Supreme Court dismisses appeal on appealability and statute of limitations grounds regarding creditor's right of revocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to revoke the final judgment of the Court of Appeal in Kerkyra. The appellants argued that the lower court erred in accepting the debtor's sale of property as fraudulent and failed to apply the statute of limitations for interest claims. The court rejected these arguments, ruling that the lower court's factual findings on the debtor's intent were not subject to appellate review and that the statute of limitations was not properly invoked. Consequently, the appeal was found inadmissible and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 939 of the Civil Code; Article 250 of the Civil Code: The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate factual findings regarding the debtor's intent to defraud creditors, while the statute of limitations must be raised as a specific plea under Article 277 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 992 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Σ., 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Λυμπεροπούλου και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουμπάρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2011 αγωγή του? ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1519/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2017 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 10-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 64/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 1519/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε απορρίψει την από 22-3-2011 αγωγή του τελευταίου περί διάρρηξης των αναφερομένων δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, έκανε δεκτή την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και απήγγειλε τη διάρρηξη των αναφερομένων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών για συγκεκριμένα ακίνητα. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει: α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) επίκληση πρόθεσης βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσης της εν λόγω πρόθεσης από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003, Ολ ΑΠ 15/2012, ΑΠ 661/2015).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 114/2018, ΑΠ 339/2017).
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 291/2018, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 935/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 22-3-2011 αγωγή του ισχυρίστηκε, αναφορικά με τα πιο κάτω κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα, ότι "η συνολική αξία των ως άνω ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών-1/2 εξ αδιαιρέτου) ανέρχεται στο ποσό των 165.000 ευρώ, ήτοι έξι διαμερίσματα αξίας 20.000 ευρώ έκαστο και τρεις αποθήκες προς 5.000 ευρώ εκάστη...ότι ο ανωτέρω είκοσι πέντε ημέρες προ του θανάτου του και ενώ γνώριζε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν κρίσιμη προς αποφυγήν της πληρωμής των χρεών εκ μέρους των κληρονόμων του μεταβίβασε ολόκληρη την περιουσία του λόγω γονικής παροχής προς τα δύο ανήλικα τέκνα του (εναγομένους)...με τα υπ' αριθ. ...86 και ...87/7-5-2006 συμβόλαια γονικής παροχής...και ναι μεν με τα άνω συμβόλαια μεταβίβαζε προς τα τέκνα του μόνον την ψιλή κυριότητα, τούτο όμως ήταν προσχηματικό, ώστε να φαίνεται ότι δήθεν μεταβιβάζει ολόκληρη την περιουσία του, και ότι ο μεταβιβάζων παρακρατεί την επικαρπία, η οποία άλλωστε διήρκεσε μόλις είκοσι τέσσερες ημέρες.
Έτσι, ο οφειλέτης μου απέμεινε χωρίς καθόλου περιουσία και οι κληρονόμοι του ουδέν απολύτως εκληρονόμησαν, ώστε να μπορέσω να ασκήσω κατ' αυτών τα δικαιώματά μου, ως καθολικών διαδόχων...η προσχηματικά παρακρατηθείσα επικαρπία ήταν πρακτικά και ουσιαστικά με μηδενικό αντίκρυσμα". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1519/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που έκανε δεκτή την ένσταση των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ακολούθως δε, μετά την άσκηση έφεσης από τον αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή αυτήν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας την ένσταση των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής που παραδεκτά είχαν προτείνει και στο Εφετείο.
Ειδικότερα δε η τελευταία απόφαση δέχθηκε ότι "η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται χωριστά η αξία της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας εκάστου των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, καθόσον, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η επικαρπία, λόγω θανάτου του επικαρπωτή, είχε ενωθεί με την ψιλή κυριότητα.
Σε κάθε δε περίπτωση στην αγωγή αναφέρεται ότι η επικαρπία, λόγω του μικρού χρόνου διάρκειάς της (25 ημέρες) είχε μηδενική αξία. Επίσης, το αναφερόμενο στην αγωγή ότι η συνολική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται σε 165.000 ευρώ, αντί του ορθού 135.000 ευρώ, οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, δεδομένου ότι σε αυτήν αναφέρεται ο αριθμός των μεταβιβασθέντων οριζοντίων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων και αποθηκών) και η αξία εκάστου αυτών". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα :
α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου κατά του αποβιώσαντος πατέρα των αναιρεσειόντων, γεγενημένης κατά τον χρόνο επιχείρησης των απαλλοτριώσεων β) η περιγραφή των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με προσδιορισμό της αξίας αυτών, γ) η εκ μέρους του άνω οφειλέτη-μεταβιβάζοντος πρόθεση βλάβης του αναιρεσιβλήτου κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων και δ) η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του κατά τα ως άνω οφειλέτη προς ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου δανειστή, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αναφέρεται με σαφήνεια ότι μεταβιβάστηκε κατά ψιλή κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων ακινήτων-οριζόντιων ιδιοκτησιών (έξι διαμερισμάτων αξίας 20.000 ευρώ καθενός και τριών αποθηκών αξίας 5.000 καθεμίας), συνολικής αξίας 165.000 ευρώ, χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στο ορισμένο της αγωγής ο από προφανή αριθμητική παραδρομή καθορισμός του συνολικού ποσού της αξίας των εν λόγω ακινήτων στο ποσό των 165.000 ευρώ, αντί του ορθού των 135.000 ευρώ, το οποίο και λαμβάνεται υπόψη.
Ακόμη, ενόψει των ως άνω εκτιθέμενων στην αγωγή, ουδεμία επίδραση στο ορισμένο αυτής έχει και ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί διαφορετικής αξίας καθενός ακινήτου, καθόσον τούτο αποτελούσε σε κάθε περίπτωση αντικείμενο απόδειξης. Επίσης, στην υπό κρίση αγωγή δεν απαιτείτο να αναφέρεται η συνολική αξία της επικαρπίας των ακινήτων-οριζόντιων ιδιοκτησιών, που παρακράτησε υπέρ αυτού ο μεταβιβάζων πατέρας των αναιρεσειόντων, εφόσον εκτίθεται σ' αυτήν κατά αναμφισβήτητο τρόπο ότι η αξία αυτής ήταν για τους αναφερόμενους λόγους ουσιαστικά μηδενική, ενώ σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η επικαρπία είχε ενωθεί με την ψιλή κυριότητα λόγω του θανάτου του επικαρπωτή και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να γίνει λόγος περί εναπομείνασας περιουσίας του μεταβιβάζοντος κατά το χρόνο κατάρτισης των επιδίκων δικαιοπραξιών.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ.
III. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 162/2018, ΑΠ 1317/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης.
Δεν αποτελούν "πράγματα" αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί που αναφέρονται σε πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, αντλούμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο. Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 22/2005, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 75/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλουν την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς τους:
α) ότι ο αποβιώσας πατέρας τους με τα αναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής μεταβίβασε σ' αυτούς μόνο την ψιλή κυριότητα των περιγραφομένων οριζόντιων ιδιοκτησιών και παρακράτησε εφ' όρου ζωής την επικαρπία σ' αυτά, που με βάση στη συνολική αξία των ακινήτων (150.803,05 ευρώ) και την ηλικία του μεταβιβάζοντος (55 ετών) ανέρχεται σε ποσοστό 4/10 αυτής και συγκεκριμένα σε 60.321,22 ευρώ και η οποία επαρκούσε για την ικανοποίηση της αναφερομένης απαίτησης του αναιρεσίβλητου δανειστή και β) ότι ο αποβιώσας πατέρας τους κατά το χρόνο της μεταβίβασης (7-5-2006) ήταν κύριος των αναφερομένων αγροτικών ακινήτων συνολικής αξίας 103.200 ευρώ, που επαρκούσαν για την ικανοποίηση της συγκεκριμένης απαίτησης του αναιρεσιβλήτου δανειστή.
Με το περιεχόμενο αυτό, ο πιο πάνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τους εν λόγω ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν με ρητή και σαφή αιτιολογία, αυτοί (ισχυρισμοί) είναι αρνητικοί της αγωγής και όχι αυτοτελείς με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, ως προς το ως άνω ζήτημα, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του ως άνω πατέρα τους, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, επαρκούσε για την ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου δανειστή της απαίτησης.
Επίσης, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 939, 419, 421 και 346 ΑΚ, αφού περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα: α) της υπολειπόμενης περιουσίας (ακίνητης) του μεταβιβάζοντος πατέρα των αναιρεσειόντων, β) των ονομάτων και των οφειλόμενων χρηματικών ποσών προς τους άλλους δανειστές αυτού, γ) του ύψους των τόκων επί του κεφαλαίου των 9.391 ευρώ της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, δ) της υπέρβασης ως προς την εν λόγω απαίτηση του ύψους των 23.000 ευρώ σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού και ε) της επικαλούμενης απόσβεσης της οφειλής των 9.391 ευρώ του ως άνω μεταβιβάζοντος μετά την παραλαβή από τον αναιρεσίβλητο ισόποσης συναλλαγματικής.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 64/2017 απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Ο πατέρας των εναγομένων, Σ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 31-5-2006, σε ηλικία 55 ετών, ήταν κάτοικος εν ζωή ..., όπου διατηρούσε κατάστημα εμπορίας ηλεκτρικών και υδραυλικών ειδών.
Στις 12-7-2004 συνήψε με τον ενάγοντα, προφορική σύμβαση ατόκου δανείου, με βάση την οποία ο τελευταίος του παρέδωσε το ποσό των 9.391 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί στον ενάγοντα στις 20-7-2004. Προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου και προς απόδειξη αυτού ο Σ. Κ. αποδέχθηκε στις 12-7-2004 ισόποση συναλλαγματική, σε διαταγή του ενάγοντος, λήξεως 20-7-2004.
Το ανωτέρω δάνειο δεν αποδόθηκε στον ενάγοντα. Η αποδοχή της συναλλαγματικής από τον Σ. Κ. και η παράδοση της στον ενάγοντα έγινε, όχι αντί καταβολής, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, αλλά προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου και προς απόδειξη αυτού... Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η αποδοχή της ως άνω συναλλαγματικής έγινε αντί καταβολής, με αποτέλεσμα να αποσβεσθεί η οφειλή από το δάνειο, η δε απαίτηση από τη συναλλαγματική παραγράφηκε, λόγω παρόδου τριετίας από τη λήξη αυτής, με συνέπεια να εκλείπει το έννομο συμφέρον του ενάγοντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...
Το Φεβρουάριο του 2006, ο Σ. Κ. διαγνώσθηκε ότι έπασχε από καρκίνο, εξ αιτίας του οποίου και απεβίωσε στις 31-5-2006. Στις 7-5-2006, με το υπ' αριθμ. ...86/7-5-2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σ. Σ., το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 8-5-2006, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, στην πρώτη εναγομένη θυγατέρα του, η οποία έχει γεννηθεί στις 20-7-1994, και η οποία λόγω της ανηλικότητάς της, εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο και τη μητέρα της Α.
Τ., οι οποίοι ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα αυτής: Α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών μιας διώροφης με υπόγειο οικοδομής, με τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, στο οποίο ήταν κτισμένη, το οποίο έχει εμβαδόν 2.115,92 τ.μ., και βρίσκεται στη θέση "…." του οικισμού ... και συγκεκριμένα α) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με στοιχεία ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Ι1, εμβαδού 56,73 τ.μ., β) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με στοιχεία ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Ι2, εμβαδού 24,50 τ.μ., γ) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με στοιχεία ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Ι3, εμβαδού 24,50 τ.μ.
και δ) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με στοιχεία ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Ι4 εμβαδού 56,73 τ.μ. και Β) τη με στοιχεία "ΟΙΚΟΔΟΜΗ Β" ισόγεια αποθήκη γεωργικών προϊόντων, κτισμένης στο ίδιο ως άνω οικόπεδο, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία των ανωτέρω ακινήτων εφ' όρου ζωής του. Επίσης, την ίδια ως άνω χρονολογία (7-5-2006) ο Σ.
Κ., με το υπ' αριθμ. ...87/7-5-2006 συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής, του συμβολαιογράφου Σ. Σ., το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 8-5-2006, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, στον ανήλικο δεύτερο εναγόμενο υιό του, ο οποίος γεννήθηκε στις 12-11-1999, και ο οποίος, λόγω της ανηλικότητάς του, εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο και τη μητέρα του Α.
Τ., οι οποίοι ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα αυτού, το 1/2 εξ αδιαιρέτου τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας ως άνω διώροφης με υπόγειο οικοδομής με τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και συγκεκριμένα: α) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα στοιχεία ΑΠΟΘΗΚΗ Υ1, εμβαδού 29,16 τ.μ., β) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα στοιχεία ΑΠΟΘΗΚΗ Υ2, εμβαδού 29,16 τ.μ., γ) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα στοιχεία ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Α1, εμβαδού 81,23 τ.μ.
και δ) της οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα στοιχεία ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Α2, εμβαδού 81,23 τ.μ., παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία των ανωτέρω ακινήτων εφ' όρου ζωής του. Κατά τον ως άνω χρόνο των επίμαχων μεταβιβάσεων η κατάσταση της υγείας του Σ. Κ. ήταν πολύ επιβαρυμένη και γι' αυτό ο ως άνω συμβολαιογράφος προσήλθε στην οικία αυτού για τη σύνταξη και υπογραφή των ανωτέρω συμβολαίων.
Ο Σ. Κ., κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του τα ανήλικα τέκνα του (πρώτη και δεύτερο των εναγομένων) και τη σύζυγο του Α. Τ., η οποία αποποιήθηκε την κληρονομία με δήλωσή της, που έγινε στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 71/19-9-2006 έκθεση αυτού. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι ο δικαιοπάροχός τους, Σ.
Κ., είχε στην κυριότητα του, πλην των ως άνω μεταβιβασθέντων ακινήτων και τέσσερα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή ... και συγκεκριμένα: α) ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", β) ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 8.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", γ) ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." και δ) ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 5.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", συνολικής αξίας 35.200 ευρώ (1.600 ευρώ ανά στρέμμα), καθώς και ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.185,45 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ..., πολύ μεγαλύτερης αξίας και ότι τα παραπάνω ακίνητα επαρκούν για να καλύψουν την απαίτηση του ενάγοντος.
Ο Σ. Κ. στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9), που υπέβαλε στις 25-4-2005, περιέλαβε και τα ως άνω ακίνητα. Τα ως άνω αγροτεμάχια βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του μικρού ορεινού οικισμού ..., του όρους Παντοκράτορα και το οικόπεδο εντός του εν λόγω οικισμού. Ο μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε ότι τα ως άνω αγροτεμάχια είναι βοσκότοποι, δεν έχουν καμία εμπορική αξία και δεν υπάρχει περίπτωση πώλησής τους, καθώς δεν υπάρχει ζήτηση πλέον ούτε για παραθαλάσσια ακίνητα, πόσον μάλλον για ορεινά.
Η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία τρία από τα παραπάνω ακίνητα, συνολικής έκτασης 25 στρεμμάτων περιέχουν ελαιόδενδρα, ότι η αξία αυτών ανέρχεται σε 1.500 ευρώ ανά στρέμμα και ότι η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 20.000 ευρώ ανά στρέμμα, δεν κρίνεται αξιόπιστη, καθόσον είναι αόριστη και δεν επιβεβαιώνεται από αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία.
Αντιθέτως, αναιρείται από το ότι στην υπ' αριθμ. ….823/21-11-2013 δήλωση των εναγομένων, ενώπιον του συμβολαιογράφου Σ. Κ., περί αποδοχής της κληρονομιάς του Σ. Κ., τα ως άνω ακίνητα, πλην του οικοπέδου, χαρακτηρίζονται ως αγροτεμάχια και δεν αναφέρεται σε αυτήν (δήλωση) ότι εντός αυτών υπάρχουν ελαιόδενδρα. Επίσης, η εκτίμησή του για την αξία του οικοπέδου δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία, καθώς αναφέρεται αορίστως σε αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς, οι οποίες όμως έγιναν πριν από πολλά χρόνια και αφορούν οικίες και όχι ακάλυπτα οικόπεδα, όπως το ανωτέρω.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι τα ως άνω υπό στοιχ. α, β, γ και δ ακίνητα είναι ακαλλιέργητα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή ενός μικρού ορεινού οικισμού με ελάχιστα σπίτια. Στην ως άνω υπ' αριθμ. ...23/21-11-2013 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται ότι στην κυριότητα του Σ. Κ. περιήλθαν τα ως άνω ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άτυπη παραχώρησή τους προς αυτόν από τον πατέρα του Ι.
Κ., που έλαβε χώρα πριν από 40 και πλέον έτη (δηλαδή όταν ο Σ. Κ. ήταν ηλικίας 15 ετών). Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, που έχει οδηγήσει σε μηδενικές σχεδόν μεταβιβάσεις ακινήτων και συνεχή πτώση των τιμών τους σε όλη τη Χώρα και της μη ύπαρξης αδιαμφισβήτητου τίτλου κυριότητας για τα ως άνω ακίνητα, αποδεικνύεται ότι αυτά (ακίνητα) δεν έχουν καμία αγοραία αξία και η ενδεχόμενη κατάσχεση και πλειστηριασμός αυτών δεν θα έχουν αποτέλεσμα.
Επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πραγματική αγοραία αξία του ιδανικού μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου των ως άνω μεταβιβασθέντων στους εναγομένους ακινήτων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και της πρώτης συζήτησης αυτής και ενόψει του ότι, κατά το χρόνο αυτόν, η επικαρπία είχε ενωθεί με την ψιλή κυριότητα, λόγω του θανάτου του επικαρπωτή, ανερχόταν σε 20.000 ευρώ για κάθε διαμέρισμα και σε 5.000 ευρώ για κάθε αποθήκη.
Ο Σ. Κ., κατά το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων συμβολαίων, πλην της ως άνω οφειλής του προς τον ενάγοντα, είχε οφειλές και σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και προς τον Γ. Δ., ο οποίος έχει ασκήσει κατά των εναγομένων αγωγή όμοια με την ένδικη. Επίσης, ο Σ. Κ. γνώριζε τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του, καθώς και ότι με τις επίμαχες απαλλοτριώσεις της ψιλής κυριότητας του ιδανικού του μεριδίου στις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, δεν θα υπήρχε, σε περίπτωση θανάτου του, λόγω της απόσβεσης της επικαρπίας, κανένα περιουσιακό στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντος και αποδέχθηκε την πιθανότητα αυτή.
Η κρίση αυτή στηρίζεται και στο ότι ο Σ. Κ. προέβη στις ως άνω απαλλοτριώσεις 25 ημέρες προ του θανάτου του και ενώ η κατάσταση της υγείας του ήταν τόσο επιβαρυμένη, που δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβεί στο συμβολαιογραφείο για την υπογραφή των επίμαχων συμβολαίων, γι' αυτό και ο ως άνω συμβολαιογράφος μετέβη στην οικία του για τη σύνταξη αυτών (συμβολαίων).
Επίσης και από το ότι δεν υπήρχε κάποια ανάγκη, που να δικαιολογεί την εσπευσμένη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας των προπεριγραφόμενων ακινήτων του στα ανήλικα τέκνα του, ηλικίας τότε 12 και 7 ετών περίπου, αντιστοίχως, με γονική παροχή, για την οικογενειακή και οικονομική τους αποκατάσταση, αφού αυτά, λόγω της μικρής ηλικίας τους, εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών τους από τους υπόχρεους γι' αυτό ανιόντες-γονείς τους.
Ο ενάγων μετά το θάνατο του οφειλέτη, Σ. Κ., δεν μπορεί να ικανοποιήσει την ως άνω απαίτησή του, καθώς αφενός η αγοραία αξία των παραπάνω ακινήτων στην περιοχή ... είναι σχεδόν μηδενική, κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου η μεν σύζυγος του οφειλέτη αποποιήθηκε την κληρονομιά αυτού, η δε αποδοχή της κληρονομιάς από τα τέκνα του (εναγομένους) γίνεται, λόγω της ανηλικότητάς τους, με το ευεργέτημα της απογραφής (άρθρο 1527 ΑΚ).
Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι ο Σ. Κ., κατά τον ως άνω χρόνο των επίμαχων απαλλοτριώσεων είχε πρόθεση βλάβης των δανειστών του, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος....Περαιτέρω, η απαίτηση του ενάγοντος για κεφάλαιο και τόκους ανερχόταν, στις 15-5-2014, στο συνολικό ποσό των 18.342,92 ευρώ, θα υπερβεί δε το ποσό των 23.000 ευρώ σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού.
Όπως προεκτέθηκε, η αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου διαμερίσματος ανέρχεται σε 20.000 ευρώ και η αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστης αποθήκης σε 5.000 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να διαρρηχθεί α) η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ...86/2006 συμβόλαιο και αφορά το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου της προπεριγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με στοιχ.
ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ Ι3 και β) η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ...87/2006 συμβόλαιο και αφορά το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου της προπεριγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με στοιχ. ΑΠΟΘΗΚΗ Υ1". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του και απάγγειλε υπέρ αυτού τη διάρρηξη των αναφερομένων δικαιοπραξιών ως προς τα συγκεκριμένα ακίνητα. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 939 επ.
ΑΚ, εφόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων εν γνώσει του ήδη γεγεννημένου χρέους του προς τον αναιρεσίβλητο, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής τα ως περιουσιακά του στοιχεία σ' αυτούς τέκνα του, με σκοπό βλάβης του τελευταίου, εφόσον γνώριζε ότι δεν είχε άλλα ικανής αξίας περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τον χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δικαιολογούσαν την, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, διάρρηξη των εν λόγω δικαιοπραξιών.
Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται άλλη επιπλέον παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, όπως και τις διατάξεις των άρθρων 419, 421 και 346 ΑΚ με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι μετά την προσήκουσα εκτίμηση του προσαχθέντος αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα ακίνητα (αγροτεμάχια) του ως άνω δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή ..., δεν έχουν καμία αγοραία αξία και ότι η ενδεχόμενη κατάσχεση και πλειστηριασμός αυτών δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα.
Επίσης, με πληρότητα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων είχε πρόθεση βλάβης των δανειστών του, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να είναι αναγκαίο να παρατίθενται τα ονόματα και τα οφειλόμενα ποσά των άλλων δανειστών αυτού, εφόσον το ζήτημα αυτό δεν περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Επίσης, εκτίθεται σ' αυτήν με σαφήνεια το ύψος της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου κατά κεφάλαιο και τόκους την 15-5-2014, καθώς και το υπολογιζόμενο ύψος αυτής κατά το χρόνο τυχόν διενέργειας πλειστηριασμού για την ικανοποίησή της, χωρίς να απαιτείται να παρατίθενται επιπλέον αιτιολογίες για τον προσδιορισμό των σχετικών ποσών.
Ακόμη, στην εν λόγω απόφαση εκτίθεται κατά συγκεκριμένο και σαφή τρόπο η μη απόσβεση της ως άνω οφειλής του μεταβιβάζοντος με την παραλαβή από τον αναιρεσίβλητο ισόποσης συναλλαγματικής, όπως ειδικότερα εκτίθεται παρακάτω. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πιο πάνω δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων. Κατά το επόμενο άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου.
Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, καθόσον αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.
Το γεγονός δε ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 778/2015, 1217/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι "ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν γνώριζαν ότι ο μεταβιβάζων πατέρας τους απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως μη νόμιμος, διότι οι επίμαχες απαλλοτριώσεις αφορούν γονικές παροχές, οι οποίες αποτελούν χαριστικές δικαιοπραξίες....και ως εκ τούτου δεν απαιτείται τέτοια γνώση εκ μέρους τους".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε αλλά ορθά εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι οι αναφερόμενες γονικές παροχές αποτελούν χαριστικές δικαιοπραξίες, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα περίπτωση της απαλλοτρίωσης των αναφερομένων δικαιοπραξιών προς προστασία του αναιρεσίβλητου δανειστή, το αν αυτές υπερβαίνουν ή όχι το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, καθώς και το αν υπερβαίνουν ή όχι το αφορολόγητο όριο των 80.000 ευρώ.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 419 ΑΚ ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχθεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχθεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.
Με την τελευταία διάταξη καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας της βουλήσεως των μερών, κατά τον οποίο η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη προς ικανοποίηση του δανειστή για οφειλόμενη παροχή, δεν επιφέρει, πριν την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει σαφώς από τις περιστάσεις το αντίθετο, δηλαδή η απόσβεση της αρχικής οφειλής με τη σύσταση της νέας.
Ειδικότερα, η παράδοση από τον οφειλέτη συναλλαγματικής ή επιταγής δεν αποτελεί καταβολή ή δόση αντί καταβολής και αυτό γιατί ο δανειστής που έχει στα χέρια του τη συναλλαγματική ή την επιταγή δεν έχει ακόμη ικανοποιηθεί, αφού δεν έγινε κύριος του αντίστοιχου ποσού. Έτσι, με το να δοθεί η συναλλαγματική ή η επιταγή στο δανειστή δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του, η δε συγκατάθεσή του στην παράδοσή της σημαίνει, κατά κανόνα, μόνον ότι είναι σύμφωνος με αυτή την προσπάθεια πληρωμής.
Ο οφειλέτης θα ελευθερωθεί, εφόσον δεν ορίστηκε σαφώς το αντίθετο, μόνον όταν καταβληθούν πραγματικά τα χρήματα στο δανειστή (ΑΠ 1739/2002, ΑΠ 1606/2000, ΑΠ 680/1994). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "η αποδοχή της συναλλαγματικής από τον Σ. Κ. και η παράδοσή της στον ενάγοντα έγινε, όχι αντί καταβολής, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, αλλά προς εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου και προς απόδειξη αυτού".
Με τη σαφή αυτή παραδοχή και εφόσον δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας και ως εκ τούτου και η απόσβεση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος της αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου ότι από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, ως προς το ζήτημα αυτό είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
VII. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 346 και 250 αριθ. 15 του ΑΚ, εφόσον δέχθηκε ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου για κεφάλαιο και τόκους ανερχόταν στις 15-5-2014 στο συνολικό ποσό των 18.342,92 ευρώ, θα υπερβεί δε το ποσό των 23.000 ευρώ σε περίπτωση διενέργειας πλειστηριασμού, παρά το ότι οι τόκοι για το κεφάλαιο των 9.391 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 21-7-2004 έως την επίδοση της ένδικης αγωγής την 15-5-2014 είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 15 του ΑΚ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, ανεξάρτητα από το ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι η διάρρηξη των αναφερομένων απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών και όχι η διάγνωση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου και του ύψους της, δεν γίνεται επίκληση από τους αναιρεσείοντες ότι έχει προταθεί νομίμως κατ' άρθρ. 277 ΑΚ η εν λόγω παραγραφή.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-4-2018 αίτηση των Ι. Κ. του Σ. και Α. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 64/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ