Legislator Case Law & Legislation
992/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for omitted expert examination already considered by lower court.

Case Number 992/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision. The appellant argued the lower court erred by refusing a requested handwriting expert examination regarding a loan contract's authenticity. The court ruled this argument inadmissible because the lower court had already considered and rejected the request for an expert opinion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on the omission of an expert examination is inadmissible if the lower court has already considered and rejected the request for such examination.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds expert examination handwriting analysis loan contract validity omitted evidence lower court review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 806 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 992 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 4/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Τ. Α.Ε. - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που ανακάλεσε την από 3/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4108/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1963/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/11/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10-11-2022 αίτηση αναίρεσης, στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1963/4-10-2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 2-9-2021 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 4108/28-5-2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την από 10-1-2020 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 25-9-2014 καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων δανειακής σύμβασης, λόγω εικονικότητας.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλο αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η ετεροβαρής σύμβαση του δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζόμενου πράγματος από το δανειστή προς τον οφειλέτη.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα, στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου, από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος, είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη.

Εφόσον, όμως, η ανωτέρω διάταξη δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (ΑΠ 606/2024, ΑΠ 698/2022, ΑΠ 667/2022, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1234/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 211 ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 647/2017). Η εξουσία προς αντιπροσώπευση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ.1 και 361 ΑΚ, παρέχεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, η οποία αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται, όμως, κατ' εξαίρεση, η πληρεξουσιότητα σε έγγραφο συστατικό τύπο, είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία, στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα, είναι τυπική, οπότε τον επιβαλλόμενο για την δικαιοπραξία αυτή τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα κατά το άρθρο 217 περ. β' Α.Κ. (ΑΠ 926/2024, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 648/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 698/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 606/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 698/2022, ΑΠ 50/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τον Δ. Τ. στις ....2000, ο οποίος ήταν δεύτερος γάμος και για τους δύο, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν απέκτησαν τέκνα.

Ο Δ. Τ. ήταν ιδρυτής και βασικός μέτοχος της εναγομένης εταιρείας, που συστήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1992 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σοφίας Ιορδανίδου, έχουσα αντικείμενο την κατασκευή και πώληση ακινήτων, παρέμεινε δε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής έως την 10.11.2010, οπότε και παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησής του.

Η εναγόμενη διοικείται από διοικητικό συμβούλιο αρχικώς τετραμελές και στη συνέχεια τριμελές, στο οποίο μετέχουν σταθερά τα τέκνα του Δ. Τ. από τον πρώτο του γάμο με την Ε. Ε., ήτοι η Α. Τ., ως πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος, και ο Δ. Τ., ως αντιπρόεδρος, ενώ μέλος του αυτού διοικητικού συμβουλίου είναι η μητέρα των ανωτέρω, Ε.

Ε. Από το από 10.11.2010 πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ. της εναγομένης προκύπτει σαφώς ότι μετά την οριστική παραίτηση του Δ. Τ. από τη θέση του προέδρου του Δ.Σ., πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος αυτού ανέλαβε η Α. Τ., η οποία ορίστηκε ότι είναι αυτή που εκπροσωπεί και δεσμεύει την εναγόμενη εταιρεία. Το ποσοστό συμμετοχής του Δ.

Τ. στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης εταιρείας ανέρχεται σε 34%, ενώ ποσοστό 33% κατέχουν έκαστος των Δ. Τ. και Α. Τ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η έγγαμη συμβίωση της ενάγουσας με τον Δ. Τ. υπήρξε έως το έτος 2018 αρμονική, απολάμβαναν πολυτελή βίο, που χρηματοδοτούσε ο Δ. Τ., ο οποίος προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομικά την στερούμενη δικών της εισοδημάτων και κατά είκοσι ένα έτη μικρότερη σύζυγό του, αφενός την προσέλαβε ως υπάλληλο στην εναγόμενη εταιρεία, ώστε να έχει ασφαλιστική κάλυψη, χωρίς όμως να την απασχολεί πραγματικά, αφετέρου φρόντισε να αποκτήσει την κυριότητα ακινήτων σημαντικής αξίας.

Ειδικότερα, ο Δ. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2010 συμβολαίου σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Χριστομάνου, είχε δωρίσει στην ενάγουσα την ψιλή κυριότητα μίας διώροφης πολυτελούς μεζονέτας, συνολικού εμβαδού 162 τ.μ επί της οδού ... στην Ν. Παραλία της Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελούσε την οικογενειακή στέγη του ζεύγους από την αρχή της έγγαμης συμβίωσής τους.

Επίσης, κατά το θέρος του έτους 2014 ο Δ. Τ. ως επικαρπωτής και η ενάγουσα ως ψιλή κυρία δυνάμει του αριθμ. ....2014 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Εμμανουήλ Σαραγιώτη, πώλησαν μία μεζονέτα στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής, την οποία είχαν αποκτήσει με αγορά από την εναγομένη εταιρεία στις 24.10.2005, έναντι αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος αγοραπωλησίας 400.000,00 ευρώ, με ισόποση προσωρινή εκτίμηση της αξίας του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., προκειμένου να αποκτήσουν δυο νέα ακίνητα και συγκεκριμένα α) δυνάμει του υπ'αριθμ. ....2014 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Χριστομάνου, αγόρασαν από την εναγομένη εταιρεία ένα παραθαλάσσιο ακίνητο στο συγκρότημα κατοικιών "Διώνη" στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής, κατ' ισόβια επικαρπία ο Δ.

Τ. και κατά ψιλή κυριότητα η ενάγουσα σύζυγός του, αντικειμενικής αξίας 247.946,30 ευρώ, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 250.000,00 ευρώ και β) την 3.12.2014 αγοράστηκαν στο όνομα της ενάγουσας δυο οριζόντιες επί καθέτου ιδιοκτησίες, που αποτελούσαν στην ουσία μία ενιαία μεζονέτα και περιήλθαν στην προαναφερθείσα κατά πλήρη κυριότητα.

Τα άνω ακίνητα βρίσκονται επί της δημοτικής οδού ... στη Μύκονο και η αγοραπωλησία συντελέστηκε δυνάμει του υπ'αριθμ. ....2014 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μυκόνου, Καλλιόπης Χαρίτου, όπως αυτό διορθώθηκε και επαναλήφθηκε με το υπ'αριθμ. ....2017 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου - Ψύχα, με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο συνολικό τίμημα ύψους 240.000,00 ευρώ και με αντικειμενική αξία των ακινήτων ύψους 419.089,56 ευρώ.

Οπωσδήποτε, τα ως άνω αγορασθέντα ακίνητα είχαν πολλαπλάσια εμπορική αξία από το αναγραφόμενο στα συμβόλαια τίμημα λόγω της θέσης τους σε τοποθεσίες με υψηλό διεθνές αγοραστικό ενδιαφέρον για οικιστικά και επενδυτικά τουριστικά ακίνητα. Επίσης, δυνάμει του υπ'αριθμ. ....2016 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Χριστομάνου, αγοράστηκε στο όνομά της ενάγουσας ισόγειο κατάστημα στη συμβολή των οδών ..., αντί αναγραφομένου τιμήματος 375.000,00 ευρώ και αντικειμενικής αξίας 533.506,00 ευρώ, προκειμένου να εξασφαλιστεί, καθόσον από την εκμίσθωσή του λάμβανε έκτοτε το ποσό των 4.000,00 ευρώ μηνιαίως.

Η αναγραφή υψηλού τιμήματος στο ως άνω υπ'αριθμ. ....2014 συμβόλαιο πώλησης του ακινήτου στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής και αντίστοιχα η αναγραφή τιμήματος μικρότερου από την αντικειμενική αξία στο συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου στη Μύκονο έγινε προκειμένου να δικαιολογηθεί στο πόθεν έσχες η αγορά του νέου αυτού ακινήτου καθώς και του έτερου ακινήτου που αποκτήθηκε το ίδιο έτος στη Χαλκιδική (βλ.

φύλλο 5ο οπίσθια σελίδα της με αριθμό 7607/6301/16.6.2020 αγωγής ανάκλησης δωρεών λόγω αχαριστίας). Ωστόσο, επειδή οι ανωτέρω σύζυγοι δεν διέθεταν το σύνολο των απαιτούμενων για τις εν λόγω αγορές χρημάτων, και προκειμένου να καταβληθεί το τίμημα της αγοράς του ακινήτου στη Μύκονο, το οποίο δεν αγοράστηκε από την εναγομένη εταιρεία (όπως τα άλλα ακίνητα αλλά από τρίτο πρόσωπο, που ήθελε όλα τα χρήματα κατά τη σύναψη της σύμβασης), ο Δ.

Τ. ζήτησε από την εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρείας να δανείσει μέρος του απαιτούμενου ποσού στην ενάγουσα σύζυγό του, η δε εναγομένη εταιρεία, διοικούμενη από τα τέκνα του Δ. Τ., που είχαν τη βεβαιότητα ότι ο πατέρας τους ουσιαστικά εγγυόταν την επιστροφή του ποσού του δανείου, προχώρησε πράγματι στην κατάρτιση του δανείου με την ενάγουσα.

Περί αυτού με σαφήνεια κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης, Α. Δ., τόσο στην ένορκη βεβαίωση που έδωσε, όσο και στην από 21.5.2020 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της κατωτέρω αναφερόμενης ποινικής διαδικασίας, όπου δήλωσε ότι της δόθηκε εντολή από την νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης να εκταμιεύσει το ποσό των 200.000,00 ευρώ σε μετρητά και όταν την ρώτησε για ποιον προοριζόταν το ποσό (καθόσον η συνήθως ακολουθούμενη πρακτική ήταν οι υποχρεώσεις της εταιρείας να καλύπτονται με τραπεζική μεταφορά χρημάτων), η τελευταία της απάντησε ότι η εταιρεία επρόκειτο να δανείσει το ποσό αυτό στην ενάγουσα, προκειμένου να αγοράσει ένα ακίνητο στη Μύκονο.

Έτσι, καταρτίστηκε η από 25-9-2014 έγγραφη σύμβαση δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρείας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της σύμβασης η δανειοδότρια εταιρεία, εκπροσωπούμενη από την πρόεδρο του Δ.Σ και διευθύνουσα σύμβουλό της, Α. Τ., χορήγησε στην ενάγουσα (την οποία αναφέρει στη σύμβαση δανείου ως υπάλληλό της) ως δάνειο το ποσό των 200.000,00 ευρώ, το οποίο η δανειολήπτρια, ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει σε δέκα ετήσιες ισόποσες δόσεις των 20.000,00 ευρώ, το αργότερο μέχρι την 25η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης την 25η Σεπτεμβρίου του 2015.

Οι δύο πρώτες δόσεις συμφωνήθηκαν άτοκες, ενώ οι υπόλοιπες οκτώ έντοκες με ετήσιο επιτόκιο 6,35%, οπότε η δανειολήπτρια όφειλε μαζί με το κεφάλαιο εκάστης δόσης να καταβάλει και τους αναλογούντες στην δόση και γεννηθέντες μέχρι τότε τόκους. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι όλα τα έξοδα της σύμβασης αυτής θα βάρυναν αποκλειστικά την δανειολήπτρια ενάγουσα, η οποία είχε το δικαίωμα να προεξοφλήσει το δάνειο οποιαδήποτε χρονική στιγμή, καταβάλλοντας τους τυχόν τόκους των τοκοφόρων δόσεων μέχρι του χρόνου της καταβολής.

Η εκταμίευση του ποσού έγινε αυθημερόν από τις υπαλλήλους Χ. Ζ. και Α. Δ., οι οποίες ανέλαβαν τα χρήματα από τον με αριθμό ... λογαριασμό όψεως της εναγομένης εταιρείας, που τηρείτο στην τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε. (Υποκατάστημα Καλαμαριάς) και τα παρέδωσαν στον Δ. Τ., ο οποίος είχε μεσολαβήσει για την κατάρτιση της σύμβασης, και ενεργούσε για λογαριασμό της συζύγου του, ενώ για την παράδοση των χρημάτων υπογράφηκε σχετική απόδειξη (βλ.

την με αριθμό ....2020 ένορκη βεβαίωση της Α. Δ., που προσκομίζει η εναγόμενη σε συνδυασμό με το αντίγραφο του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της εναγόμενης στην ανωτέρω Τράπεζα, που αφορά κινήσεις από 10.9.2014 έως και 30.9.2014). Η σύμβαση κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 13.10.2014, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ... ταυτότητα οφειλής και πληρώθηκε από την εναγομένη εταιρεία το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου ποσού 4.800,00 ευρώ, στις 15.10.2014, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ....2014 απόδειξη συναλλαγής - πληρωμής της τράπεζας Eurobank.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν μπορούσε να προβεί σε δανεισμό και εκταμίευση τέτοιου ποσού λόγω της δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης είναι αβάσιμος, διότι από την κίνηση του ανωτέρω λογαριασμού όψεως της εναγόμενης προκύπτει ότι η εταιρεία είχε ταμειακά διαθέσιμα και μάλιστα την 24-9-2014 (μια ημέρα πριν την σύναψη του δανείου) υπήρξε σχετική πίστωση του λογαριασμού με το ποσό των 300.000,00 ευρώ.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η επίδικη σύμβαση δανείου συνδέεται με την αγορά της πολυτελούς κατοικίας που αγοράστηκε στο όνομα της ενάγουσας επί της δημοτικής οδού ... στην πόλη της Μυκόνου, δεδομένης αφενός της άμεσης χρονικής συνάφειας των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων, αφετέρου της πραγματικής κατά την ημέρα σύναψης της σύμβασης εκταμίευσης του ποσού του δανείου και παράδοσής του στον σύζυγο της ενάγουσας για λογαριασμό της, ώστε να εξοφληθεί μέρος του τιμήματος.

Στη συνέχεια, μετά το έτος 2018 δημιουργήθηκε ένταση στις σχέσεις των συζύγων, (ενάγουσας και Δ. Τ.), η οποία, τον Αύγουστο του έτους 2019 κορυφώθηκε και οδήγησε στην οριστική τους ρήξη και στην πλήρη αποξένωση της ενάγουσας από το οικογενειακό και επιχειρηματικό περιβάλλον της οικογένειας Τ. Ακολούθησε σειρά αντιδικιών μεταξύ της ενάγουσας, του Δ.

Τ. και της εναγομένης εταιρείας. Έτσι, ο Δ. Τ. κατέθεσε τον Αύγουστο του έτους 2019 την υπ'αριθμ. 16213/13529/29.8.2019 αίτησή του, για έκδοση προσωρινής διαταγής μετοίκησης της ενάγουσας από τη συζυγική οικία (διαμέρισμα επί της οδού ...), που συζητήθηκε στις 29.8.2019 ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και έγινε δεκτή, ακολούθως δε επί της αιτήσεως αυτής, που συνεκδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 16548/13802/2019 αντίθετη αίτηση, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 4743/11.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ασφαλιστικά μέτρα), με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη αίτηση (της ενάγουσας), έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη αίτηση (του συζύγου) και παραχωρήθηκε προσωρινά η χρήση της οικογενειακής στέγης επί της οδού ... 19, αποκλειστικά στον Δ.

Τ., αφού κρίθηκε ότι η κρίση στις συζυγικές σχέσεις προκλήθηκε επειδή η ενάγουσα αρνήθηκε να περιορίσει τις πολυτελούς φύσης δαπάνες της, ενώ ήδη από το Μάιο του 2019 είχε μισθώσει και επιπλώσει, εν αγνοία του συζύγου της, διαμέρισμα επί της ... Ακολούθως, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο Δ. Τ. άσκησε σε βάρος της συζύγου του, την υπ'αριθμ. ....2019 αγωγή διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, ωστόσο, έγινε δεκτή στη συνέχεια, κατόπιν άσκησης σχετικής έφεσης, δυνάμει της υπ'αριθμ. 169/24.1.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι τα προβλήματα στις σχέσεις του ζεύγους άρχισαν από την άρνηση της συζύγου (ήδη από τους πρώτους μήνες του 2018) να μειώσει τα προσωπικά της έξοδα σε συνδυασμό με την αρξάμενη ασθένεια άνοιας του συζύγου, που διαπιστώθηκε για πρώτη φορά στις 22.5.2018, οπότε η ενάγουσα αποφάσισε να χωρίσει τον σύζυγό της, προετοιμάζοντας όμως το έδαφος, ζητώντας εκποίηση της εξοχικής κατοικίας τους στη Χαλκιδική, ότι ο Δ.

Τ. στις 1.6.2018 ανακάλεσε τις εντολές και πληρεξουσιότητες που της είχε δώσει, ώστε να μην προβεί σε κάποια πράξη εκποίησης εν αγνοία του, ότι στις 1.2.2019 τον εκδίωξε από τη συζυγική στέγη, με αποτέλεσμα να διανυκτερεύσει σε κοντινό στην οικία τους ξενοδοχείο, ότι αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές έως τον Αύγουστο του 2019, ότι κατόπιν των ανωτέρω οι σχέσεις των συζύγων είχαν κλονιστεί τόσο ισχυρά από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπο της συζύγου, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης κατέστη αφόρητη για τον σύζυγο και ακολούθως, δυνάμει της ανωτέρω απόφασης, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων.

Επίσης, ο Δ. Τ. άσκησε σε βάρος της συζύγου του, την υπ'αριθμ. .../2019 αγωγή, με την οποία ζητούσε την επιστροφή του ποσού που η σύζυγός του ανέλαβε από κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους εν αγνοία του. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ.11077/18.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι οι σχέσεις του ζεύγους διαταράχθηκαν όταν μετά το έτος 2017 ο Δ.

Τ. επιδίωξε να περιορίσει τις υπερβολικές δαπάνες της συζύγου του, ότι η τελευταία στις 29-1-2019 προέβη χωρίς εντολή του συζύγου της σε ανάληψη του ποσού των 102.212,00 ευρώ, προερχόμενο από πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του στις 25.1.2019, καθώς και σε ανάληψη άλλων μικροποσών, από τον διαζευκτικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που διατηρούσαν από 20.12.2016 στην Τράπεζα Πειραιώς και την υποχρέωσε να καταβάλει στον Δ.

Τ. το ποσό των 109.502,00 ευρώ, νομιμοτόκως από 26.10.2019. Και ενώ οι σχέσεις των συζύγων είχαν την άνω εξέλιξη, η εναγομένη εταιρεία υπέβαλε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθ. 23549/4.12.2019 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής εις βάρος της ενάγουσας, με βάση την προαναφερθείσα από 25.9.2014 σύμβαση δανείου με αίτημα την καταβολή των πέντε ήδη ληξιπρόθεσμων δόσεων (για τα έτη 2015 έως 2019) συνολικού ποσού 100.000,00 ευρώ.

Επί της αιτήσεως αυτής, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ....2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η νυν ενάγουσα να καταβάλει στην νυν εναγόμενη εταιρεία το ποσό των 100.000,00 ευρώ και ειδικότερα α) ποσό 20.000,00 ευρώ νομιμοτόκως από την 26.9.2015, β) πόσο 20.000,00 ευρώ νομιμοτόκως από την 26.9.2016, γ) ποσό 20.000,00 ευρώ με επιτόκιο 6,35% ετησίως από την 26.9.2016 μέχρι την 26.9.2017 και κατόπιν νομιμοτόκως έως εξοφλήσεως, δ) ποσό 20.000,00 ευρώ με επιτόκιο 6,35% ετησίως από την 26.9.2016 έως την 26.9.2018 και κατόπιν νομιμοτόκως έως εξοφλήσεως και ε) ποσό 20.000,00 ευρώ με ετήσιο επιτόκιο 6,35% ετησίως από την 26.9.2016 μέχρι την 26.9.2019 και έκτοτε νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό των 1.562,64 ευρώ για δικαστική δαπάνη.

Ακολούθως, η εναγόμενη, στις 16.12.2019, επέδωσε στην ενάγουσα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με την από 13.12.2019 επιταγή προς εκτέλεση και ξεκίνησε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της. Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ'αριθμ. ....2019 ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ με αίτημα την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για εικονική δανειακή σύμβαση για τους λόγους που επικαλείται και με την υπό κρίση αγωγή της, καθώς και την υπ'αριθμ. ....2019 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής επικαλούμενη τους αυτούς λόγους.

Η εναγομένη στη συνέχεια δυνάμει του ανωτέρω τίτλου επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, και συγκεκριμένα επέβαλε κατάσχεση εις χείρας της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εστία Λευκού Πύργου ΕΠΕ" για τις απαιτήσεις της ενάγουσας από την σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης, που είχαν συνάψει για ακίνητο της τελευταίας επί της οδού ...

Η ως άνω εταιρεία προέβη στην υπ'αριθμ. ....2020 δήλωση "τρίτου" ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, δηλώνοντας ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε εξοφλήσει κάθε υποχρέωσή της από μισθώματα και από τον Ιανουάριο του 2020 θα κατέβαλε στην εναγόμενη το μηνιαίο συμφωνηθέν μίσθωμα ύψους 4.000,00 ευρώ. Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αφενός την υπ'αριθμ. ....2020 ανακοπή κατά της ως άνω αρξάμενης αναγκαστικής εκτέλεσης αιτούμενη την ακύρωση των σχετικών πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για εικονική δανειακή σύμβαση για τους λόγους που επικαλείται και με την υπό κρίση αγωγή της και αφετέρου την υπ'αριθμ. ....2020 αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας επικαλούμενη τους αυτούς λόγους.

Επί της υπ'αριθμ. ....2020 ανακοπής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2328/26.2.2020 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπό κρίση αγωγής. Η ενάγουσα στα πλαίσια της ανωτέρω αντιδικίας υπέβαλε έγκληση σε βάρος της Α. Τ. για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και για το αδίκημα της απάτης (έκδοση διαταγής πληρωμής παριστώντας ψευδώς ότι υφίσταται απαίτηση της εταιρείας που εκπροσωπεί).

Ωστόσο, δυνάμει της υπ'αριθμ. 208/5.4.2021 Διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η έγκληση για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που φερόταν τελεσθείσα στη Θεσσαλονίκη στις 13.1.2020, ενώ με την υπ' αριθμ. 80/1.6.2021 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 41/2021 προσφυγή της ενάγουσας κατά της υπ' αριθμ. 208/5.4.2021 Διάταξης.

Επίσης, και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. ....2021 βούλευμα έκρινε ότι η επίδικη δανειακή σύμβαση ήταν αληθής, έγκυρη και ισχυρή και ως εκ τούτου νομίμως η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης πέτυχε την έκδοση της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής και αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος της νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης για την πράξη της απάτης επί δικαστηρίω με προκληθείσα ζημία άνω των 120.000,00 ευρώ, που φερόταν τελεσθείσα στη Θεσσαλονίκη, το μήνα Δεκέμβριο του 2019.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η κατά το έτος 2014 κατάρτιση της άνω δανειακής σύμβασης είναι εικονική και άρα άκυρη, επικαλούμενη ότι υπεγράφη μετά από υπόδειξη του Δ. Τ. εικονικά, για φορολογικούς λόγους, προκειμένου να καλυφθεί το πόθεν έσχες αγοράς ακινήτων στο όνομά της στη Μύκονο, εν γνώσει και με την θέληση των συμβληθέντων σε αυτήν, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα στην αγορά των ακινήτων προέβη ως έμμεση αντιπρόσωπος της αδερφής της, Ε.

Σ., η οποία κατέβαλε και εξ ολοκλήρου το τίμημα της αγοράς αυτών, ενώ το ποσό του δανείου ουδέποτε της καταβλήθηκε, ούτε βέβαια υπήρχε η πρόθεση να επιστραφεί, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, προς απόδειξη της εικονικότητας της σύμβασης η ενάγουσα επικαλέστηκε στην αγωγή της και προσκόμισε τρία έγγραφα και δη:

α) μία άνευ ημερομηνίας χειρόγραφη "απόδειξη είσπραξης" ποσού 200.000,00 ευρώ, η οποία αναφέρει ότι ο παρακάτω υπογεγραμμένος Δ. Τ. Α.Ε. έλαβε από την Μ. Σ. το ποσό των διακοσίων χιλιάδων ευρώ για εξόφληση δανείου 200.000,00 ευρώ στην Δ.Τ. A.E, φέρει τη σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας και μία υπογραφή. Η ενάγουσα στις προτάσεις της σαφώς ομολογεί ότι το έγγραφο αυτό το υπέγραψε και της το παρέδωσε ο Δ.

Τ. και όχι η πρόεδρος της εναγομένης, β) την από 4.2.2019 "βεβαίωση", στην οποία βεβαιώνεται ότι στη Θεσσαλονίκη στις 25.9.2014 μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και της ενάγουσας "ως υπαλλήλου της παραπάνω εταιρείας" υπογράφηκε μία σύμβαση δανείου, συνολικού ποσού 200.000,00 ευρώ, ότι στις 4.2.2019 η εναγόμενη ως δανειοδότρια απέναντι στην δανειολήπτρια "δηλώνει ότι ουδεμία απαίτηση έχει από την ίδια να λάβει επιστροφή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, σε άμεσο ή μελλοντικό χρόνο, επισημαίνεται δε ότι δεν θα ασκήσει εις βάρος της δανειολήπτριας ένδικα μέσα για_την είσπραξη του συνολικού ποσού του δανείου", στο τέλος της βεβαίωσης αυτής υπάρχει η φράση "για λογαριασμό της Δ.Τ.

Α.Ε.", ακολουθούν τα ονόματα των Δ. Τ., Α. Τ. και Δ. Τ., υπάρχει υπογραφή μόνον δίπλα στο πρώτο όνομα του Δ. Τ., ενώ παραπλεύρως των ονομάτων υπάρχει η σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας υπό τη φράση "σφραγίδα εταιρείας" και επ' αυτής υπάρχει μία υπογραφή. Η ενάγουσα στις προτάσεις της σαφώς ομολογεί ότι το έγγραφο αυτό το υπέγραψε και της το παρέδωσε ο Δ.

Τ. και όχι η πρόεδρος της εναγομένης, και γ) ένα άνευ ημερομηνίας έγγραφο το οποίο αναφέρει ότι "στις 25.9.2014 μεταξύ της εταιρείας "Δ.Τ. Α.Ε.", η οποία θα καλείται στην συνέχεια δανειοδότρια και της υπαλλήλου της, Σ. Μ., η οποία θα καλείται δανειολήπτρια, συμφώνησαν τα εξής: η δανειοδότρια να παρέχει στην δανειολήπτρια ως δάνειο το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο να εξοφλείται σταδιακά από την δανειολήπτρια με ισόποσες ετήσιες δόσεις, ύψους 20.000 ευρώ", ενώ αμέσως μετά, στο ίδιο έγγραφο, αναφέρεται ότι "η ανωτέρω σύμβαση έγινε καθαρά για φορολογικούς λόγους, ουσιαστικά η Σ.

Μ., υπάλληλος της εταιρείας, δεν έλαβε ποτέ το ποσό αυτό από την εταιρία Δ.Τ. Α.Ε., δεν οφείλει επομένως τίποτα ούτε και η εταιρία έχει καμία απαίτηση από την υπάλληλό της. Η σύμβαση επομένως που επισυνάπτεται είναι άκυρη και δεν ίσχυε ποτέ". Στο τέλος του εγγράφου αυτού υπάρχει το όνομα της Α. Τ., κάτω από αυτό υπάρχει η σφραγίδα της εναγομένης εταιρείας και επί της σφραγίδας αυτής υπάρχει μία υπογραφή.

Η ενάγουσα στην υπό κρίση αγωγή της σαφώς αναφέρει ότι το έγγραφο αυτό υπογράφηκε περί τα τέλη Φεβρουάριου του 2019 από την νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης, κατ' απαίτηση της αδερφής της, Ε. Σ., και της παραδόθηκε (το έγγραφο αυτό) από τον Δ. Τ. Η εναγόμενη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ρητώς και σαφώς αμφισβήτησε τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών, ενώ με τον 4° λόγο της υπό κρίση έφεσής της επαναφέρει τον ισχυρισμό περί άρνησης της γνησιότητας των ως άνω εγγράφων.

Η ενάγουσα προς απόδειξη της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων, προσκόμισε την κοινή από 10.1.2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης των δικαστικών γραφολόγων, Δ. Σ. και Π. Τ., με την οποία οι ανωτέρω αποφαίνονται με βαθμό βεβαιότητας ότι η υπογραφή των ως άνω εγγράφων έχει τεθεί από τους φερόμενους ως συντάκτες τους, ήτοι από το Δ.

Τ. και την Α. Τ., αντίστοιχα. Ωστόσο, ως προς την γνησιότητα της υπογραφής της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης εταιρείας, στο τρίτο ως άνω έγγραφο, η εναγομένη προσκομίζει σχετικώς την από 19.2.2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου, Χ. Σ., η οποία, λόγω του μεγάλου εύρους μεταβλητότητας των υπογραφών της Α.

Τ. και της εξέτασης της υπογραφής από φωτοαντίγραφο, διαπιστώνει ότι δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα, αν η υπογραφή είναι γνήσια ή πλαστή, και πάντως από τον έλεγχο του εγγράφου σε φωτοτυπία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο ανωτέρω έγγραφο πιθανόν να μην έχει τεθεί από την Α.

Τ., συμπληρώνει δε ότι το κείμενο άνωθεν της υπογραφής εκτυπώθηκε με αφύσικα τεραστίου μεγέθους γραμματοσειρά και με αδικαιολόγητα επίσης μεγάλου μεγέθους κενά διαστήματα στο τέλος κάθε γραφικού στίχου, καταδεικνύοντας την προφανή προσπάθεια του συντάκτη να εξαντλήσει όλο το γραφικό χώρο και να μην παραμείνει "αδικαιολόγητο" κενό μεταξύ του κειμένου και της υπογραφής, αναφέροντας σε άλλο σημείο ότι πιθανόν, αν όχι προφανώς, να προϋπήρχε η υπογραφή στην κατώτερη πλευρά της σελίδας και μεταγενέστερα εκτυπώθηκε το άνωθεν αυτής κείμενο, σημειώνοντας στο τέλος του συμπεράσματος της ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να καταλήξει σε βέβαια και ασφαλή συμπεράσματα είναι η διερεύνηση των επίμαχων χαράξεων επί του πρωτοτύπου.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εναγόμενη, στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. ....2020 ανακοπή κατά της εκτέλεσης που επέσπευσε βάσει της ανωτέρω διαταγής πληρωμής σε βάρος της ενάγουσας, είχε ασκήσει την υπ'αριθμ. ....2020 παρεμπίπτουσα αγωγή αιτούμενη την επίδειξη των πρωτοτύπων των ανωτέρω εγγράφων, ενώ, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ....2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης, Θ.

Κ., στις 17.2.2020 επέδωσε στην ενάγουσα την από 17.2.2020 εξώδικη δήλωση, με την οποία, αφού δήλωνε ότι με την από 4.2.2020 εξώδικη δήλωσή της η ενάγουσα την είχε καλέσει να ορίσει γραφολόγους, ώστε να επισκεφτούν το γραφείο του δικηγόρου της (ενάγουσας) και να καταρτίσουν την πραγματογνωμοσύνη που ζητούσε με την παρεμπίπτουσα αγωγή της, ότι τελικώς προφορικά η ενάγουσα είχε αρνηθεί να γίνει η επίσκεψη αυτή, ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της ενάγουσας για την πραγματοποίηση τέτοιας συνάντησης, δεν βρισκόταν ο κατάλληλος χρόνος, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, Πέτρος Σαμαράς, είχε επαναλάβει την ημέρα εκείνη στο δικαστήριο ότι είχε στα χέρια του τα έγγραφα, που η ίδια ζητούσε να ελεγχθούν από γραφολόγο, ότι, ωστόσο, ακολούθως σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δικηγόρων τους υπήρξε άρνηση να γίνει η επίδειξη των εγγράφων, της ζήτησε την επίδειξη των εγγράφων δηλώνοντας ότι την επόμενη ημέρα, 18.2.2020 και ώρα 11:00 π,μ.

θα επισκεπτόταν το γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της (ενάγουσας) η ειδική γραφολόγος που είχε ορίσει, ήτοι η Χ. Σ., ώστε να της επιδειχθούν τα πρωτότυπα έγγραφα, που η ενάγουσα επικαλούνταν προς απόδειξη των ισχυρισμών της περί εικονικότητας της δανειακής σύμβασης. Μάλιστα, από τα υπ'αριθμ. 2328/2020 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποδεικνύεται ότι πράγματι κατά τη συζήτηση της ως άνω ανακοπής, κατά τη δικάσιμο της 17.2.2020, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας προκειμένου να απορριφθεί το αίτημα αναβολής που είχε υποβάλει, η εναγομένη ώστε να μπορέσει γραφολόγος να εξετάσει τα έγγραφα, είχε δηλώσει ότι παρόλο που η ενάγουσα με εξώδικη δήλωσή της ουσιαστικά είχε πει στην εναγόμενη ήδη από 4.2.2020 ότι τα πρωτότυπα έγγραφα ήταν στο γραφείο του δικηγόρου της, δεν τον είχε επισκεφτεί κάποιος γραφολόγος και ότι ακόμη και τη μέρα εκείνη είχε εις χείρας του τα πρωτότυπα.

Έτσι, η ανωτέρω ορισθείσα από την εναγομένη ειδική γραφολόγος, η οποία είχε ζητήσει από την εναγόμενη να εξετάσει τα επίμαχα έγγραφα και δη το έγγραφο που φέρεται να έχει υπογράψει η πρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης, από το πρωτότυπο και όχι από φωτοαντίγραφο, ώστε να μπορέσει να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, όταν, καθ' υπόδειξη της τελευταίας, (αφού είχε προηγηθεί η επίδοση της ως άνω από 17.2.2020 εξώδικης δήλωσης), επισκέφτηκε το γραφείο του δικηγόρου, Πέτρου Σαμαρά, στις 18.2.2020 και ώρα 11:00 π.μ., για να ελέγξει το πρωτότυπο έγγραφο, ο ως άνω δικηγόρος της δήλωσε ότι δεν είχε στα χέρια του τα παραπάνω έγγραφα, με αποτέλεσμα να διενεργήσει την γραφολογική έρευνά της επί των φωτοαντιγράφων και να διατυπώσει το συμπέρασμά της με επιφύλαξη, όπως τα ανωτέρω σαφώς αναφέρονται στην παραπάνω έκθεσή της.

Προς αντίκρουση της ανωτέρω έκθεσης γραφολογικής γνωμάτευσης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου, Χ. Σ., η ενάγουσα προσκόμισε την από 5.10.2020 έκθεση γραφολογικών παρατηρήσεων του ειδικού δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., ο οποίος ως πρώτη και κύρια παρατήρηση για την έκθεση της Σ., προς αντίκρουση αυτής, αναφέρει ότι η τελευταία δεν εξέτασε τα υπό κρίση έγγραφα στο πρωτότυπο αλλά σε φωτοτυπικό αντίγραφο, ενώ ο ίδιος τα εξέτασε στο πρωτότυπο, θεωρεί ότι η κρίση της είναι αντιφατική και επαναλαμβάνει ότι η δική του κρίση είναι η ορθή διότι εξέτασε τα πρωτότυπα.

Ωστόσο, εάν η ενάγουσα είχε δεχθεί το κατ' επανάληψη υποβληθέν αίτημα της εναγομένης και είχε επιτρέψει στην ανωτέρω γραφολόγο να ελέγξει τα πρωτότυπα έγγραφα, το συμπέρασμα της έκθεσης αυτής δεν θα εκφέρονταν με πιθανολόγηση, ενώ τώρα η ενάγουσα προσπαθεί να επωφεληθεί από λόγο που η ίδια δημιούργησε, για να αμφισβητήσει το συμπέρασμα της έκθεσης Σ., αφού είναι γνωστό ότι ο έλεγχος εγγράφου από φωτοτυπικό αντίγραφο δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα σε βαθμό βεβαιότητας.

Η συμπεριφορά της όμως αυτή και η προσπάθειά της να αποφύγει τον έλεγχο των πρωτοτύπων και κυρίως του τρίτου εγγράφου, εξηγείται μόνον αν φοβόταν ότι θα διαπιστωνόταν με βεβαιότητα ότι το τελευταίο έγγραφο δεν ήταν γνήσιο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς το τρίτο κατά σειρά έγγραφο φέρεται να συντάχθηκε περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2019 από την νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης, κατ' απαίτηση της αδερφής της ενάγουσας, Ε.

Σ., πλην όμως ουδεμία αναφορά γίνεται στο έγγραφο αυτό στο πρόσωπο της τελευταίας, ενώ περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2019, που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπογράφηκε το έγγραφο αυτό, οι σχέσεις της με τον Δ. Τ. βρίσκονταν ήδη σε κρίση, πράγμα που καθιστά απίθανο η εναγομένη να χορήγησε την ανωτέρω βεβαίωση περί του ότι η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε το επίδικο χρηματικό ποσό.

Εξάλλου, το ποσό αυτό πράγματι εκταμιεύτηκε την ημέρα υπογραφής της δανειακής σύμβασης από τις προαναφερθείσες υπαλλήλους της εναγομένης και παραδόθηκε στον Δ. Τ., ο οποίος πάντα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας και προς το συμφέρον αυτής, καθόσον με τα χρήματα αυτά εξοφλήθηκε μέρος του τιμήματος για την αγορά της κατοικίας στη Μύκονο στο όνομα της ενάγουσας.

Το έγγραφο αυτό, σε αντιπαραβολή του με το έγγραφο που υπογράφηκε για την επίδικη δανειακή σύμβαση, δεν συνάδει με επίσημο έγγραφο της εναγομένης εταιρείας, πολύ περισσότερο που αφορά τόσο σημαντικό ζήτημα. Η εναγόμενη προσπάθησε και στη συνέχεια να της επιδειχθούν τα πρωτότυπα ως άνω έγγραφα ασκώντας την από 27.7.2020 υπ'αριθμ. 12504/10233/2020 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αιτούμενη να υποχρεωθεί η εδώ ενάγουσα να της επιδείξει τα πρωτότυπα έγγραφα, πλην όμως δυνάμει της υπ'αριθμ. 5209/15.6.2021 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ελλείψει κατεπείγοντος.

Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται ότι τα δύο πρώτα έγγραφα που φέρεται να έχουν υπογραφεί από τον Δ. Τ. είναι γνήσια, ωστόσο το έγγραφο που φέρεται να έχει υπογραφεί από την νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης δεν είναι γνήσιο, αφού η ενάγουσα δεν απέδειξε σε βαθμό δικανικής πεποίθησης τον σχετικό ισχυρισμό της, αντιθέτως η επίμονη και κατ' επανάληψη άρνησή της να επιδείξει το πρωτότυπο έγγραφο στην ορισθείσα από την εναγόμενη ειδική γραφολόγο, σε συνδυασμό με την διατυπωθείσα σχετικά κρίση στην έκθεση της τελευταίας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή της Α.

Τ., απορριπτομένου του αιτήματος της εναγομένης περί διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη γνησιότητα των ως άνω εγγράφων και ιδίως αναφορικά με την υπογραφή της Α. Τ., καθόσον τα μεν δύο πρώτα έγγραφα κρίνονται γνήσια, το δε τρίτο έγγραφο δεν αποδείχθηκε γνήσιο από την φέρουσα το σχετικό βάρος απόδειξης ενάγουσα και σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα αυτά ως ιδιωτικά εκτιμώνται συμπληρωματικώς με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της κρίσης αναφορικά με την εικονικότητα της ένδικης σύμβασης δανείου.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων που υπέγραψε ο Δ. Τ. δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη εικονικότητα, αφού αν πράγματι η εναγόμενη εταιρεία δεν επιθυμούσε την επιστροφή του δανείου δεν θα υπήρχε λόγος ο Δ. Τ. να υπογράψει προς τη σύζυγό του έγγραφη απόδειξη (πρώτο κατά σειρά έγγραφο) ότι το ποσό του δανείου είχε επιστραφεί και εξοφληθεί προς την εναγόμενη, το δε έγγραφο αυτό παρόλο που δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης, η ίδια η ενάγουσα επικαλείται ότι υπογράφηκε αμέσως μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης.

Αν δε το ποσό του δανείου ουδέποτε της καταβλήθηκε ώστε να αποπληρωθεί μέρος του τιμήματος της εξοχικής κατοικίας στη Μύκονο, και αν πράγματι όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα ουδέποτε θέλησαν τα μέρη να επιστραφεί το ποσό αυτό, τότε δεν θα υπήρχε λόγος στο έγγραφο αυτό να δηλώνεται η καταβολή του ποσού του δανείου και η εξόφλησή του, αντιθέτως θα έπρεπε να αναφέρεται ότι ουδέποτε λήφθηκε το ποσό του δανείου.

Για την εναγόμενη εταιρεία ήταν αδιάφορο το ποιος θα εξοφλούσε το δάνειο, πάντως ήταν σε γνώση ότι δεδομένης της σχέσης του Δ. Τ. με αυτήν (εναγόμενη εταιρεία), τα χρήματα θα επιστρέφονταν από την ενάγουσα στο ταμείο της εταιρείας, αφού ναι μεν ο Δ. Τ. είχε πάντα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου του την πρόθεση να ευεργετήσει και να εξασφαλίσει την σύζυγό του, πλην όμως ουδείς κατέθεσε ότι τούτο το έπραττε εις βάρος των τέκνων του και της εναγομένης εταιρείας, που πλέον κατά πλειοψηφία ανήκε στα τέκνα του και την οποία εκπροσωπούσαν τα τέκνα του.

Εξάλλου, αν πράγματι η σύμβαση ήταν εικονική, τότε θα έπρεπε με την κατάρτιση αυτής να υπογράφει από την διοίκηση της εναγομένης σχετικό έγγραφο, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ώστε η ενάγουσα να είναι όντως εξασφαλισμένη, δεδομένου ότι η ίδια (η ενάγουσα) στην αγωγή της σαφώς αναφέρει ότι η πρόεδρος του Δ.Σ.

της εναγομένης, θυγατέρα του συζύγου της, Α. Τ., ποτέ δεν αποδέχθηκε τη σχέση της (ενάγουσας) με τον πατέρα της, ότι πάντα την υπέβλεπε και πάντα επιδίωκε να διαλύσει το γάμο της. Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι όταν το έτος 2018 η ενάγουσα επιθυμούσε να πωληθεί η εξοχική κατοικία που είχαν αγοράσει με το σύζυγό της στη Χαλκιδική, παρά την άρνηση του τελευταίου, (γεγονός που περιλαμβάνεται και στην ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί λύσης του γάμου τους), η θυγατέρα αυτού και νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης, Α.

Τ., δήλωσε ότι το τίμημα έπρεπε να δοθεί σε εκείνη, διότι η ενάγουσα της χρωστούσε χρήματα, όπως τούτο κατέθεσαν οι Ε. Σ. και ο Γ. Μ. στις υπ' αριθμ. ....2019 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίας Καλογιάννη, που δόθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων περί μετοίκησης, που αναφέρθηκε παραπάνω.

Μάλιστα οι ανωτέρω μάρτυρες θεώρησαν ότι το γεγονός αυτό ήταν που δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις των συζύγων. Το ανωτέρω γεγονός δείχνει ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας αφενός επιθυμούσε την επιστροφή των χρημάτων, (επιδίκου ποσού) αφετέρου ότι δεν ήταν δυνατόν να εκδώσει το ως άνω τρίτο έγγραφο στο οποίο φέρεται να δηλώνει ότι η ενάγουσα δεν οφείλει τίποτα στην εναγόμενη εταιρεία και ότι η τελευταία δεν έχει καμία απαίτηση από την ενάγουσα και μάλιστα περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2019, όπως επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της (καθόσον το έγγραφο δεν φέρει ημερομηνία).

Και ναι μεν ο Δ. Τ. φρόντιζε πάντα για την οικονομική εξασφάλιση της ενάγουσας μέσω αγοράς ακινήτων στο όνομά της και για την κάλυψη του συνόλου των οφειλών και των προσωπικών εξόδων διαβίωσης της, χρηματοδοτώντας τα ανωτέρω εξ ιδίων κεφαλαίων, ενώ η εναγομένη εταιρεία κάλυπτε τη δαπάνη των πιστωτικών καρτών, αλλά και άλλων εξόδων της ενάγουσας, πρακτική που ακολουθούν πολλές ανώνυμες εταιρείες για τους μετόχους τους, ιδίως όταν έχουν οικογενειακό χαρακτήρα όπως η εναγομένη, πλην όμως για την αγορά της ανωτέρω κατοικίας στη Μύκονο, ενόψει ότι αυτή έλαβε χώρα την ίδια χρονιά με την αγορά άλλης κατοικίας στη Χαλκιδική, κατά τα προαναφερόμενα, ο Δ.

Τ. δεν διέθετε το συνολικά απαιτούμενο ποσό και για το λόγο αυτό η ενάγουσα έπρεπε να λάβει μέρος του ποσού με δάνειο από την εναγομένη, ήταν δε μεγάλο το ποσό που δεν μπορούσε να ενταχθεί στη συνήθη πρακτική κάλυψης των εξόδων πιστωτικών καρτών και λοιπών καθημερινών αγορών, ώστε να κριθεί ότι η εναγόμενη εταιρεία ήθελε να δωρίσει το ποσό αυτό στην ενάγουσα.

Αντιθέτως, στην από 21.5.2020 κατάθεσή του ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια των προαναφερθεισών ποινικών διαδικασιών, ο σύντροφος της Α. Τ., Μ. Π., κατέθεσε ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης σε πολλές οικογενειακές συνευρέσεις έθετε το θέμα επιστροφής του δανείου και ότι ο πατέρας της ήταν καθησυχαστικός και την διαβεβαίωνε ότι η ενάγουσα θα επέστρεφε το ποσό του δανείου, καθώς και ότι και ο υιός του τελευταίου ομοίως απαιτούσε την επιστροφή του δανείου.

Το αν ο Δ. Τ. στα πλαίσια της επιθυμίας του να καλύπτει κάθε ανάγκη του κοινού τους βίου και της γενικότερης πρόθεσής του για μελλοντική οικονομική εξασφάλιση της συζύγου του, καθιστώντας την συνδικαιούχο στους τραπεζικούς του λογαριασμούς και δωρίζοντάς της είτε προσοδοφόρα ακίνητα είτε χρηματικά ποσά για να αποκτήσει στο όνομά της ακίνητα, της είχε υποσχεθεί ότι θα εξοφλούσε στο μέλλον και την οφειλή από το εν λόγω δάνειο για λογαριασμό της δωρίζοντάς της ουσιαστικά και το ποσό αυτό, και για το λόγο αυτό της έδωσε και τα δύο ως άνω έγγραφα περί του ότι η Δ.Τ.

Α.Ε. έλαβε από την Μ. Σ. το ποσό των 200.000,00 ευρώ για εξόφληση δανείου, και περί του ότι η δανειοδότρια δεν είχε ουδεμία απαίτηση από την ίδια για επιστροφή του εν λόγω ποσού, και ότι δεν θα ασκούσε εις βάρος της ένδικα μέσα για την είσττραξη του συνολικού ποσού του δανείου, τούτο αφορά τις σχέσεις του με τη σύζυγό του, αποτελεί δική του βούληση και όχι της εναγομένης εταιρείας και για το λόγο αυτό τα δύο ως άνω έγγραφα υπογράφηκαν μόνον από τον ίδιο και όχι από την νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας.

Από τις δε δηλώσεις που περιλαμβάνουν αυτά τα δύο έγγραφα προκύπτει ότι ο Δ. Τ. μιλάει είτε για εξόφληση είτε για άφεση χρέους, ενώ σε κανένα σημείο δεν γίνεται λόγος για μη λήψη του σχετικού ποσού και εικονικότητα της σύμβασης. Αντιθέτως ενισχύεται η βεβαιότητα ότι επρόκειτο για δάνειο καθότι, τόσο η εξόφληση όσο και η άφεση χρέους προϋποθέτουν ύπαρξη του χρέους.

Το πρώτον γίνεται τέτοια αναφορά (ότι η σύμβαση έγινε για φορολογικούς λόγους χωρίς λήψη κάποιου ποσού) στο άνευ ημερομηνίας έγγραφο, που φέρεται να υπέγραψε η Α. Τ., το οποίο όμως δεν αποδείχθηκε γνήσιο έγγραφο της τελευταίας. Η ανωτέρω πρόθεση του Δ. Τ. να εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος της συζύγου του, εκφράζει μόνον τη δική του βούληση απέναντί της και όχι τη βούληση της εναγομένης εταιρείας, την οποία δεν εκπροσωπούσε, ούτε αποδείχθηκε ότι η νόμιμη εκπρόσωπος της εναγομένης είχε την βούληση να μην επιστραφεί το δάνειο, ούτε ταυτίζεται η βούλησή του ενός προσώπου με τη βούληση του άλλου.

Εξάλλου, ούτε η ενάγουσα ούτε πολύ περισσότερο η εναγομένη προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι συνήψαν εικονικά σύμβαση δανείου, κάτω από την οποία καλύπτονταν έγκυρη σύμβαση δωρεάς, καθόσον οι διάδικοι δεν ισχυρίστηκαν ότι πρόκειται για σχετική εικονικότητα, αντιθέτως η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για απόλυτη εικονικότητα, διότι δεν έλαβε ποτέ χρήματα από την εναγομένη, η δε εναγόμενη ότι έδωσε στην ενάγουσα το ποσό του δανείου με τους ως άνω όρους για την επιστροφή του. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα όσα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν μπορεί, με την απλή άρνηση της εικονικότητας της αναγεγραμμένης αιτίας, να ερευνήσει την τυχόν ύπαρξη άλλης, καλυπτόμενης, δικαιοπραξίας, η οποία να δικαιολογεί τη μεταβίβαση του ποσού των 200.000,00 ευρώ.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η κατάρτιση της δανειακής σύμβασης έγινε για φορολογικούς λόγους και δη μόνον για να δικαιολογήσει το πόθεν έσχες για την αγορά του ακινήτου στη Μύκονο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 του Ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α 167 23.7.2013) "Φορολογία εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Ν. 4046/2012, του Ν. 4093/2012 και του Ν. 4127/2013 και άλλες διατάξεις", ως ετήσια δαπάνη του φορολογούμενου, της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται μεταξύ άλλων για αγορά ακινήτων, όπως δε η περίπτωση γ' τροποποιήθηκε με τη παρ. 2γ του άρθρου 48 Ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται το ποσό της συνολικής επιβάρυνσης, όπως προκύπτει από τα οικεία πωλητήρια συμβόλαια, εκτός εάν από έλεγχο προκύπτει μεγαλύτερο ποσό, οπότε λαμβάνεται υπόψη αυτό.

Από την ανωτέρω διάταξη του Ν. 4172/2013, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4305/2014 και ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου αγοράς του ακινήτου στη Μύκονο, συνάγεται - ενόψει της διαφοροποίησης σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 19 του προηγούμενου Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν.2238/1994), όπου γινόταν λόγος για αντικειμενική αξία - ότι ως καταβαλλόμενο χρηματικό ποσό για την αγορά ακινήτου θεωρείται το αναγραφόμενο στο οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο ποσό, (υπό την επιφύλαξη μεταγενέστερου ελέγχου, πρβλ.

ΣτΕ 1694/2021 Τρ.Νομ.Πληρ. Νόμος), για το οποίο και μόνον όφειλαν οι φορολογούμενοι να δικαιολογούν την προέλευση των χρημάτων.

Συνεπώς, το αναγραφόμενο στα συμβόλαια αγοράς του έτους 2014 συνολικό τίμημα των 490.000,00 ευρώ ήτοι ποσό 250.000,00 ευρώ για το ακίνητο στο Πευκοχώρι και ποσό 240.000,00 ευρώ για το ακίνητο στη Μύκονο, μπορούσε να δικαιολογηθεί με την προηγούμενη (προ μηνός) πώληση του έτερου ακινήτου στο Πευκοχώρι αντί τιμήματος 400.000,00 ευρώ, σε συνδυασμό με την ανάλωση κεφαλαίων από προηγούμενες φορολογικές χρήσεις (βλ.

τις δηλώσεις εισοδημάτων των ετών 2006-2013 του Δ. Τ. και της ενάγουσας), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα ως αγοράστρια, μπορούσε να επικαλεστεί εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από το σύζυγό της για τη δικαιολόγηση της νομότυπης προέλευσης των χρημάτων που δαπανήθηκαν για την απόκτηση ακινήτου, αφού η ίδια δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια που να προέρχονται από τα εισοδήματά της ικανά για να δικαιολογήσουν την αγορά.

Και η μάρτυρας της εναγομένης, Α. Δ., εργαζόμενη στο λογιστικό τμήμα αυτής, σαφώς κατέθεσε στην ως άνω ένορκη βεβαίωση που έδωσε, ότι το λογιστήριο της εταιρείας συμβούλευε την ενάγουσα και το σύζυγό της για την ορθή φορολογική τους συμπεριφορά και ότι ουδέποτε τους συμβούλεψαν να προχωρήσουν σε σύμβαση δανείου για τη δικαιολόγηση του πόθεν έσχες, καθόσον αυτό καλυπτόταν πλήρως από τα εισοδήματα του Δ.

Τ. και τις πωλήσεις ακινήτων που προηγήθηκαν. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση δεν εξυπηρετούσε φορολογικούς σκοπούς ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν συμπεριλήφθηκε στη φορολογική δήλωση του ζεύγους Τ. του έτους 2014, ενώ αν πράγματι ο μόνος λόγος που συνήφθη η δανειακή σύμβαση ήταν η κάλυψη του πόθεν έσχες, θα έπρεπε οπωσδήποτε η σύμβαση αυτή να δηλωθεί στην υποβληθείσα φορολογική δήλωση, προκειμένου να δικαιολογηθεί η προέλευση των χρημάτων.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι η δανειακή σύμβαση ήταν εικονική και εξυπηρετούσε φορολογικούς σκοπούς για κάλυψη του πόθεν έσχες είναι αβάσιμος. Αντιθέτως, από τη σύναψη της σύμβασης αυτής υφίστατο ο κίνδυνος προσαύξησης των δηλωθέντων, κατά τα επόμενα της σύναψης του δανείου έτη, φορολογητέων εισοδημάτων, με την προσθήκη σε αυτά των εισπρακτέων τόκων και, συνακολούθως, επιβολής πρόσθετου φόρου και προσαυξήσεων, όπως και συνέβη κατόπιν ενεργηθέντος φορολογικού ελέγχου από την ΑΑΔΕ σύμφωνα με την από 2.12.2021 έκθεση μερικού ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Κέντρου Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου, που προσκόμισε η ενάγουσα.

Επίσης, ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί αγοράς του ακινήτου στη Μύκονο στο όνομα της ιδίας αλλά για λογαριασμό της αδερφής της με χρήματα της τελευταίας, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι απώτερο κίνητρο της σύναψης της εικονικής σύμβασης ήταν η δικαιολόγηση της προέλευσης των εισοδημάτων της αγοράς των ακινήτων στη Μύκονο στο όνομά της, αλλά στην πραγματικότητα ως έμμεσης αντιπροσώπου και για λογαριασμό της αδερφής της, Ε.

Σ., καθόσον η τελευταία είχε εγγυηθεί υπέρ του πρώην συζύγου της σε συμβάσεις τραπεζικής πίστωσης και φοβόταν τυχόν κατάσχεση περιουσιακών της στοιχείων. Ωστόσο, κανένα έγγραφο αποδεικτικό τέτοιας σύμβασης εγγύησης της Ε. Σ. υπέρ του πρώην συζύγου της, για απαιτήσεις τράπεζας από παροχή πίστωσης, δεν προσκομίστηκε, ούτε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι ο πρώην σύζυγος της Ε.

Σ. είχε το έτος 2014 χρέη και ότι οι δανειστές του είχαν στραφεί εναντίον της, ώστε να δικαιολογείται η αγορά ακινήτου στο όνομα άλλου προσώπου για λογαριασμό της. Η διακινδύνευση μίας αγοράς με παρένθετο πρόσωπο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας εμπεριέχει κινδύνους και επιλέγεται μόνο όταν υφίσταται σοβαρός λόγος να αποκρυβεί η ταυτότητα του πραγματικού ιδιοκτήτη.

Τέτοιος λόγος δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω. Μάλιστα ο ενόρκως βεβαιώσας, Α. Λ., κατέθεσε ότι η Ε. Σ. το έτος 2010 "απαλλάχθηκε με διακανονισμό από χρέη με τον πρώην σύζυγό της Σ. Π.", πράγμα που του είχε πει η ίδια, ενώ παρά την επί πολλά έτη φιλία του με την οικογένεια Τ., ποτέ δεν άκουσε να λέγεται ότι η Ε. Σ. πήρε σπίτι στη Μύκονο.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η αδερφή της είχε λάβει το ποσό των 780.000,00 ευρώ από πώληση ακινήτου της στη Χαλκιδική δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον ναι μεν δυνάμει του υπ'αριθμ. ....2010 προσυμφώνου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σοφίας Ιορδανίδου, είχε προσυμφωνηθεί να της πωλήσει και μεταβιβάσει η εναγομένη μία μεζονέτα στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής αντί τιμήματος 70.000,00 ευρώ, πλην όμως στη συνέχεια το προσύμφωνο αυτό ακυρώθηκε με το από 4.8.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό και επιστράφηκε το ποσό των 70.000,00 ευρώ στην εκ προσυμφώνου αγοράστρια, Ε.

Σ., και στη συνέχεια η εναγόμενη πώλησε το ακίνητο αυτό με το υπ'αριθμ. ....2012 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Χριστομάνου, αντί αναγραφομένου τιμήματος ποσού 120.000,00 ευρώ. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η Ε. Σ. διέθετε το επικαλούμενο ποσό των 780.000,00 ευρώ, ούτε ότι είχε στην κυριότητά της ακίνητο στη Χαλκιδική, το οποίο στη συνέχεια πώλησε η ίδια, ώστε να υποστηρίζει ότι εισέπραξε και το τίμημα.

Περαιτέρω, κατά τη σύναψη του συμβολαίου αγοραπωλησίας η ενάγουσα όντως εκπροσωπήθηκε δυνάμει του υπ'αριθμ. ....2014 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μυκόνου, Καλλιόπης Χαρίτου, από την αδερφή της Ε. Σ., πλην, όμως, οι εξουσίες αφορούσαν αποκλειστικά στην υπογραφή του συμβολαίου αγοράς στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας.

Επίσης, στο μεταγενέστερο υπ'αριθμ. ....2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννας Χριστομάνου, η ενάγουσα ανέθετε στην Ε. Σ. εκτεταμένες εξουσίες αναφορικά με τη διοίκηση και διαχείριση του ακινήτου στη Μύκονο, αλλά πάντα ως άμεση αντιπρόσωπός της, χωρίς να γίνεται ουδεμία αναφορά σε έμμεση αντιπροσώπευση και σε κυριότητα της Ε.

Σ.. Έτσι, το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ουδόλως αποδεικνύει ότι το ακίνητο αγοράστηκε με χρήματα της Ε. Σ., αλλά αντίθετα εξηγείται επαρκώς από το γεγονός ότι η τελευταία διέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο νησί της Μυκόνου, όπου είχε αναπτύξει φιλικό και κοινωνικό κύκλο και ήταν πρόσωπο απόλυτης εμπιστοσύνης της οικογένειας για τη διαχείριση των υποθέσεών της.

Άλλωστε, αν ήθελε η Ε. Σ. να εξασφαλιστεί έναντι της ενάγουσας και του Δ. Τ. δεν θα αρκούνταν στη σύνταξη ενός γενικού πληρεξουσίου, αλλά θα απαιτούσε σύνταξη προσυμφώνου μεταβίβασης δικαιωμάτων από την ενάγουσα αδερφή της προς αυτή, καθόσον η αξία των ακινήτων είναι τέτοια που καμία συγγενική σχέση δεν μπορεί να δικαιολογήσει να συμβαίνει χωρίς διασφάλιση, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη ότι (κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας) επρόκειτο περί σημαντικών αποταμιεύσεων της Ε.

Σ., που δεν διήλθαν του τραπεζικού συστήματος, ώστε να υπάρχει δυνατότητα εντοπισμού της προέλευσής τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι ουδέποτε η εναγόμενη της κατέβαλε το ποσό του επίδικου δανείου και ότι η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε μόνον για να δικαιολογηθεί το πόθεν έσχες της ιδίας για την αγορά της κατοικίας στη Μύκονο, κρίνονται ουσία αβάσιμοι, καθόσον αποδείχθηκε ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στην ενάγουσα για να προβεί στην ανωτέρω αγορά, οι συμβληθέντες αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε, ενώ δεν υπήρχε ανάγκη κάλυψης του πόθεν έσχες, και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εικονική είναι ουσιαστικά αβάσιμος και κατ'ακολουθίαν η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216, 217, 218, 222, 223, 361 και 806 ΑΚ. Ειδικότερα προσάπτει σ' αυτήν παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση δανείου μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, ενώ η σύμβαση καταρτίσθηκε re από τον σύζυγό της, που εισέπραξε το δανεισθέν ποσό από την εταιρεία.

Ότι η απόφαση έχει ελλιπείς, ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα συμβλήθηκε προσωπικώς ως δανειολήπτρια σε υποσχετική δανειακή σύμβαση, παρέλειψε να δεχθεί περιστατικά από τα οποία απέρρεε η εξουσία αντιπροσώπευσής της από το σύζυγό της Δ. Τ. για την re κατάρτιση της σύμβασης δανείου, καθόσον η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε τη χορήγηση πληρεξουσιότητας προς αυτόν για τη σύναψη της συμβάσεως και τη λήψη-είσπραξη του χρηματικού ποσού του δανείου από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.

Ότι άλλοτε φέρεται η δανειακή σύμβαση να καταρτίζεται από την αναιρεσείουσα και άλλοτε από το σύζυγό της Δ. Τ., ο οποίος ενεργεί με την ιδιότητα του εγγυητή αλλά συγχρόνως και του πρωτοφειλέτη. Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 806 ΑΚ, ως προς την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, τις οποίες κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει δε, του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, διέλαβε σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την απόρριψη της αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ηρνείτο ότι κατήρτισε με την νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρείας πραγματική και ισχυρή δανειακή σύμβαση.

Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) Μετά από τη μεσολάβηση του Δ. Τ. στη νόμιμη εκπρόσωπο, πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνουσα σύμβουλο, της αναιρεσίβλητης εταιρείας Α. Τ.- θυγατέρα του, η τελευταία έδωσε εντολή εκταμίευσης από τα ταμεία της εταιρείας του ποσού των 200.000,00 ευρώ σε μετρητά, το οποίο (ποσό) η δανειοδότρια εταιρεία, δια της ως άνω νόμιμης εκπροσώπου της, το χορήγησε ως δάνειο στην αναιρεσείουσα προκειμένου να αγοράσει δύο οριζόντιες επί καθέτου ιδιοκτησίες, που αποτελούσαν μία ενιαία μεζονέτα στη Μύκονο και έτσι, καταρτίσθηκε η από 25-9-2014 έγγραφη σύμβαση δανείου μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης εταιρείας, στην παραγωγή δε, των εννόμων αποτελεσμάτων της ως άνω σύμβασης αποσκοπούσαν οι συμβληθείσες.

β) Η δανειολήπτρια ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει το δανεισθέν ποσό σε δέκα ετήσιες ισόποσες δόσεις των 20.000,00 ευρώ το αργότερο μέχρι την 25η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης την 25η Σεπτεμβρίου του 2015. Οι δύο πρώτες δόσεις συμφωνήθηκαν άτοκες, ενώ οι υπόλοιπες οκτώ έντοκες με ετήσιο επιτόκιο 6,35%.

γ)Η εκταμίευση του ποσού έγινε αυθημερόν (25-9-2014) από υπαλλήλους της εταιρείας, που ανέλαβαν τα χρήματα από λογαριασμό όψεως της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που τηρείτο στην τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε. (Υποκατάστημα Καλαμαριάς) και τα παρέδωσαν στον Δ. Τ., ο οποίος είχε μεσολαβήσει για την κατάρτιση της σύμβασης για λογαριασμό της συζύγου του και για την παράδοση των χρημάτων υπογράφηκε σχετική απόδειξη.

δ) Το γεγονός ότι η δανειακή σύμβαση δανείου συνδέεται με τη σύμβαση αγοράς της πολυτελούς κατοικίας η οποία καταρτίσθηκε στο όνομα της αναιρεσείουσας επί της δημοτικής οδού ... στην πόλη της Μυκόνου, συνάγεται αφενός μεν από τη χρονική εγγύτητα της σύναψης των ανωτέρω συμβάσεων [δανείου (25-9-2014) και αγοραπωλησίας ακινήτου (3-12-2014)] αφετέρου δε από την εκταμίευση του δανεισθέντος ποσού κατά την ημέρα σύναψης της δανειακής σύμβασης και την παράδοσή του στον σύζυγο της αναιρεσείουσας για λογαριασμό της, ώστε να εξοφληθεί μέρος του τιμήματος.

ε) Μετά τη διατάραξη των σχέσεων των συζύγων, η αναιρεσίβλητη εταιρεία υπέβαλε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αίτηση και εκδόθηκε, σε βάρος της αναιρεσείουσας, η υπ'αριθμ. ....2019 διαταγή πληρωμής, με βάση την προαναφερθείσα από 25.9.2014 σύμβαση δανείου με αίτημα την καταβολή των πέντε ήδη ληξιπρόθεσμων δόσεων (για τα έτη 2015 έως 2019) συνολικού ποσού 100.000,00 ευρώ.

στ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αριθμ. ....2021 βούλευμά του έκρινε ότι η επίδικη δανειακή σύμβαση ήταν αληθής, έγκυρη και ισχυρή και ως εκ τούτου νομίμως η νόμιμη εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης εταιρείας πέτυχε την έκδοση της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής και αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος της τελευταίας για την πράξη της απάτης, για την οποία είχε μηνυθεί από την αναιρεσείουσα.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, η οποία εν προκειμένω ήταν εφαρμοστέα και με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι οι διάδικοι κατάρτισαν έγκυρη και ισχυρή δανειακή σύμβαση. Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216, 217, 218, 222 και 223 ΑΚ και την έλλειψη ως προς αυτές αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος, καθόσον εν προκειμένω δεν εφαρμόσθηκαν οι επικαλούμενες διατάξεις αντιπροσώπευσης και πληρεξουσιότητας.

Οι διατάξεις των άρθρων 361 και 454 Α.Κ. ορίζουν ότι "για τη σύσταση ή την αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" (361 Α.Κ.) και "όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής" (454 Α.Κ.) (ΑΠ 1480/2012).

Στο δεύτερο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 454 Α.Κ. προβλέπεται συμβατική παραίτηση από δικαίωμα, η οποία, εφόσον εκδηλώθηκε ως μετατροπή της υπάρχουσας απαιτήσεως σε ανύπαρκτη για το μέλλον, συνιστά αρνητική αναγνωριστική σύμβαση. Η σύμβαση αυτή συνάπτεται σε δύο περιπτώσεις α) όταν πραγματικά δεν υπάρχει χρέος, είτε διότι δεν υπήρξε ποτέ, είτε διότι υπήρξε μεν, αλλά έχει αποσβεστεί από άλλη αιτία και οι συμβαλλόμενοι απλά διαπιστώνουν την ανυπαρξία του χρέους με τη σύμβασή τους και β) όταν το χρέος υπάρχει ακόμη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αλλά οι συμβαλλόμενοι δανειστής και οφειλέτης συμφωνούν, ότι δεν υφίσταται Η δεύτερη περίπτωση αφορά την γνήσια αρνητική αναγνωριστική σύμβαση, που αποτελεί το αντικείμενο ρυθμίσεως του άρθρου 454 εδ.

β' του ΑΚ, η οποία της προσδίδει ενέργεια όμοια με την άφεση χρέους, από την οποία η μόνη διαφορά είναι ότι ενώ στην άφεση χρέους οι συμβαλλόμενοι δέχονται την ύπαρξη του χρέους στην αρνητική αναγνωριστική σύμβαση την αρνούνται. Η αρνητική αναγνωριστική σύμβαση είναι αναιτιώδης και άτυπη σύμβαση για το κύρος της οποίας κατ' αρχήν δεν απαιτείται η τήρηση τύπου για την κατάρτισή της (ΑΠ 172/2015, ΑΠ 1118/2010).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι, για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η ανώνυμη εταιρεία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από το διοικητικό της συμβούλιο η εκπροσώπηση της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο.

Έτσι, όταν αμφισβητείται το κύρος καταρτισθείσας συμβάσεως, λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, εκείνος μεν που επικαλείται τη σύμβαση πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ότι αυτή καταρτίστηκε με εκείνον που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ο οποίος δήλωσε κατά νόμιμο τρόπο τη, για τη κατάρτιση αυτήν της συμβάσεως, βούλησή του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο με το οποίο εκπροσωπήθηκε το νομικό πρόσωπο για να καταστεί έτσι δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων (ΑΠ 1889/2024, ΑΠ 900/2024, ΑΠ 1605/2022, ΑΠ 1552/2018).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 454 ΑΚ, της οποίας το δεύτερο εδάφιο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, κατέστησε δε, σε ζήτημα που άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στους νομικούς κανόνες των άρθρων 454, 211, 212, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ και στη νομική έννοια της φαινομένης πληρεξουσιότητας.

Ειδικότερα, διατείνεται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο Δ. Τ. στην κατάρτιση της δανειακής σύμβασης συμβλήθηκε εκπροσωπώντας αφενός μεν την αναιρεσίβλητη εταιρεία (ως βασικός μέτοχος της οικογενειακής αυτής εταιρείας, που ανήκε στον ίδιο και στα τέκνα του) αφετέρου δεν την αναιρεσείουσα, για λογαριασμό της οποίας αιτήθηκε το δάνειο από την ως άνω εταιρεία.

Όμως, παρότι φέρεται ότι συμβλήθηκε εκπροσωπώντας την αναιρεσίβλητη εταιρεία και στη δικαιοπραξία αφέσεως του χρέους της αναιρεσείουσας [με βάση τα υπογραφέντα από αυτόν έγγραφα, ήτοι: α) την άνευ ημερομηνίας χειρόγραφη "απόδειξη είσπραξης" από την αναιρεσίβλητη εταιρεία "Δ. Τ. Α.Ε." του ποσού των 200.0000,00 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι απέδωσε η Μ.

Σ. προς εξόφληση του ληφθέντος από αυτήν ποσού του δανείου και β) την από 4-2-2019 "βεβαίωση", στην οποία βεβαιώνεται ότι η δανειοδότρια εταιρεία ουδεμία απαίτηση έχει έναντι της δανειολήπτριας-αναιρεσείουσας], εν τούτοις δεν δέσμευσε την εταιρεία με την υπογραφή του. Η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τις αιτιάσεις αυτές δέχθηκε ότι:

Η υπογραφή των δύο ως άνω εγγράφων από το Δ. Τ. και η παράδοσή τους στη σύζυγό του αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις, με αυτά δεν εκφράζεται η βούληση της εταιρείας αλλά η δική του βούληση και επιθυμία να καλύπτει κάθε ανάγκη του κοινού βίου του με τη σύζυγό του και η πρόθεσή του να εξασφαλίσει οικονομικά το μέλλον της, εξοφλώντας και το δάνειο που αυτή είχε λάβει από την αναιρεσίβλητη εταρεία.

Για το λόγο δε αυτό τα δύο ως άνω έγγραφα υπογράφηκαν μόνον από τον ίδιο και όχι από τη νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Άλλωστε, όταν καταρτίσθηκαν και υπογράφηκαν τα δύο ως άνω έγγραφα, ο Δ. Τ. δεν ήταν μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας, ενώ η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε στο Εφετείο ότι αυτός διέθετε πληρεξουσιότητα εκ μέρους της εταιρείας για την υπογραφή των παραπάνω εγγράφων ή ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό του προϋποθέσεις φαινομένης πληρεξουσιότητας.

Από το γεγονός και μόνο ότι ο Δ. Τ. διατηρούσε, κατά το χρόνο έκδοσης των δύο ως άνω εγγράφων σημαντική εταιρική συμμετοχή στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και είχε μεσολαβήσει στη νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας για τη λήψη από την αναιρεσείουσα του ποσού του δανείου, δεν συνάγεται ότι αυτός δέσμευσε, με την κατάρτιση και υπογραφή των ανωτέρω εγγράφων, την αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 454 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αποδεικτική στάθμιση των δύο ως άνω εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια, η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ουσιαστική κρίση του.

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, η οποία εν προκειμένω, ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν ήταν εφαρμοστέα και με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι από τα εν λόγω έγγραφα δεν προήλθε το έννομο αποτέλεσμα της "αφέσεως του χρέους" της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Ο ίδιος λόγος, ως προς την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 211, 212, 216, 217, 218, 222 και 223 ΑΚ και της ελλείψεως αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τις διατάξεις αυτές, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμος καθόσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, εν προκειμένω δεν εφαρμόσθηκαν οι επικαλούμενες διατάξεις αντιπροσώπευσης και πληρεξουσιότητας.

Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ η δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, συνιστά εικονική δικαιοπραξία και είναι άκυρη. Η ακυρότητα της εικονικής δικαιοπραξίας που έχει ως αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται κατά το άρθρο 180 ΑΚ σαν να μην έγινε, είναι απόλυτη και καταλαμβάνει στο σύνολό της τη δικαιοπραξία, δεδομένου ότι οι μερικότεροι όροι της δεν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόνομης ρύθμισης (ΑΠ 1514/2013).

Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποσκοπεί στην δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους σχετικά με τη μεταβολή στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα δε, είναι δυνατό να συντρέχει τόσο σε περίπτωση μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και σε περίπτωση σύμβασης (όπως είναι και η σύμβαση δανείου), στην τελευταία όμως περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνάφθηκε δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Για την εικονικότητα της σύμβασης αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πραγματικά στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται (ΑΠ 236/2023). Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν μεν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, είναι όμως ενδεχόμενο να αποτελέσουν επιχειρήματα, τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή (ΑΠ 432/2024, ΑΠ 1595/2023, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 852/2022).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, κατέστησε -σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο ζήτημα αν καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της αναιρεσίβλητης εταιρείας έγκυρη και μη εικονική σύμβαση δανείου- ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των άρθρων 806, 138, 211, 212, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχθηκε: α) ότι η αναιρεσείουσα συνήψε την επίδικη σύμβαση δανείου με την αναιρεσίβλητη, έκανε δεκτό επίσης ότι η re κατάρτισή της πραγματοποιήθηκε με το σύζυγό της, Δ. Τ., χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα τον εξουσιοδότησε για τη σύναψη της σύμβασης και την είσπραξη του ποσού για λογαριασμό της.

β) ότι η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της Δ. Τ. δεν διέθεταν το συνολικό κεφάλαιο για την αγορά του ακινήτου στη Μύκονο και για το λόγο αυτό καταρτίσθηκε η δανειακή σύμβαση, αντιφατικά στις αιτιολογίες της περιλαμβάνονται οι παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα απολάμβανε πολυτελή βίο που χρηματοδοτούσε ο σύζυγός της, ο οποίος την προσέλαβε ως υπάλληλο στην εταιρεία για να απολαμβάνει του μισθού της, χωρίς αντίστοιχη απασχόληση, φρόντισε να αποκτήσει αυτή ακίνητα μεγάλης αξίας και μεσολάβησε να δανειοδοτηθεί από την εταιρεία.

γ) ότι το δάνειο προς την αναιρεσείουσα ήταν πραγματικό και όχι εικονικό και ότι Δ. Τ. υπέγραψε τα έγγραφα που δηλώνουν ότι το δάνειο δεν οφείλεται, δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο τα υπέγραψε όχι κατά τη σύναψη του δανείου αλλά στις 4-2-2019, όταν μάλιστα, κατά το χρόνο αυτό, οι σύζυγοι βρίσκονταν σε αντιδικία.

Επί πλέον, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ενώ γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δάνειο καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εναγομένης στη συνέχεια υπάρχει η παραδοχή ότι το ποσό εκταμιεύθηκε από δύο υπαλλήλους της εταιρείας και παραδόθηκε στο Δ. Τ., ο οποίος είχε μεσολαβήσει για την κατάρτιση της σύμβασης για λογαριασμό της συζύγου του-αναιρεσείουσας.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι ενόψει αφενός μεν της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο Δ. Τ. χορήγησε στην αναιρεσείουσα τα δύο έγγραφα: 1) περί εξόφλησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από το δάνειο και 2) περί μη ύπαρξης απαίτησης της δανειοδότριας εταιρείας για την επιστροφή του ποσού του δανείου και διαβεβαίωσής της ότι δεν θα ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας ένδικα μέσα για την είσπραξη του δανεισθέντος ποσού, τα οποία έγγραφα αποτυπώνουν τη δική του βούληση και όχι τη βούληση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, αφετέρου δε, της παραδοχής ότι το χρηματικό ποσό του δανείου το εισέπραξε ο Δ.

Τ., χωρίς να γίνεται δεκτό ότι τον εξουσιοδότησε γι' αυτό η αναιρεσείουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται ενδοιαστική παραδοχή, σχετικά με το πρόσωπο που συμβλήθηκε με την αναιρεσίβλητη εταιρεία για την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης, αν δηλαδή συμβλήθηκε με αυτήν η αναιρεσείουσα ή ο Δ. Τ. Τέλος, κατά την αναιρεσείουσα επειδή στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τα προαναφερόμενα έγγραφα, γίνεται λόγος για εξόφληση και άφεση χρέους, ενδοιαστικά ενισχύεται η βεβαιότητα ότι πρόκειται περί δανείου, δημιουργείται δηλαδή αυξημένη πιθανότητα και όχι αναμφίβολο πόρισμα περί καταρτίσεως δανειακής συμβάσεως.

Ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πέραν του ότι οι ως άνω αιτιάσεις του αποτέλεσαν περιεχόμενο των δύο προηγούμενων, πρώτου και δευτέρου, αναιρετικών λόγων.

Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος καθόσον, από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο με επαρκείς, μη ενδοιαστικές και μη αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε: 1) ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατάρτιση της δανειακής σύμβασης ήταν εικονική και άρα άκυρη και ότι υπογράφηκε μετά από υπόδειξη του Δ.

Τ. εικονικά, για φορολογικούς λόγους, προκειμένου να καλυφθεί το πόθεν έσχες αγοράς ακινήτων στο όνομά της στη Μύκονο, ενώ το ποσό του δανείου ουδέποτε της καταβλήθηκε, 2) ότι ούτε η αναιρεσείουσα ούτε πολύ περισσότερο η αναιρεσίβλητη προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι συνήψαν εικονικά σύμβαση δανείου, κάτω από την οποία καλύπτονταν έγκυρη σύμβαση δωρεάς. 3) ότι Εξάλλου, αν πράγματι η σύμβαση ήταν εικονική, τότε θα έπρεπε με την κατάρτιση αυτής να υπογράφει από την διοίκηση της αναιρεσίβλητης σχετικό έγγραφο, ώστε η αναιρεσείουσα να είναι όντως εξασφαλισμένη, δεδομένου ότι, όπως η ίδια αναφέρει στην αγωγή της, η πρόεδρος του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης εταιρείας και θυγατέρα του συζύγου της, Α. Τ., ποτέ δεν είχε αποδεχθεί τη σχέση της (αναιρεσείουσας) με τον πατέρα της, ότι πάντα την υπέβλεπε και επεδίωκε να διαλύσει το γάμο της καθώς και ότι το θέμα επιστροφής του δανείου έθετε σε πολλές οικογενειακές συνευρέσεις η νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας, ο πατέρας της Δ.

Τ. την καθησύχαζε και την διαβεβαίωνε ότι η αναιρεσείουσα θα επέστρεφε το δανεισθέν ποσό καθώς και ότι και ο υιός του τελευταίου ομοίως απαιτούσε την επιστροφή του δανείου. Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος και ως προς την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τις διατάξεις των άρθρων 211, 212, 216, 217, 218, 222 και 223 ΑΚ, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε, εν προκειμένω δεν εφαρμόσθηκαν οι επικαλούμενες διατάξεις αντιπροσώπευσης και πληρεξουσιότητας.

Kατά την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ''ειδικές'', αλλά ''ιδιάζουσες'' γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν, για την αντίληψη του ζητήματος ως προς το οποίο ζητείται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου, για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματος, δεν δημιουργεί κανένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1344/2024, ΑΠ 924/2024, ΑΠ 309/2023, ΑΠ 1526/2021).

Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 579/2024, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1559/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (ο οποίος εσφαλμένα τιτλοφορείται ως "τρίτος λόγος"), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του - αφού παρέλειψε να διατάξει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, παρότι είχε ζητηθεί από αμφότερα τα διάδικα μέρη- δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα του άνευ ημερομηνίας εγγράφου, στο οποίο αναφέρεται ότι στις 25.9.2014 μεταξύ της εταιρείας "Δ.Τ.

Α.Ε." και της υπαλλήλου της, Μ. Σ., συμφωνήθηκε η αναιρεσίβλητη εταιρεία να δανείσει στη αναιρεσείουσα το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο θα εξοφλείτο σταδιακά με ισόποσες ετήσιες δόσεις, ύψους 20.000 ευρώ, ότι η ανωτέρω σύμβαση καταρτίσθηκε μόνο για φορολογικούς λόγους και ουσιαστικά η Μ. Σ., δεν έλαβε ποτέ το ποσό αυτό από την εταιρεία, δεν υφίσταται οφειλή της προς αυτήν ούτε η εταιρεία έχει σε βάρος της οποιαδήποτε απαίτηση και ότι κατά συνέπεια, η δανειακή σύμβαση είναι άκυρη και ουδέποτε ίσχυσε.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το υποβληθέν με (τον πέμπτο) λόγο εφέσεως αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Επίσης, από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, αλλά και της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει αφενός μεν ότι δεν υφίσταται παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας, ότι πρόκειται για ζήτημα, που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αφετέρου δε, το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη το υποβληθέν αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και το απέρριψε κατ' ουσίαν.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 10-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1963/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1963/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης