Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and evidence in appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and ignoring sworn statements, but the court found these claims vague and unsupported by specific legal citations or detailed fact descriptions. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the request failed to meet the statutory requirement for a precise statement of the legal error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal request must explicitly identify the specific substantive law violated and the factual basis for the error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 993 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαδόπουλο
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία «INTERAMERIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Πρωτοπαπά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Σεπτεμβρίου 1999, 5 Νοεμβρίου 1999 και 20 Δεκεμβρίου 1999 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6205/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4629/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Μαϊου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 29 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριo της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' oυσία πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η
απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως, διότι έχει ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις και όχι αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση και από ποια μέρη της αιτιολογίας προκύπτουν (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να κρίνει σύννoμη την ταχύτητα του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου των 80 Χμ/ω παρά το ότι «τούτο γινόταν υπό ιδιαιτέρους όρους και συνθήκες» (σκότους λόγω ώρας, ελλείψεως τεχνητού φωτισμού και ολισθηρότητας της οδού λόγω προηγουμένης βροχής) εφάρμοσε λανθασμένο κανόνα δικαίου.
Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρεται ποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβίασε, ως και ποία η νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο, πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικώς ανέλεγκτη. Απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο ζήτημα της υπαιτιότητας με το να κρίνει ότι η ταχύτητα των 70-80 χλμ/ω ήταν σύννομη κατ' αντίφαση με τις συνθήκες που δέχθηκε ότι επικρατούσαν την ώρα του ατυχήματος, επίσης περί της μη υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου της υπερβολικής ταχύτητας και αποτελεσμάτων της συγκρούσεως κατ' αντίφαση προς την παραδοχή του ότι δεν απέδωσε το φρενάρισμα λόγω βρεγμένου οδοστρώματος και τέλος ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ορθότητα του αποφευκτικού ελιγμού και της θέσης των οχημάτων προ και κατά τον χρόνο της συγκρούσεως.
Τούτο γιατί στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται μόνο αποσπασματικές και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την ουσία της υποθέσεως που είναι ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Για την πληρότητα του αναφερομένου στο άρθρο 559 αριθμός 8 λόγου αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει τα πράγματα, δηλαδή τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν ή δεν λήφθηκαν υπόψη μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και να αναφέρει ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Όμως δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της άνω διατάξεως και επομένως δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος απ΄ αυτή λόγος αναιρέσεως η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή περιστατικά επουσιώδη.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που αποδίδει στο Εφετείο, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι προβαλλόμενοι δι΄αυτούς ισχυρισμοί αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 336 παράγραφος 3, 339 και 395 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από τα δικαστήρια της ουσίας από οπουδήποτε, άρα και από ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες δεν έγιναν στα πλαίσια της δίκης κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης εκτός αν το δικαστήριο κρίνοντας κυριαρχικώς και ανελέγκτως δέχεται ότι οι βεβαιώσεις αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η διαφορά.
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ΄ Κ.Πολ.Δ. που κατ΄ άρθρον 681 Α΄ ιδίου Κώδικα εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α΄ παραπάνω Κώδικα κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση συνάγεται, ότι η ένορκη βεβαίωση που δίδεται για συγκεκριμένη δίκη χωρίς προηγούμενη κλήτευση και χωρίς παράσταση του αντιδίκου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
΄Ετσι α) η ένορκη βεβαίωση αν έγινε πριν από τη διεξακτέα κατά τη σημειωθείσα ειδική διαδικασία δίκη, όχι με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί σε αυτή, λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν έγινε χωρίς την κλήτευση του αντιδίκου, και β) για τη λήψη υπόψη της ένορκης αυτής βεβαιώσεως δεν απαιτείται από τη σημειωθείσα διάταξη ο προσδιορισμός της δίκης αυτής.
Περαιτέρω αν ο αναιρεσείων παραπονείται ότι δεν λήφθηκε υπόψη ένα αποδεικτικό μέσο ευνοϊκό γι΄ αυτόν, για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο αυτού, ότι το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμού του που προβλήθηκε νόμιμα, ως και τον ισχυρισμό αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις νομίμως προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ο οποίες είχαν ληφθεί και χρησιμοποιηθεί σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μετά από νόμιμη κλήτευση μόνο της εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος το μεν διότι δεν αναφέρονται κατά τρόπο ορισμένο οι ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων έγινε επίκληση και προσκόμιση, το δε ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτές προσκομίσθηκαν.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 05 Μαϊου 2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 4629/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
-Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ