Legislator Case Law & Legislation
992/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, upholding lower court's finding of private title.

Case Number 992/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Dodecanese Court of Appeal's final decision confirming the plaintiff's ownership of a 56-square-meter property in Karpathos. The State argued for a procedural error regarding the application of specific laws, but the Court found the lower court correctly interpreted substantive property laws and determined the land was private 'mulk' property rather than public land. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 4(1), 2 of Law 1539/1938; Article 9 of Law 2100/1952: The Supreme Court held that an appeal based on alleged procedural violations is inadmissible if the lower court correctly applied substantive property laws to determine private ownership, and that historical arguments regarding the nature of land in the Dodecanese do not alter the established legal status of the property.

Keywords

AI generated
property ownership dispute mulk land status appeal admissibility procedural error claim Dodecanese islands history legal costs allocation private title confirmation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 4(1), 2 of Law 1539/1938
Article 9 of Law 2100/1952
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1188/2022
Supreme Court Case 876/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 992 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Κ., κατοίκου Ρόδου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αποστολά, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/1997 μη οριστική, 188/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης ανέγνωσε την από 30-1-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-02-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 141/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 30-03-1995 αγωγή, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί ενός ακινήτου εμβαδού 56 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οικισμού ... της κοινότητας Ολύμπου Καρπάθου, το οποίο απέκτησε παραγώγως και πρωτοτύπως.

Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 22/1997 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια η 188/2000 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Το αναιρεσείον άσκησε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης την από 20-5-2003 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη 141/2014 απόφαση.

Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, καταλήγοντας στο ίδιο πόρισμα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο όμως δέχθηκε την αγωγή με άλλες αιτιολογίες, που δημιουργούν, όπως δέχθηκε, διαφορετικό δεδικασμένο, δέχθηκε περαιτέρω ότι δεν αρκεί εξ αυτού του λόγου η αντικατάσταση των αιτιολογιών αυτών και ακολούθως έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το αρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945.

Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το, οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ' αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη.

Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρϊ) (γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.

Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών-(εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας, όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ".

Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν, Τουρκικού έτους 1274, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".

Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου.

Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).

Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και επομένως και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016).

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρο 2114 ΙταλΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Κάρπαθο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε κτηματολόγιο στη νήσο αυτή.

Περαιτέρω ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ' αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942 από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ, 1942 και Ελληνικού ΑΚ διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 ΒΔ, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος.

Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Περαιτέρω, με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' v. 2100/1952, που ισχύει από 26.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένυται οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949 έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.

α' του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 822/2013).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Το επίδικο ακίνητο, για την ταυτότητα του οποίου δεν υπάρχει αμφισβήτηση, είναι ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού ...

της Κοινότητας Ολύμπου Καρπάθου, έκτασης 56 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με κοινοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Δ., νότια με πρανές δημοσίου και ανατολικά με κοινοτική έκταση, όπως αυτό εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή από 1-6-1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Δ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α.

Το ακίνητο αυτό μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα από τον πατέρα του Κ. Δ. με το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ρόδου Α. Η.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου στον τόμο 1 και με αριθμό 2793/1988 και στον πατέρα του είχε περιέλθει το έτος 1953 λόγω άτυπης δωρεάς από την Ά.-Κ.

Π. του Κ. και Μ., στην οποία είχε περιέλθει από δωρεά της μητέρας της Μ. χήρας Κ. Π. το γένος Ν. Α. με το με αριθμ. 976/20-11-1952 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Καρπάθου Ευάγγελου Τσακμάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου στον τόμο Α και με αριθμό 353/22-6-1995, αφού αυτό αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης κατά νεότερη καταμέτρηση 3.000 τ.μ., που μεταβίβασε η ανωτέρω δικαιοπάροχός της στην Κ.

Π. και περιλαμβάνεται στην ανωτέρω μεταβιβασθείσα έκταση. Εξ άλλου, στην Μ. χήρα Κ. Π. είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό λόγω προίκας το έτος 1905 και το κατείχε μέχρι το έτος 1952, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα και πιο συγκεκριμένα από την 1-1-1932 μέχρι το αμέσως ανωτέρω έτος (1952) νεμόταν αυτό διανοία κυρίας, καλλιεργώντας αυτό με σιτηρά, κηπευτικά, κρεμμύδια, μαρούλια και πατάτες, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1920 έως το έτος 1930 έχτισε στο ευρύτερο ακίνητο στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα αυτού οικοδομή και επομένως, αφού νεμήθηκε αυτό για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πατέρας και άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντα νεμόταν διανοία κυρίου με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, ενεργώντας τις προσιδιάζουσες σε αυτό πράξεις νομής και κατοχής μέχρι το έτος 1988. Ειδικότερα, από το έτος 1953 έως το έτος 1970 έκτισε και λειτουργούσε ασβεστοκάμινο μέσα σε αυτό και στη συνέχεια από το έτος αυτό (1970) μέχρι και το έτος 1988 το κατείχε, ενδιαφερόμενος γι' αυτό, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από κανένα, πολύ δε περισσότερο από το εναγόμενο και έτσι, αφού νεμήθηκε το επίδικο διανοία κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών και συγκεκριμένα για 35 έτη (1953-1988) συνεχώς, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και επομένως ο ενάγων με το ανωτέρω συμβόλαιο γονικής παροχής κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου αφού απέκτησε παρά κυρίου.

Εξ άλλου, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της καταλυτικής της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με την οποία επικαλείται ότι έχει καταστεί κύριο του επιδίκου ακινήτου, το οποίο αποτελεί δημόσια γαία, ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου, στο οποίο ανήκε κατά κυριότητα.

Αντίθετα, ανταποδεικτικά αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιόκτητη γαία (μουκλ) και ουδέποτε ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου. Τούτο δε διότι γαίες φύσης "αρζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) από την εποχή του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μΧ) μέχρι την ισχύ του Ν. 2100/1952 (26-4-1952) δεν υπήρξαν τότε στα Δωδεκάνησα, εκτός Ρόδου και Κω, που ο τούρκος κατακτητής είχε κυριεύσει με το δόρυ και τη σπάθη.

Στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, όπως είναι η Κάρπαθος, που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους, ως ιδιόκτητες γαίες, δηλαδή γαίες "μουκλ"...

Τέλος, το εναγόμενο αμφισβητεί το δικαίωμα στην κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, παρεμποδίζοντας αυτόν να οικοδομήσει σε αυτό. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωρισθεί ο ενάγων κύριος του επιδίκου ακινήτου". Έκρινε δε στη συνέχεια το Εφετείο ότι ναι μεν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την αγωγή, πλην όμως με άλλες αιτιολογίες που δημιουργούν διαφορετικό δεδικασμένο και ότι, επομένως, δεν αρκεί αντικατάσταση των αιτιολογιών αυτών με τις αιτιολογίες της απόφασής του.

Κατόπιν αυτού, έκανε δεκτή την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, ότι το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στη νήσο Κάρπαθο, ήταν ανέκαθεν, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ελεύθερης ιδιοκτησίας ως οικόπεδο, δηλαδή νομικής φύσης μούλκ του άρθρου 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 και δεν ήταν δημόσια γαία και ότι συνεπώς ήταν δεκτικό χρησικτησίας από το έτος 1932 και μετά, και ότι η απώτατη δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, στην οποία είχε περιέλθει μαζί με ευρύτερη οικοπεδική έκταση, δυνάμει άτυπης προίκας το έτος 1905, το νεμόταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομή από το έτος 1932 μέχρι το έτος 1952, οπότε το μεταβίβασε λόγω δωρεάς με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα στη θυγατέρα της, η οποία στη συνέχεια, το έτος 1953, το μεταβίβασε λόγω άτυπης δωρεάς στον άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου και πατέρα του, ο οποίος με τη σειρά του το νεμήθηκε με τις αναφερόμενες πράξεις νομής μέχρι το έτος 1988, οπότε κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι κατά το έτος αυτό, ο τελευταίος το μεταβίβασε κατά κυριότητα με το αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, στο αναιρεσίβλητο, ο οποίος κατέστη έτσι κύριος αυτού (επιδίκου ακινήτου), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα την ευθεία παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω δε συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 2 του ΑΝ 1539/1938, αφού κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, το επίδικο ακίνητο είναι νομικής φύσης μουλκ και όχι δημόσια γη ώστε να υπάρξει λόγος εφαρμογής των διατάξεων αυτών, περί μη παραγραφής των δικαιωμάτων του Δημοσίου.

Σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται, και επομένως είναι αβάσιμη, η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν. 2100/1952, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή τους, ούτε ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις αυτές με βάση τις παραδοχές του ότι το επίδικο ήταν νομικής φύσης μούλκ και όχι δημόσια γη.

Περαιτέρω, η ειδικότερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι γαίες νομικής φύσης "αρζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες, από την εποχή του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.Χ.) μέχρι την ισχύ του ν. 2100/1952 δεν υπήρξαν τότε στα Δωδεκάνησα, εκτός Ρόδου και Κω που ο τούρκος κατακτητής είχε κυριεύσει με το δόρυ και τη σπάθη, καθώς στα υπόλοιπα νησιά της Δωδεκανήσου, όπως είναι η Κάρπαθος, που δεν ήταν "δορυάλωτα", δεν είχαν δηλαδή κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμαν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους ως ιδιόκτητες γαίες, δηλ. "γαίες μουλκ", είναι πλεοναστική, καθώς δεν στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης ενόψει των προηγούμενων και πιο πάνω αναφερόμενων παραδοχών της για την νομική φύση του επιδίκου ακινήτου και επομένως, η σχετική αιτίαση, με την οποία πλήττεται η ειδικότερη αυτή παραδοχή και η οποία περιλαμβάνεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1188/2022, ΑΠ 876/2017).

Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-02-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 141/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης