εκτέθηκαν, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Στις 20.9.1992 η ενάγουσα κάλεσε προφορικά την εναγομένη να παραλάβει το κατάστημά της..., αν και υπήρχαν ακόμη δευτερεύουσες εργασίες και μερεμέτια που δεν είχαν ολοκληρωθεί, οφειλόμενα κυρίως στην καθυστέρηση της εναγομένης να επιλέξει νέα φωτιστικά και κλιματιστικά σώματα και να υποβάλει σχέδια ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών.
Με πρόφαση τις ελλείψεις αυτές, που όμως αποδείχθηκε ότι δεν εμπόδιζαν ουσιωδώς τη λειτουργία του καταστήματος, η εναγομένη αρνήθηκε να παραλάβει το έργο και να καταβάλει τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή... Τελικά το έργο ολοκληρώθηκε και τυπικά με την έκδοση βεβαίωσης περαίωσης εργασιών στις 5.4.1993 και από τότε λειτουργεί σ' αυτό επιχείρηση της εναγομένης με αντικείμενο την εμπορία δερμάτινων ειδών και ειδών ταξιδίου, η δε ενάγουσα εξόφλησε την υπεργολάβο σύμφωνα με τα τιμολόγιά της, βάσει των οποίων οι εργασίες στο επίδικο κατάστημα με τις αντίστοιχες τιμές μονάδας και στο σύνολό τους έχουν ως εξής..., δηλαδή συνολικά αποτιμώνται σε 51.476.063 δραχμές.
Με βάση την από 16.1.2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού και μηχανολόγου ηλεκτρολόγου του ΕΜΠ Δ. Κ...., η οποία έλαβε υπόψη όλες τις παρατηρήσεις των διαδίκων και κρίνεται αξιόπιστη..., αποδείχθηκε ότι όλες μεν οι ανωτέρω εργασίες (δηλ. οι παρατιθέμενες στα τιμολόγια της υπεργολάβου) έχουν, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, εκτελεσθεί και παραδοθεί στην εναγομένη, όμως ορισμένα από τα αντίστοιχα κονδύλια δεν έπρεπε να περιληφθούν στο λογαριασμό της επίδικης σύμβασης, είτε διότι δεν προβλέπονταν σ' αυτή οι σχετικές εργασίες, είτε διότι κάποιες από αυτές αποτελούσαν, ούτως ή άλλως, συμβατική υποχρέωση της ενάγουσας με βάση τη γενική εργολαβική σύμβαση ανακαίνισης του Αρσάκειου Μεγάρου.
Επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι σε ορισμένα κονδύλια, είτε εφαρμόστηκαν υψηλότερες τιμές μονάδας από τις προβλεπόμενες τιμές ΑΤΟΕ είτε οι πραγματοποιηθείσες ποσότητες των αντίστοιχων εργασιών ήταν μικρότερες από εκείνες που επιμετρήθηκαν και τιμολογήθηκαν. Αποτέλεσμα όλων αυτών των σφαλμάτων ήταν η διόγκωση του λογαριασμού και της οφειλής της εναγομένης, που θα έπρεπε να είχε διαμορφωθεί σε χαμηλότερα επί μέρους ποσά και στο σύνολο.
Συγκεκριμένα, ως προς την ενότητα των οικοδομικών εργασιών, οι εργασίες 1,2 και 3 δεν προβλέπονταν στην επίδικη σύμβαση..., ως προς τις εργασίες των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων... η επιβάρυνση της εναγομένης πρέπει να περιοριστεί σε 951.411 δραχμές, ως προς τις εργασίες των εγκαταστάσεων ύδρευσης και αποχέτευσης πρέπει να αφαιρεθούν όλα τα κονδύλια, διότι οι εν λόγω εργασίες δεν περιλαμβάνονται στην επίδικη σύμβαση, ως προς τις εργασίες που έχουν περιληφθεί ως νέες στο 1o ΠΚΤΜΝΕ της εργολήπτριας κοινοπραξίας το υπ' αριθ. 1 κονδύλιο διαμορφώνεται σε μικρότερη ποσότητα..., ενώ τέλος ως προς τις εργασίες της ενότητας των "Απολογιστικών" το υπ' αριθ. 3 κονδύλιο πρέπει να μειωθεί σε 3.092.308 δραχμές...
Έτσι η αξία των πρόσθετων εργασιών διαμορφώνεται για την ενότητα Α' συνολικά σε 13.831.748 δραχμές, για την ενότητα Β'(1) και Β'(2) συνολικά σε 951.411 δραχμές, για την ενότητα Γ' συνολικά σε 5.289.922 δραχμές και για την ενότητα Δ' συνολικά σε 7.148.549 δραχμές, οπότε το γενικό σύνολο ανέρχεται σε 27.221.630 δραχμές ή 79.887,40 ευρώ, σύμφωνα με τους παρακάτω πίνακες..., η δε εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα κατά την επίδικη σύμβαση το 50%, δηλαδή 13.610.815 δραχμές ή 39.943,69 ευρώ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης και την επικύρωσε, αφού έκρινε προηγουμένως, μεταξύ άλλων, ως μη νόμιμη, αλλά και ως ουσιαστικά αβάσιμη και γι' αυτό σε κάθε περίπτωση απορριπτέα, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την αναιρεσίβλητη, που πρότεινε τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αμυνθεί κατά της ένδικης αξίωσης της αντιδίκου της.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα θεωρεί καταχρηστική την άσκηση της αξίωσης αυτής της αναιρεσίβλητης, διότι αναγκάστηκε, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να συνάψει την επίδικη σύμβαση για να συντομεύσει τις οικοδομικές εργασίες, οι οποίες στο πλαίσιο της όλης ανακαίνισης του Μεγάρου του Αρσακείου Αθηνών έπρεπε να είχαν περατωθεί στο μίσθιο κατάστημά της ήδη πριν από 20 μήνες, όμως η αναιρεσίβλητη, στην οποία είχε ανατεθεί η εκτέλεση του όλου έργου, δεν υπήρξε συνεπής και εξακολουθούσε να καθυστερεί την ολοκλήρωση των αναγκαίων εργασιών, με αποτέλεσμα να υφίσταται η αναιρεσείουσα μεγάλη οικονομική ζημία εξ αιτίας της αδυναμίας της να λειτουργήσει την επιχείρησή της στο μίσθιο κατάστημά της και να απασχολήσει παραγωγικά εκεί τους υπαλλήλους της, που την πίεζαν να ενεργήσει για την ολοκλήρωση των αναγκαίων εργασιών.
Όμως τα περιστατικά αυτά δεν καθιστούν καταχρηστική τη διεκδίκηση από την αναιρεσίβλητη της συμφωνημένης αμοιβής της και μάλιστα για εργασίες, που όπως αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτέλεσε κατ' απαίτηση της αναιρεσείουσας στο μίσθιο κατάστημά της επιπλέον όσων όφειλε να εκτελέσει στο πλαίσιο της γενικής ανακαίνισης του Μεγάρου του Αρσακείου.
Εξ άλλου ναι μεν η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι οι εργασίες στο κατάστημά της δεν είχαν μηδαμινό κόστος, όπως ψευδώς είχε διαβεβαιώσει το νόμιμο εκπρόσωπό της η αναιρεσίβλητη και συνεπώς, κατά την άποψή της, είναι καταχρηστική η ένδικη αξίωση της αντιδίκου της, όμως κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της εφετειακής απόφασης ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας είχε κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης σαφή γνώση του πραγματικού κόστους των εργασιών αυτών, αφού, όπως στην εφετειακή απόφαση αναφέρεται, "η αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε να εκκαθαριστεί απολογιστικά κατόπιν επιμέτρησης των ποσοτήτων των εργασιών που θα εκτελούνταν, ενώ για τις τιμές μονάδας, το ποσοστό του εργολαβικού οφέλους και για την έκπτωση της εργολαβίας έγινε παραπομπή στο τιμολόγιο των δημόσιων έργων, όπως οι σχετικές τιμές ορίστηκαν και στη σύμβαση της υπεργολαβίας, οι οποίες ήταν συνεπώς ευχερώς διαπιστώσιμες από την εναγομένη, αλλά και ασφαλώς γνωστές σ' αυτή, αφού η κατάρτιση της υπεργολαβίας είχε προηγηθεί και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης είχε γνωριμία με το μηχανικό της υπεργολάβου...".
Περαιτέρω δεν καθιστά καταχρηστική την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης ούτε το γεγονός της απαγόρευσης λειτουργίας στα καταστήματα του Αρσακείου Αθηνών επιχειρήσεων εμπορίας ενδυμάτων, που επιβλήθηκε από το νόμο, αφού η σχετική απαγόρευση είχε προβλεφθεί με την υπ' αριθ. 4476/15.5.1992 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ 515Δ'/27.5.1992) και όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν σε γνώση του νόμιμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ήδη κατά τη σύναψη της σύμβασης των διαδίκων, σε κάθε δε περίπτωση λειτούργησε έκτοτε στο μίσθιο κατάστημα της αναιρεσείουσας επιχείρηση εμπορίας δερμάτινων ειδών και ειδών ταξιδίου και δεν παρέμεινε αυτό ανεκμετάλλευτο.
Συνεπώς το Εφετείο με ορθή κατ' αποτέλεσμα ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με επαρκείς αιτιολογίες έκρινε απορριπτέα την παραπάνω ένσταση, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Αβάσιμος και απορριπτέος είναι τέλος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, προσδιόρισε στο ποσό των 39.943,69 ευρώ την εργολαβική αμοιβή που δικαιούται η αναιρεσίβλητη κατά τους όρους της επίδικης από 7.7.1992 σύμβασής της με την αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα το Εφετείο, αφού με βάση αρχικά τα τιμολόγια της υπεργολάβου κοινοπραξίας "..." αναφέρθηκε στις εργασίες που η κοινοπραξία αυτή εκτέλεσε στο μίσθιο κατάστημα της αναιρεσείουσας, όπως οι σχετικές εργασίες παρατίθενται στους πίνακες των σελίδων 21 - 28 της προσβαλλόμενης απόφασής του, αποτιμώμενες στο συνολικό ποσό των 51.476.063 δραχμών, τις οποίες (εργασίες) με βάση την από 16.10.2001 έκθεση του πραγματογνώμονα Δ.
Κ. έκρινε ως αληθινές, δηλαδή ότι είχαν πράγματι γίνει, ακολούθως έκρινε ότι για ορισμένες από τις εργασίες αυτές δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με το κόστος τους η αναιρεσείουσα, διότι ήταν εκτός της σύμβασής τους και έτσι αφού αναλυτικά περιέγραψε τις εργασίες αυτές και τις αποτίμησε στις σελίδες 29 - 32 της απόφασής του και μάλιστα στις αμέσως επόμενες σελίδες της απόφασής του παρέθεσε και συγκεντρωτικούς πίνακες των εργασιών που κατά τη συμφωνία των διαδίκων βάρυναν με το ήμισυ του κόστους τους την αναιρεσείουσα, δηλαδή πίνακες από τους οποίους, σε σχέση με τους πίνακες που είχαν συνταχθεί με βάση τα τιμολόγια της υπεργολάβου κοινοπραξίας, είχαν αφαιρεθεί οι παραπάνω εργασίες, περιόρισε σε 79.887,40 ευρώ το κόστος των πρόσθετων εργασιών στο μίσθιο κατάστημα της αναιρεσείουσας και αντίστοιχα στο μισό του ποσού αυτού, δηλαδή σε 39.943,69 ευρώ, την οφειλή της για τις εργασίες αυτές, που έγιναν κατά τη συμφωνία των διαδίκων επιπλέον όσων όφειλε να εκτελέσει στο ίδιο κατάστημα η αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο της όλης ανακαίνισης του Μεγάρου του Αρσακείου Αθηνών.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ' αριθ. 3695404, 3695405, 2738663, 051135, 051136 και 051139/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 662/24.9.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Εξ άλλου η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.9.2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1720/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ' αριθ. 3695404, 3695405, 2738663, 051135, 051136 και 051139/2013 διπλότυπα είσπραξης, σειράς Α, όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 662/24.9.2013 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ