Legislator Case Law & Legislation
992/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and remands case for further examination of substantive arguments.

Case Number 992/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by one bank against a lower court decision while remanding the case for further examination of the opposing party's appeal. The court found that the lower appellate court had failed to address the primary and supplementary grounds of appeal raised in previous judgments. Consequently, the court rejected the first appeal, ordered the appellant to pay costs, and accepted the second appeal to review the underlying dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573, 106, 176, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further examination when a lower appellate decision fails to substantively address the grounds of appeal, thereby necessitating a review of the merits by the highest court.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal procedure remand for examination failure to address grounds costs allocation substantive review procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 3/2020
Supreme Court Case 25/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 992 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 992/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Η. Κ. Σ. & Σια Ε.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Η. Σ. του Κ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλούτογλου, που ανακάλεσε την από 28/4/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Η. Κ. Σ. & Σια Ε.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Η. Σ. του Κ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλούτογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 ανακοπή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4332/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 13/10/2017 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 3/11/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 13/10/2017 αιτήσεως, την απόρριψη της από 3/11/2017 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι Α) από 13-10-2017 (8231/780/6-11-2017) και Β) από 3-11-2017 (8228/779/6-11-2017) αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η 1487/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, που είχε ασκήσει η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα στη Α' αίτηση αναίρεσης -αναιρεσίβλητη στην Β' τοιαύτη κατά της 4332/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 26-7-2010 (140809/8213/28-7-2010) ανακοπή της κατά της αρνητικής δήλωσης, ως τρίτης, της καθ' ης η ανακοπή, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ήδη τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα στη Β' αίτηση αναίρεσης-αναιρεσίβλητη στη Α' τοιαύτη.

Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ως προς τους πρώτη και τρίτο των εφεσιβλήτων, ήτοι 1) την καθ' ης η ανακοπή, ήδη τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και 2) το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Εγγυήσεων Καταθέσεων και Επενδύσεων", δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων - καθ' ων οι πρόσθετοι λόγοι και ήδη αναιρεσείουσα στη Β' αίτηση αναίρεσης-αναιρεσίβλητη στην Α' τοιαύτη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", εξαφάνισε ως προς αυτήν την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή.

Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους και επειδή έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε και να την εγγράψει στο οικείο πινάκιο.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, που απολείπεται, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, εφόσον είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως, κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν μη νόμιμη κλήτευσή του, κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την 8582Δ'/16-10-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Γ. Σ., την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα της Α' αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων επικυρωμένο αντίγραφο του ως άνω δικογράφου, με πράξη καταθέσεώς του στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και την από 19-2-2019 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε ως δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η 27η-1-2020.

Κατά την ημερομηνία αυτή, η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (24-5-2021), κατά την οποία η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου, η συζήτηση, όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα.

Πλην όμως, στο δικόγραφο της υπό κρίση Α' αίτησης αναίρεσης δεν περιέχονται λόγοι, πλήττοντες την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς, η ως άνω αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτή (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) ως απαράδεκτη.

Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται, λόγω της ερημοδικίας της ως άνω αναιρεσίβλητης. Κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα).

Α) Επί της υπό κρίση από 13-10-2017 (8231/780/6-11-2017) αίτησης αναίρεσης:

Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς και να παρατίθενται αναλυτικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΟλΑΠ 28/1998, 32/1996, ΑΠ 901/2010).

Κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων, που καθορίζουν τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας, σε αντίθεση με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο ελέγχονται οι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αυτών, δηλαδή, που θεμελιώνουν την κριθείσα έννομη σχέση. (Ολ.ΑΠ 2/2001, 12/2000, ΑΠ 2001/2009).

Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει εντός οκτώ (8) ημερών από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και, σε καταφατική περίπτωση, να ενεργήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 988 του Κ.Πολ.Δ., διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

Αυτός, που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής, κατ' άρθρο 986 του Κ.Πολ.Δ. και να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσης του τρίτου, αμφισβητώντας τα πραγματικά περιστατικά, που τη συνιστούν καθώς και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεμένου ποσού ή την απόδοση του κατασχεμένου πράγματος, κατ' άρθρο 990 του Κ.Πολ.Δ.

Η ανακοπή, η οποία αποτελεί το αποκλειστικό ένδικο βοήθημα για την αμφισβήτηση της δηλώσεως του τρίτου ή της παραλείψεως δηλώσεως, πρέπει να περιέχει τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στην ανακρίβεια της δηλώσεως, που κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή, ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή, κατά το άρθρο 990 του Κ.Πολ.Δ., η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 του ίδιου Κώδικα, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, την απαίτηση, αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης, αλλιώς το δικόγραφο είναι αόριστο.

Εξάλλου, το μόνο ποσό, που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαιτήσεως, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό, για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου. Ως προς την υποχρέωση καταβολής τόκων, κρίσιμο είναι το θέμα αν η κατάσχεση αφορούσε και στους τόκους, οφειλόμενους ήδη ως αυτοτελής απαίτηση ή ως συγκατασχόμενη παρεπόμενη αξίωση.

Αν κατασχέθηκε και η αξίωση για τους τόκους, τότε, με την ευδοκίμηση της ανακοπής, η απαίτηση αυτή εκχωρείται στον κατασχόντα δανειστή, όπως και η κύρια απαίτηση. Αντίθετα, αν οι τόκοι επί της κύριας απαίτησης δεν υπήρξαν αντικείμενο της κατασχέσεως, τότε η άσκηση της ανακοπής δεν εξισούται με καταψηφιστική αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη, αφού η λειτουργία της είναι συνάρτηση της κατασχέσεως.

Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 3 εδαφ. β' του άρθρου 985 παρ. του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται η άσκηση αγωγής αποζημίωσης του κατασχόντος κατά του τρίτου, στην περίπτωση, κατά την οποία ο τελευταίος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, παρέλειψε την υποβολή της δηλώσεως περί του αν υφίσταται η απαίτηση που κατασχέθηκε ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση.

Πρόκειται για ένα ένδικο βοήθημα, το οποίο είναι ανεξάρτητο, ως προς το σκοπό και τα αποτελέσματά του, από την ανακοπή του άρθρου 986 κατά της δηλώσεως του τρίτου, ο οποίος ευθύνεται έναντι του κατασχόντος σε αποζημίωση. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε την αποζημίωση κάθε ζημίας, που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι, δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου, δηλαδή, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη, ως αιτίου, ζημιώθηκε ο κατασχών.

Δεν αποκλείεται, λοιπόν, αυτός να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι, συνεπεία της παράλειψης δηλώσεως ή της ανακριβούς τοιαύτης, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του ή ότι ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα κ.λ.π.

Η αγωγή αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 985 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν αποτελεί δίκη περί την εκτέλεση, καθόσον δι' αυτής δεν προσβάλλεται πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν αποτελεί υποκατάστατο της ανακοπής του άρθρου 986, δεν αποκλείεται, όμως, σώρευση στο ίδιο δικόγραφο αμφοτέρων των ως άνω ένδικων βοηθημάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14, ορθώς εκτιμώμενοι ως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, μη εφαρμόζοντας, παρά το νόμο, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 985 παρ. 3, 986 και 988 του Κ.Πολ.Δ., καίτοι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, απέρριψε το σχετικό κύριο λόγο καθώς και τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της, με τους οποίους έβαλε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που απέρριψε το αίτημα της τοκοδοσίας ως μη νόμιμο, επικυρώνοντας έτσι τη συγκεκριμένη διάταξη της εκκληθείσας απόφασης.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε το περί τοκοδοσίας αίτημα της ανακοπής, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι ο καθού η ανακοπή τρίτος από την επίδοση προς αυτόν του κατασχετηρίου έως την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος.

Πράγματι, το παρεπόμενο αίτημα για την καταβολή τόκων δεν είναι νόμιμο κατά της καθής η ανακοπή τρίτης, η οποία από την επιβολή της κατάσχεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής θεωρείται μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος (άρθρο 984 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)". Με βάση λοιπόν την παραδοχή αυτή, το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο κύριο και το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε τη σχετική διάταξη της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε το περί τοκοδοσίας αίτημα της ανακοπής της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο, για το λόγο ότι η καθ' ης ανακοπή, τρίτη, από της επιβολής της κατασχέσεως, κατέστη μεσεγγυούχος της απαιτήσεως της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας.

Έτσι, όπως αποφάνθηκε το Εφετείο, ορθώς μεν δέχθηκε ότι το ως άνω αίτημα είναι μη νόμιμο, με εσφαλμένη, όμως, αιτιολογία, καθόσον οι διατάξεις των άρθρων 984 παρ.3 και 988 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αφορούν στην περίπτωση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου, οπότε αυτός καθίσταται μεσεγγυούχος του κατασχεμένου πράγματος ή της κατασχεμένης απαίτησης, η οποία, όμως, δεν συντρέχει εν προκειμένω, ενώ, όφειλε να αποφανθεί ότι η μη νομιμότητα του αιτήματος αυτού ερείδεται στο ότι στην κατασχεθείσα απαίτηση δεν περιλαμβάνονται οι τόκοι, ως κύρια ή συγκατασχεθείσα παρεπόμενη αξίωση, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.

Μετά ταύτα, πρέπει, κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., να αντικατασταθεί η ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία με την ορθή, την οποία υιοθετεί η απόφαση αυτή και ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Με το δεύτερο λόγο της ίδιας αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αυτές αναιρετικές πλημμέλειες (559 αριθμ. 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ.), για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να συμψηφίσει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 185, 189 και 192 του Κ.Πολ.Δ., καίτοι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες, ορθώς, αφορούν στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον οι ανωτέρω διατάξεις είναι ουσιαστικού δικαίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, το Εφετείο, με το να αποφασίσει ότι πρέπει να συμψηφιστεί εν όλω η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, για το λόγο ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, έκρινε κυριαρχικά και η κρίση αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικά. (ΑΠ 99/2019, ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 121/2008).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση Α' αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 182, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

Β) Επί της υπό κρίση από 3-11-2017 (8228/779/6-11-2017) αίτηση αναιρέσεως:

Όπως προεκτίθεται, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων, που καθορίζουν τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας, σε αντίθεση με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο ελέγχονται οι παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αυτών, δηλαδή, που θεμελιώνουν την κριθείσα έννομη σχέση. Το έννομο συμφέρον, όμως, όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον, όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του διαδίκου, δηλαδή, συντρέχει ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου (Ολ.Α.Π. 25/2008).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, ακόμη και σε προφορικώς καταρτισθείσες συμβάσεις.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Οι ανωτέρω διατάξεις αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή, την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή, την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση του χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις, που είχαν προηγηθεί καθώς και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια, που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και, κατά τους κανόνες της οποίας, θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή και να εκληφθεί η δήλωση βούλησης από τον τρίτο. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν α) δεν εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς, ενώ, έπρεπε να τους εφαρμόσει.

Πρέπει δε να τους εφαρμόσει, αν διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αμφίβολη έννοια ή κενό στη δικαιοπραξία, β) εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς, ενώ δεν έπρεπε, διότι δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι σαφής και πλήρης και γ) διαπίστωσε ανελέγκτως, ρητώς ή σιωπηρώς, έστω και χωρίς ειδική αιτιολογία, ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολη έννοια στη δικαιοπραξία και προσέφυγε (ορθώς) στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, προέβη, όμως, σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εξάγει το στηριζόμενο στη βούληση του δηλούντος (αρθρ. 173 του ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως, επίσης, και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (αρθρ. 200 του ΑΚ) νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1718/2020, Α.Π. 205/2020).

Με τις διατάξεις των άρθρων 62 έως 63Ζ και 68 του ν. 3601/2007 (όπως αναμορφώθηκε με το ν. 4021/2011 "Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων"), με τον οποίο ενσωματώθηκαν στο ελληνικό δίκαιο οι Οδηγίες 2006/48/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα) και 2006/49/ΕΚ (σχετικά με την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και πιστωτικών ιδρυμάτων), καθορίζεται το πλαίσιο εποπτείας και ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων και θεσπίζονται μέτρα εξυγίανσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Στις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης, που μπορούν να ληφθούν, με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα αυτά, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι, μεταξύ άλλων:...

δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά και συγκεκριμένα με το άρθρο 63 Δ του ως άνω νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις, σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, που συστήνεται για το σκοπό αυτό, κατ' άρθρο 63Ε του ίδιου νόμου).

Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Κατά τα στην παρ. 1 οριζόμενα, με την απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) καθορίζονται τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία. Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών έννομων σχέσεων, δηλαδή, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (άρθρο 458 του Α.Κ.), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν στις προαναφερόμενες έννομες σχέσεις.

Η υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς τα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως, συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 του ν. 3601/2007).

Περαιτέρω, με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, κατ' άρθρο 63 Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά επέχει θέση ειδικού διαδόχου, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου αυτού, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων, που μεταφέρονται στο προς ο η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους.

Ωστόσο, το πιστωτικό ίδρυμα, που αποκτά, δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος, ως σύνολο, το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις, που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης.

Οι εκκρεμείς δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς ο η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους, επέρχεται, δηλαδή, ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ' αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (Α.Π. 507/2018, Α.Π. 2005/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "... Η Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4/27-07-2012 (ΦΕΚ 2209/27-07-2012 τεύχος Β') απόφασής της, έδωσε εντολή για τη μεταβίβαση, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, των περιουσιακών στοιχείων της ευρισκομένης υπό ειδική εκκαθάριση "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.".

Στην παράγραφο 1 του Παραρτήματος της ανωτέρω αποφάσεως, ορίσθηκαν τα εξής: "Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία 'Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.' (εφεξής η 'Πειραιώς') μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία 'Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.' (εφεξής η 'Αγροτική') με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η 'Πειραιώς' καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της 'Αγροτικής' (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2, υπό στοιχεία α' έως στ', που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως 'μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία'...

Περαιτέρω όμως, η υπό κρίση έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι παραδεκτώς στρέφονται κατά της δευτέρας των εφεσιβλήτων - καθών οι πρόσθετοι λόγοι ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", μη διαδίκου στην πρωτόδικη δίκη, καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά στοιχεία μεταβιβαζόμενα σ' αυτήν και αναφερόμενα στην παρ.1 του Παραρτήματος της αποφάσεως της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, ήτοι στο σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της υπό εκκαθάριση τελούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία 'Αγροτική Τράπεζας Α.Ε.' (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), ενώ, περαιτέρω, εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι η υπό κρίση διαφορά δεν περιλαμβάνεται στη μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, που προβλέπονται στην ως άνω απόφαση, με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί διάδοχος του υπό εκκαθάριση τελούντος νομικού προσώπου, ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις, που ρητά αναφέρονται στην απόφαση αυτή και, κατά συνέπεια, νομιμοποιείται παθητικά να συνεχίσει τη δίκη αυτή...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της δεύτερης εφεσίβλητης-καθής οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης και ήδη αναιρεσείουσας ισχυρισμό, τον οποίο αυτή προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της, προς αντίκρουση της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, που άσκησε η αναιρεσίβλητη.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς, σύμφωνα και με τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, αποφάνθηκε ότι η αναιρεσείουσα, στην οποία, δυνάμει της ανωτέρω απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος και των οικείων Παραρτημάτων αυτής, μεταβιβάστηκαν τα σ' αυτά περιουσιακά στοιχεία του αρχικού υπό εξυγίανση τελούντος πιστωτικού ιδρύματος ("Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος"), κατέστη ως προς αυτά και τις παρακολουθηματικές τούτων έννομες σχέσεις ειδική διάδοχός του, υποκαθιστώντας εκ του νόμου το τελευταίο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, με συνέπεια την, επίσης εκ του νόμου, μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενη, έτσι, στη δικονομική θέση του τελευταίου στις εκκρεμείς, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, δίκες, αλλά και στις μέλλουσες να ανοιγούν, εφόσον αφορούν στα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στον οικείο (δεύτερο) λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις οποίες προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεώς της (αναιρεσείουσας), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 225 του Κ.Πολ.Δ., που αφορούν στη δικονομική θέση του ειδικού διαδόχου του μεταβιβάσεως του επίδικου αντικειμένου, διαρκούσας της δίκης, τυγχάνουν αβάσιμες, απορριπτομένου, εντεύθεν και του σχετικού λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του 559 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με αυτήν από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, συνεπεία της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των όρων της …/…-7-2012 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος και των διαλαμβανομένων στο παράρτημα αυτής καθώς και των διατάξεων των άρθρων 416 και 440 του Α.Κ.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ψέγει την αναιρεσιβαλλομένη ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής αυτής νομιμοποίησης, την έφεση ως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, για το λόγο ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." καταρτίστηκε και ολοκληρώθηκε, με την καταβολή του τιμήματος, στις 19-7-2010, ενώ, η μεταβίβαση σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) των περιουσιακών στοιχείων της ως άνω υπό εξυγίανση και ήδη υπό εκκαθάριση τελούσας τραπεζικής εταιρείας ("Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.") έλαβε χώρα στις 27-7-2012, σε χρόνο, δηλαδή, κατά τον οποίο είχε παύσει η έννομη σχέση, που δημιουργήθηκε με την ως άνω σύμβαση αγοραπωλησίας.

Οι αιτιάσεις αυτές, οι οποίες, αληθώς, ιδρύουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά στην προαναφερόμενη σύμβαση αγοράς μετοχών, αλλά στην ανοιγείσα δίκη, με αφορμή την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα από 26-7-2010 (140809/8213/28-7-2010) ανακοπή κατά της αρχικής διαδίκου (καθ' ης η ανακοπή) τραπεζικής εταιρείας ("Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε."), ως τρίτης, διώκουσα την ακύρωση της από 14-7-2010 αρνητικής δηλώσεώς της, την οποία υποκατέστησε εκ του νόμου, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 § 1 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά και χρηματική απαίτηση του καθ` ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Η μη εξάρτηση της χρηματικής απαίτησης από αντιπαροχή, η οποία αποτελεί όρο του επιτρεπτού της κατάσχεσης απαιτήσεως του οφειλέτη στα χέρια τρίτου, έχει την έννοια ότι πρόκειται για απαίτηση, η οποία δεν θα μπορούσε στη διαγνωστική δίκη να αντικρουστεί με την ένσταση του άρθρου 374 του Α.Κ.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και α) απαιτήσεις από συνεστημένη ήδη σύμβαση, τα αποτελέσματα της οποίας εξαρτώνται από ορισμένη αναβλητική αίρεση, δηλαδή γεγονός μέλλον και αβέβαιο, το οποίο τέθηκε ως όρος από το δικαιοπρακτούντα ή τους δικαιοπρακτούντες ή από προθεσμία, δηλαδή γεγονός μελλοντικό, αλλά βέβαιο.

Υπόκεινται σε τέτοια κατάσχεση και απαιτήσεις, που εξαρτώνται από την πλήρωση καταχρηστικής αίρεσης δικαίου (conditio juris), δηλαδή, στοιχείου εκ της συμβάσεως υπαγορευόμενου και από το νόμο απαιτούμενου, που είναι απαραίτητο για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας και β) μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι σε αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις υπάρχει, κατά το χρόνο της κατασχέσεως, η βασική έννομη σχέση από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η υπό αίρεση ή μελλοντική απαίτηση.

Αντίθετα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιβολή τέτοιας κατασχέσεως στην περίπτωση μη υφιστάμενων, κατά τον κρίσιμο χρόνο (της επιβολής της κατασχέσεως), έννομων σχέσεων, ακόμη και αυτών, των οποίων επίκειται και δη στο άμεσο μέλλον, η σύναψή τους. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ` είδος και οφειλέτη, όχι, δε, απαραιτήτως και κατά ποσό.

Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται, όπως ορίζει το άρθρο 983 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, εγγράφου, το οποίο μάλιστα στον καθ` ου η εκτέλεση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες, αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς, η κατάσχεση είναι άκυρη.

Κατά το άρθρο 985, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας, συνάμα, ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, σε περίπτωση, δε, καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει, ακολούθως, να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

Στην περίπτωση, κατά την οποία αντικείμενο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου είναι υπό αίρεση ή μέλλουσα απαίτηση, οπότε ο τρίτος, συνήθως, βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει ο,τιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από τη δικαιογόνο αιτία της οφειλής.

Με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 3 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3604/2007, καθιερώνονται περιορισμοί στη μεταβίβαση των μετοχών, οι οποίοι δεν έρχονται σε αντίθεση με τα οργανωτικά χαρακτηριστικά της ανώνυμης εταιρείας, αλλά, αντίθετα, αποτελούν μέσο εξυπηρέτησης του εταιρικού συμφέροντος.

Το γενικό μετοχικό δικαίωμα προτίμησης ανήκει σε όλους τους μετόχους, κατά αναλογία της συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο. Είναι ένα μικτό μετοχικό δικαίωμα, με στοιχεία περιουσιακών και διοικητικών δικαιωμάτων, το οποίο συνιστά εξουσία, που απορρέει από τη γενική δικαιοπρακτική ελευθερία του προσώπου.

Το δικαίωμα αυτό παρέχει την εξουσία στο μέτοχο να συμμετέχει στην αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας ή στην αγορά μετοχών αποχωρούντων εταίρων, προκειμένου να διατηρήσει τη δυναμική του θέση σε αυτή και να αποτρέψει κινήσεις που θα συρρίκνωναν την αξία της επένδυσής του. Η μεταβίβαση, κατά παράβαση της καταστατικά προβλεπόμενης διαδικασίας, συνεπάγεται την ακυρότητα της μεταβίβασης, την οποία μπορεί να επικαλεστεί η εταιρεία και οι λοιποί εταίροι αυτής, προς το συμφέρον των οποίων αποσκοπεί ο καταστατικός περιορισμός της μεταβίβασης των μετοχών.

Υπό το πρίσμα αυτό, το δικαίωμα προτίμησης υπάγεται στη διευρυμένη έννοια της συνταγματικά προστατευόμενης ιδιοκτησίας, η οποία περιλαμβάνει και τη μετοχική ιδιοκτησία. Επομένως, ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός του δικαιώματος προτίμησης συνιστά προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας του μετόχου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 του Συντάγματος, δεδομένου ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα ισχύουν τόσο στις σχέσεις του ιδιώτη με τα όργανα του κράτους όσον και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών.

Με την διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. που ορίζει ότι, για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Η σύμβαση καταρτίζεται με την ομόφωνη βούληση δύο ή περισσοτέρων, οι οποίοι παρίστανται υπό αντίστοιχα συμφέροντα. Η σύμβαση, δηλαδή, καταρτίζεται, όταν συμπίπτουν οι δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Στοιχεία της σύμβασης είναι η πρόταση και η αποδοχή, όπως εκτίθεται στις διατάξεις των άρθρων 185-191 του Α.Κ., με τις οποίες καλύπτονται όλα τα σημεία της σύμβασης.

Η πρόταση (ή προσφορά) του ενός μέρους προς το άλλο να συνάψουν σύμβαση είναι δήλωση βουλήσεως, απευθυντέα και, συνεπώς, παράγει ενέργεια, αφότου περιέλθει στο πρόσωπο, προς το οποίο απευθύνεται. Στην πρόταση εφαρμόζονται τα άρθρα 185-188 του Α.Κ. και συμπληρωματικά τα άρθρα 167 και 168 του ίδιου Κώδικα. Η πρόταση προηγείται της αποδοχής, έστω και κατ' ελάχιστο χρόνο.

Η αποδοχή είναι μονομερής, επίσης, απευθυντέα δήλωση του λήπτη της πρότασης, με την οποία εκφράζει τη βούλησή του για τη σύναψη της σύμβασης και πρέπει να περιέλθει εγκαίρως στον προτείνοντα, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε ή συγχρόνως με άλλον τρόπο, γραπτώς ή προφορικώς ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή, που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμείνει αυτός που πρότεινε.

Παρά ταύτα, στον κανόνα αυτό υπάρχουν τρεις εξαιρέσεις α) όταν ο προτείνων απάλλαξε το λήπτη από την ανακοίνωση της περί αποδοχής δήλωσής του. Ο προτείνων μπορεί, με την πρότασή του, να παραιτηθεί από την ανακοίνωση σ' αυτόν της αποδοχής ή να ορίσει ειδικό τρόπο ανακοίνωσης, β) όταν από τα συναλλακτικά ήθη ή τις ειδικές περιστάσεις δεν πρέπει να αναμένεται ανακοίνωση της αποδοχής της πρότασης και γ) όταν η σύμβαση, κατά το νόμο ή κατά τη συμφωνία των μερών, καταρτίζεται συμβολαιογραφικώς, η δε πρόταση και η αποδοχή γίνονται με διαφορετικά έγγραφα.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα -ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Η. Κ. Σ. & Σία Ε.Ε." έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις εις βάρος της ανωνύμου τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΤΤΙ-ΚΑΤ ΑΤΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.", συνολικού ύψους τετρακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ και τριάντα ενός λεπτών (416.110,31), που απορρέει από ...

διαταγές πληρωμής. Ακολούθως, η ανακόπτουσα, προς ικανοποίηση της χρηματικής απαιτήσεώς της κατά της ως άνω οφειλέτιδός της..., με το από 05-07-2010 κατασχετήριο έγγραφο, στον οποίο αναφέρονται αναλυτικά οι απαιτήσεις αυτές και επισυνάπτονται οι εκδοθείσες ως άνω διαταγές πληρωμής, το οποίο επέδωσε στην ήδη υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Bank", στις 06-07-2010..., κατέσχε εις χείρας της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, ως τρίτης, χρηματική απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτιδός της, η οποία (απαίτηση) αποτελούσε το τίμημα της πώλησης εκ μέρους της τελευταίας ("ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.") μετοχών της προς την εν λόγω τραπεζική εταιρεία, κατόπιν αποδοχής της σχετικής πρότασης για την αγορά τους, δυνάμει της από 18-06-2010 δημόσιας δεσμευτικής προσφοράς της.

Επισημαίνεται ότι το ως άνω κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε, εντός της νόμιμης, κατ' άρθρο 983 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προθεσμίας και στην εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε."... Στη συνέχεια, μετά την ανωτέρω επιβληθείσα κατάσχεση, η ως άνω τραπεζική εταιρεία υπέβαλε, ως όφειλε, κατ' άρθρο 985 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, εντός της νόμιμης οκταήμερης προθεσμίας, από την επίδοση σε αυτή του κατασχετηρίου εγγράφου, δήλωση ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών και γι' αυτό το λόγο συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 17510/14-07-2010 έκθεση...

με την οποία αρνήθηκε την ύπαρξη της άνω κατασχεθείσας εις χείρας της, ως τρίτης, χρηματικής απαίτησης της ανακόπτουσας, κατά τα αναφερόμενα στη δήλωση αυτή περιστατικά. Ειδικότερα, το περιεχόμενο αυτής έχει, κατ' ακριβή μεταφορά, ως ακολούθως: "... Το ως άνω κατασχετήριο αφενός δεν αναφέρεται σε κάποια απαίτηση της οφειλέτριας εταιρείας και αφετέρου αναφέρεται σε δημόσια δεσμευτική προσφορά αγοράς μετοχών της "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που δεν αφορούν την υποβληθείσα από εμάς προσφορά.

Σε κάθε περίπτωση δηλώνουμε τα εξής: Η ΑΤΕbank υπέβαλε στην εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." την από 18-06-2010 προσφορά της, με την οποία της πρότεινε να αγοράσει τις κάτωθι μετοχές κυριότητας της "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.". Ειδικότερα, με την ως άνω προσφορά της, η ΑΤΕbank πρότεινε στην "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." να αγοράσει αφενός 233.817 μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε.", έναντι τιμήματος 103 εκ.

ευρώ και αφετέρου 211.614 μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε.", έναντι τιμήματος 10 εκ. ευρώ. Η "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." κοινοποίησε αυθημερόν την ως άνω πρόταση της ΑΤΕbank στους λοιπούς μετόχους των εταιρειών των εταιρειών "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." καθώς και στα διοικητικά συμβούλια αυτών, προκειμένου να δηλώσουν εάν επιθυμούν να ασκήσουν εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα προτίμησης που έχουν με βάση τα καταστατικά των άνω εταιρειών και τις σχετικές συμφωνίες μετόχων.

Με τις από 08-07-2010 επιστολές τους, οι εταιρείες "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." γνωστοποίησαν στην "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." ότι οι λοιποί μέτοχοι δεν προτίθενται να ασκήσουν εν όλω ή εν μέρει το ως άνω δικαίωμα προτίμησης. Μέχρι σήμερα δεν έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις μεταβίβασης των μετοχών των εταιρειών "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." μεταξύ της ΑΤΕbank και της καθής η κατάσχεση "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." και ως εκ τούτου δεν υφίσταται μεταξύ μας καμία έννομη σχέση, εκ της οποίας να πηγάζει απαίτηση δεκτική κατάσχεσης...".

Πράγματι, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η καθής η ανακοπή Τράπεζα υπέβαλε στην ανώνυμη τεχνική εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." την από 18-06-2010 έγγραφη δεσμευτική πρόταση για την αγορά των μετοχών "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." (ιδιοκτησίας της "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.")..., έναντι συνολικού τιμήματος 103.000.000 ευρώ, με προθεσμία αποδοχής και ολοκλήρωσης της προτεινόμενης μεταβίβασης την 23-8-2010.

Η ανωτέρω προσφορά αναλυόταν ως εξής: α) 103.000.000 ευρώ για την αγορά 233.817 μετοχών της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και 10.000.000 ευρώ, για την αγορά 211.614 μετοχών της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε.", συνοδευόμενη από τις υπ' αριθμ. …/…-…/…-06-2010 και …./…-…/…-06-2010 εγγυητικές επιστολές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 10.300.000 ευρώ και 1.000.000 ευρώ, αντίστοιχα.

Η ως άνω ανώνυμη τεχνική εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." απέστειλε αυθημερόν τόσο στις εταιρείες "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." όσο και στους μετόχους τους ("ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", "Ι & Ρ ΑΒΑΞ Α.Ε." και "ΕΘΕΛ Α.Ε.") τις από 18-06-2010 έγγραφες γνωστοποιήσεις για την υποβολή εκ μέρους της ως άνω τραπεζικής εταιρείας της από 18-06-2010 δεσμευτικής προσφοράς της για την αγορά της συμμετοχής της, προκειμένου να δηλώσουν εάν επιθυμούν να ασκήσουν εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα προτίμησης, που είχαν με βάση τα καταστατικά τους και τις σχετικές συμφωνίες των μετόχων.

Ειδικότερα, το περιεχόμενο των ως άνω γνωστοποιήσεων έχει ως ακολούθως: "... Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.... υπέβαλε στην εταιρεία μας την από 18-06-2010 δεσμευτική προσφορά της (με τις συνημμένες και αναφερόμενες σε αυτήν δύο Ε/Ε), με την οποία προτείνει να αγοράσει τη συμμετοχή μας στις εταιρείες ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε.

και ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε. (233.817 και 211.614 μετοχές, αντίστοιχα) έναντι συνολικού τιμήματος 113 εκ. ευρώ... Η εταιρεία μας προτίθεται να αποδεχθεί την ως άνω πρόταση. Την ως άνω προσφορά-πρόταση θα κοινοποιήσουμε αμελλητί στους μετόχους των άνω εταιρειών για την τυχόν εκ μέρους τους άσκηση του δικαιώματος προτίμησης που έχουν...

Επίσης, παρακαλούμε όπως μας γνωστοποιείτε αμελλητί κάθε έγγραφο ή/και πληροφορία, σε σχέση με την προαναφερθείσα πρόταση και την εν γένει διαδικασία πώλησης των μετοχών της εταιρείας σας κυριότητάς μας, μέχρι την τελική ολοκλήρωση αυτής...". Με τις από 08-07-2010, ομοίου περιεχομένου, επιστολές τους οι ως άνω εταιρείες "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." γνωστοποίησαν εγγράφως στην εν λόγω εταιρεία ότι με χωριστές επιστολές που απέστειλαν οι λοιποί μέτοχοι ("ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", "Ι & Ρ ΑΒΑΞ Α.Ε." και "ΕΤΕΘ Α.Ε.") δήλωσαν ότι δεν προτίθενται να ασκήσουν εν όλω ή εν μέρει τα ανήκοντα σ' αυτούς δικαιώματα προτίμησης επί των προαναφερομένων σε αυτούς από την "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." 233.817 κοινών ονομαστικών μετά ψήφου μετοχών, εκδόσεως της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και 211.614 μετοχών, εκδόσεως της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε.", κυριότητας της "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε."...

Περαιτέρω, προέκυψε ότι, στις 19-07-2010 μετά την άρνηση των μετόχων των ως άνω εταιρειών να ασκήσουν το δικαίωμα προτίμησης και αφού προηγουμένως τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται στα καταστατικά των ανωτέρω εταιρειών, για τη μεταβίβαση των μετοχών αλλά και την υποβολή δήλωσης φόρου μεταβίβασης μετοχών, που έλαβε χώρα την 16-07-2010...

η εταιρεία... "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." πώλησε και μεταβίβασε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8β του Ν. 2190/1920, στην καθής η ανακοπή Τράπεζα 233.817 κοινές, ονομαστικές, μετά ψήφου μετοχές της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε.", έναντι τιμήματος 103.000.000 ευρώ και 211.614 κοινές, ονομαστικές μετά ψήφου μετοχές της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." έναντι τιμήματος 10.000.000 ευρώ και συντάχθηκαν αντίστοιχα οι υπ' αριθμ. 3370 και 3371/19-7-2010 Πράξεις Μεταβίβασης Μετοχών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Κων.

Δημητρακάκη (όπως η πρώτη εξ αυτών διορθώθηκε...), του συνολικού τιμήματος πωλήσεως των μετοχών καταβληθέντος, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις και δη αφενός με συμψηφισμό των οφειλών της πωλήτριας εταιρείας προς την αγοράστρια Τράπεζα και αφετέρου με καταβολή μετρητών.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω πραγματικών περιστατικών... αποδείχθηκε ότι, μεταξύ της υπό εκκαθάριση τελούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", διάδοχος της οποίας... είναι η ήδη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και της οφειλέτιδας της εκκαλούσας-ανακόπτουσας εταιρείας "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." συνήφθη στις 18-06-2010 σύμβαση αγοραπωλησίας, η οποία τελούσε υπό αναβλητική αίρεση (άρθρο 201 Α.Κ.) της μη ασκήσεως του δικαιώματος προτίμησης από τους μετόχους των ως άνω εταιρειών, δικαίωμα το οποίο αυτοί στις 08-07-2010 δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν και, ως εκ τούτου,...

με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης κατέστη οριστικά ενεργός η υποσχετική δικαιοπραξία (πώληση), σε εκτέλεση της οποίας μεταβιβάστηκε η κυριότητα των μετοχών από την πωλήτριας στην αγοράστρια εταιρεία, ως εκποιητική - διαθετική δικαιοπραξία και επήλθαν τα έννομα αποτελέσματά της. Ειδικότερα, η πρόταση εξαγοράς των μετοχών από την ως άνω τραπεζική εταιρεία, διασφαλισμένη μάλιστα με εγγυητικές τραπεζικές επιστολές, έγινε αποδεκτή από την οφειλέτιδα της ανακόπτουσας, ήδη από την 18-06-2010, καθώς...

την ίδια ημέρα, η τελευταία απέστειλε στις εταιρείες "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε." και "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε." όσο και στους μετόχους τους ("ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", "Ι & Ρ ΑΒΑΞ Α.Ε.", "ΕΤΕΘ Α.Ε.") έγγραφες γνωστοποιήσεις για την υποβολή της εκ μέρους της ως άνω τραπεζικής εταιρείας δεσμευτικής προσφοράς για την αγορά της συμμετοχής της, προκειμένου αυτοί να δηλώσουν εάν επιθυμούν να ασκήσουν εν όλω ή εν μέρει το δικαίωμα προτίμησης, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι προτίθεται να αποδεχθεί την ως άνω πρόταση δήλωση, στην οποία δεν υπήρχε λόγος να προβεί και μάλιστα αν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είχαν προηγουμένως συμφωνήσει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης.

Έτσι, η αναφορά της αυτή υποδηλώνει ότι είχε ήδη αποδεχθεί την πρόταση της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, που αφορούσε την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών, την οποία εξήρτησε από την παραπάνω αναφερόμενη αναβλητική αίρεση, έστω και αν δεν είχαν ακόμη υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις μεταβίβασης. Στο εν λόγω ερμηνευτικό πόρισμα, ότι δηλαδή τα μέρη είχαν δεσμευθεί να συνάψουν την οριστική (ενοχική και εκποιητική) σύμβαση εξαγοράς των μετοχών αυτών, έναντι καθορισμένου τιμήματος, την ολοκλήρωση της οποίας (συναλλαγής) συνέδεσαν με την προηγούμενη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως..., λαμβανομένου υπόψη και του ότι για τόσο σημαντική επιχειρηματική κίνηση, ασφαλώς και θα είχε προηγηθεί ουσιαστικό στάδιο διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η συνομολογηθείσα στις 18-06-2010 μεταξύ του σύμβαση πώλησης τελούσε, υπό την αναβλητική αίρεση της μη ασκήσεως του δικαιώματος προτίμησης εκ μέρους των μετόχων των άνω εταιρειών, επιρρωνύεται και από το περιεχόμενο της από 14-06-2010 αρνητικής δήλωσης της καθής η εκτέλεση ως άνω τραπεζικής εταιρείας, καθόσον αυτή...

υπολαμβάνει ότι για την κατάρτιση της πώλησης και εντεύθεν για την ύπαρξη έννομης σχέσης θα έπρεπε η σχετική σύμβαση να υποβληθεί σε συστατικό τύπο... Ωστόσο... η εν λόγω σύμβαση δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο, αφού ο καθιερωθείς, για φορολογικούς λόγους, τύπος για τη μεταβίβαση των μετοχών μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο (ήτοι με σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου ή ιδιωτικού τέτοιου θεωρημένου από τον Προϊστάμενο της οικείας ΔΟΥ), είναι αποδεικτικό και όχι συστατικός και η θεσπιζόμενη ακυρότητα της μεταβίβασης, σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτού, ισχύει μόνο έναντι των φορολογικών αρχών και όχι στις μεταξύ των μερών σχέσεις...

Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη στις 16-07-2010, δηλαδή, πριν από την υπογραφή των προαναφερομένων Πράξης Μεταβίβασης Μετοχών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Κων. Δημητρακάκη είχε καταβληθεί από την αγοράστρια τραπεζική εταιρεία μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, ποσού 5.650.000 ευρώ, προκειμένου να πληρωθεί ο αναλογούν φόρος μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε.", ύψος 5.150.000 ευρώ...

και ο αναλογούν φόρος μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΑ ΔΙΟΔΙΑ Α.Ε.", ύψους 500.000 ευρώ... συνεπώς... αποδεικνύεται ότι κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, η δήλωση αυτή της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, ως τρίτης, ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών ήταν ανακριβής, ως προς την κατάρτιση της επίμαχης οριστικής (υποσχετικής και εκποιητικής) υπό αναβλητική αίρεση τελούσας σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών της "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.", η οποία πληρώθηκε στις 08-07-2010, μετά την άρνηση των μετόχων των ως άνω εταιρειών να ασκήσουν το δικαίωμα προτιμήσεως, σε κάθε δε περίπτωση, η ανακρίβεια της δηλώσεώς της αυτής συνίσταται στο ότι, ενόψει του ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, επρόκειτο περί κατασχέσεως μέλλουσας ή υπό αίρεση απαιτήσεως, παρέλειψε να δηλώσει, ως όφειλε, ότι θα παρακρατήσει ό,τι στο μέλλον θέλει προκύψει υπέρ της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο έγγραφο βασική έννομη σχέση, προκειμένου να το αποδώσει στην ανακόπτουσα - εκκαλούσα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία τον πρώτο κύριο λόγο της έφεσης της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως και τους πρώτο και τρίτο των πρόσθετων λόγων αυτής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή και αναγνώρισε αφενός μεν την ακυρότητα της …/…-7-2010 δήλωσης της ήδη υπό εκκαθάριση τελούσας τραπεζικής εταιρείας "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, αφετέρου δε την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη την κατασχεμένη απαίτηση, ήτοι το ποσό των 496.110,31 ευρώ.

Από τα ανωτέρω αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι, στις 18-6-2010, η τραπεζική εταιρεία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." προέβη σε δημόσια δεσμευτική προσφορά προς την ανώνυμη εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." για αγορά μετοχών, συνολικού τιμήματος 103.000.000 ευρώ, με προθεσμία αποδοχής μέχρι τις 23-8-2010.

Ότι, αυθημερόν, η εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ" κοινοποίησε την ως άνω πρόταση στους μετόχους της, προκειμένου να δηλώσουν τυχόν πρόθεσή τους να ασκήσουν το δικαίωμα προτίμησης αγοράς των μετοχών αυτών. Ότι, στις 8-7-2010, οι τελευταίοι απάντησαν αρνητικά και, εντέλει, στις 19-7-2010, η εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." πώλησε και μεταβίβασε στην ανωτέρω τραπεζική εταιρεία τις μετοχές, αφού, εν τω μεταξύ, στις 16-7-2010 είχαν υποβληθεί οι σχετικές δηλώσεις φόρου μεταβίβασης μετοχών στην οικεία Δ.Ο.Υ.

και είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι, συνετάγησαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις και καταβλήθηκε το συμφωνηθέν τίμημα, με τον τρόπο, που προβλεπόταν σ' αυτές. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο έκρινε, ανελέγκτως, ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των ως άνω συμβληθέντων μερών έχρησαν ερμηνείας και διασαφήσεως ως προς το χρόνο υποβολής τους, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

και αποφάνθηκε ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας των μετοχών συνήφθη στις 18-6-2010, τελούσα υπό την αναβλητική αίρεση της μη ασκήσεως του δικαιώματος προτίμησης αγοράς των μετοχών εκ μέρους των εταίρων της πωλήτριας εταιρείας καθώς και ότι η σύμβαση αυτή κατέστη, τελικά, ενεργός στις 8-7-2010, όταν αυτοί δήλωσαν ότι δεν επρόκειτο να ασκήσουν το δικαίωμα αυτό.

Με τα δεδομένα αυτά, αποφάνθηκε ότι η …/…-7-2010 δήλωση της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, ως τρίτης, ενώπιον της γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήταν ανακριβής, καθόσον, κατά το χρόνο της επιβολής της σε βάρος της κατασχέσεως εκ μέρους της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (5-7-2010), υφίστατο ενεργής έννομη σχέση, τελούσα υπό αναβλητική αίρεση, ενώ, επιπροσθέτως, δεν δήλωσε, όπως όφειλε, ότι θα παρακρατήσει ό,τι στο μέλλον ήθελε προκύψει υπέρ της οφειλέτιδας της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο έννομη σχέση.

Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο τόσο με την αληθή βούληση των μερών όσον και με τους κρατούντες σε τέτοιου είδους συναλλαγές τρόπους ενέργειας των συναλλασσομένων.

Και τούτο διότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στις 18-6-2010, η ανωτέρω τραπεζική εταιρεία υπέβαλε, απλώς, πρόταση στην εταιρεία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε." για αγορά μετοχών της τελευταίας, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία (18-6-2010), η τελευταία εκδήλωσε τη βούλησή της περί αποδοχής της πρότασης αυτής και η αποδοχή περιήλθε σε γνώση της προτείνουσας, ώστε να θεωρηθεί ως καταρτισμένη η σχετική υποσχετική σύμβαση αγοραπωλησίας των μετοχών.

Αντίθετα, προέκυψε ότι, στις 18-6-2010, η τελευταία ("ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.") κάλεσε, εγγράφως, όπως όφειλε εκ του νόμου και του καταστατικού, τους μετόχους της να ασκήσουν, εάν επιθυμούσαν, το δικαίωμα προτίμησης αγοράς των μετοχών αυτών. Το ότι στο σχετικό έγγραφό της δήλωσε προς τους μετόχους της ότι προτίθεται να αποδεχθεί την πρόταση της τράπεζας, ως συμφέρουσα επιχειρηματικά, καταδεικνύει, ακριβώς, ότι ουδεμία σύμβαση είχε μέχρι τότε καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της ως άνω τραπεζικής εταιρείας, με δεδομένο ότι το έγγραφο αυτό δεν απευθυνόταν στην τράπεζα ούτε είχε κοινοποιηθεί σ' αυτήν.

Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη επιχειρηματική κίνηση, οπωσδήποτε, απαιτούσε ρητές δηλώσεις των μελλόντων να συμβληθούν μερών, λόγω της φύσεως της συμβάσεως και του ύψους του τιμήματος, προϋπόθεση, άλλωστε, απαραίτητη, με δεδομένη την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος επί της ως άνω τράπεζας για την ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Συνεπώς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο όλως εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της επίμαχης κατασχέσεως σε βάρος της ήδη τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ("Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε."), στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, ήτοι, στις 6-7-2010, υφίστατο ενεργής έννομη σχέση, τελούσα υπό την αίρεση, αληθώς, καταχρηστική τοιαύτη, της μη ασκήσεως του δικαιώματος προτίμησης εκ μέρους των μετόχων της "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.".

Αντίθετα, τέτοια έννομη σχέση δεν υφίστατο, κατά το χρόνο αυτό, το δε γεγονός ότι η κατάρτισή της παρίστατο σφόδρα πιθανή δεν ασκεί έννομη επιρροή. Συνακόλουθα, η υπό της αναιρεσίβλητης επιβληθείσα στα χέρια της ως άνω τράπεζας, ως τρίτης, κατάσχεση της απαίτησης της οφειλέτιδας της κατασχούσας (αναιρεσίβλητης) εκ του τιμήματος πωλήσεως των μετοχών, δυνάμει του από 5-7-2010 κατασχετηρίου εγγράφου, δεν ήταν νόμιμη, κατ' άρθρο 982 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι δεν υφίστατο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τέτοια απαίτηση, έστω υπό αίρεση (γνήσια ή καταχρηστική) και, εντεύθεν, η …/…-7-2010 αρνητική δήλωση της ως άνω τραπεζικής εταιρείας είναι ειλικρινής.

Εξάλλου, από την επισκόπηση του περιεχομένου αυτού τούτου του από 5-7-2010 κατασχετηρίου εγγράφου προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της "Αγροτικής Τράπεζας", ως τρίτης, εκ του γεγονότος και μόνον ότι αυτή είχε προβεί σε δημόσια δεσμευτική προσφορά αγοράς μετοχών της οφειλέτιδάς της, εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ Α.Τ.Ε.", χωρίς να γίνεται μνεία ότι, κατά το χρόνο επιβολής της κατασχέσεως, είχε καταρτιστεί η σχετική σύμβαση, ως γενεσιουργός αιτία της κατασχεμένης απαίτησης.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ανειλικρίνειας της από 14-7-2010 δήλωσης της ήδη υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας τραπεζικής εταιρείας "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εσφαλμένα δέχθηκε τους αντίστοιχους κύριο και πρόσθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή της.

Το Εφετείο, συνεπώς, παραβίασε, ευθέως τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. και συνακόλουθα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, που πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους, που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο ή ομοειδές προς εκείνο που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...".

Εάν, επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεση, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική επ' αυτής απόφαση. (Ολ.ΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 25/2001).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην υπό κρίση περίπτωση, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, έπρεπε να έχουν απορριφθεί κατ' ουσία και ο πρώτος κύριος λόγος της από 4-10-2013 (6054/23-10-2013) εφέσεως καθώς και οι πρώτος και τρίτος των πρόσθετων λόγων, όπως διατυπώθηκαν στο από 26-5-2015 (322/29-6-2015) δικόγραφο, που ασκήθηκαν από την αναιρεσίβλητη κατά της 4332/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η τελεσίδικη 1487/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το παραπάνω κεφάλαιο αυτής, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και, στη συνέχεια, να απορριφθούν κατ' ουσία στο σύνολό τους τόσον η από 4-10-2013 (6054/23-10-2013) έφεση όσον οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που περιέχονται στο από 26-5-2015 (322/29-6-2015) δικόγραφο, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του δεύτερου και του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα, 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της, όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αυτής κατατεθέντος για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης παραβόλου, κατ' άρθρο 495 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 13-10-2017 (8231/780/6-11-2017) αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Κ. Σ. & Σία Ε.Ε." και β) την από 3-11-2017 (8228/779/6-11-2017) αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της 1487/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-10-2017 (8231/780/6-11-2017) αίτηση αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την από 3-11-2017 (8228/779/6-11-2017) αίτηση αναιρέσεως.

ΑΝΑΙΡΕΙ τη 1487/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της 4-10-2013 (6054/23-10-2013) εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, που περιέχονται στο από 26-5-2015 (322/29-6-2015) δικόγραφο κατά της 4332/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη (εκκαλούσα-ασκούσα τους πρόσθετους λόγους της έφεσης) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (εφεσίβλητης), τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 01η Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ