Legislator Case Law & Legislation
992/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract continuity, ruling no single contract existed before constitutional amendments.

Case Number 992/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple employees against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their claim for a single indefinite-term employment contract. The plaintiffs argued they were part of one continuous employment relationship, while the defendant public institution contended the contracts were separate due to significant time gaps and specific timing relative to constitutional amendments. The court ruled that the contracts did not constitute a single unified employment contract prior to the relevant constitutional provisions taking effect, thereby validating the lower court's rejection of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(3) of Law 2112/1920; Articles 281, 671 of the Civil Code; Article 19(1)(a) and (b) of Law 1404/1983; Article 25(1) and (3) and Article 103(2) of the Constitution; A single employment contract requires continuity of service without significant breaks, and the existence of separate contracts with gaps prevents the formation of a unified indefinite-term contract prior to specific constitutional amendments.

Keywords

AI generated
employment contract continuity unified employment contract indefinite term contract constitutional amendments labor law continuity separate employment contracts service gaps

Cited Legislation

AI generated
Article 8(3) of Law 2112/1920
Articles 281 and 671 of the Civil Code
Article 19(1)(a) and (b) of Law 1404/1983
Article 25(1) and (3) of the Constitution
Article 103(2) of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 992 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 992/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Σ., συζύγου Κ. Λ., κατοίκου ..., 3) Κ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 4) Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6) Δ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 8) Σ. Γ. του Α., συζύγου Ν. Δ., κατοίκου ..., 9) Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., 10) Α. Π. του Ε., συζύγου Π. Σ.-Σ., κατοίκου ...,11) Β. Ρ. του Η., συζύγου Θ. Μ., κατοίκου ..., 12) Δ. Δ. του Θ., συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ..., 13) Μ. Σ. του Χ., συζύγου Α. Κ., κατοίκου ..., 14) Π. Κ. του Α., συζύγου Σ. Δ., κατοίκου ..., 15) Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 16) Γ. Β. του Ε., συζύγου Μ. Γ., κατοίκου ... και 17) Ε. Γ.-Μ. του Ν., συζύγου Σ. Α., κατοίκου ..., από τους οποίους οι πρώτος, δεύτερη, πέμπτος, όγδοη, ένατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη έβδομη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά και κατέθεσαν προτάσεις, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι. και ήδη Α.Τ.Ε.Ι.) …" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δροσοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων πέντε ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και με την πρόσθετη παρέμβαση του και ήδη προσθέτως παρεμβαίνοντος, που ασκήθηκε προφορικά ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συνεκδικάστηκε με την αγωγή.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1120/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 534/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 10-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε στο δικαστήριο ότι ο έκτος αναιρεσείων Δ. Φ. του Δ. απεβίωσε και επήλθε ως προς αυτόν βιαία διακοπή της δίκης, η οποία συνεχίζεται ως προς τους λοιπούς, προσκόμισε δε την .../5-8-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών. Στη συνέχεια ζήτησε την παραδοχή της αίτησης όσον αφορά τους ανωτέρω εκπροσωπούμενους από αυτόν αναιρεσείοντες και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 εδ. α Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.). Εξ άλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που έχει αποβιώσει, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι διαδικαστική πράξη που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋποθέσεως, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξεως (Α.Π. 1611/2011, 1641/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από το επικυρωμένο αντίγραφο της .../5-8-2010 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, το οποίο προσκόμισε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου ο δικηγόρος Αθηνών Νικόλαος Γαβαλάς, προκύπτει ότι ο έκτος αναιρεσείων Δ. Φ. απεβίωσε στις 3-8-2010, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της 30-1-2015, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση από 30-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 534/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (βλ. την ...-1-2015 πράξη καταθέσεως της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών).

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από αυτόν, χωρίς να έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή η προφορική στο ακροατήριο δήλωση του προαναφερθέντος δικηγόρου περί βιαίας διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του ανωτέρω αναιρεσείοντος διότι για να επέλθει βιαία διακοπή της δίκης επί ενδίκου μέσου λόγω θανάτου του ασκήσαντος αυτό, πρέπει ο διάδικος να ήταν εν ζωή κατά την άσκησή του, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 104 και 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η τελευταία ίσχυε μετά την προσθήκη σ’ αυτήν τρίτου εδαφίου με το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 4055/2012 και πριν από την έμμεση κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του προαναφερθέντος χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως), προκύπτουν τα εξής:

Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή.

Η πληρεξουσιότητα παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.

Α.Π. 13/2008). Εξ άλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου χωρίς την απόδειξη της χορηγήσεως πληρεξουσιότητας από αυτόν προς τον υπογράψαντα την αίτηση δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 240/2014, 233/2014, 1852/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής δεν εμφανίστηκαν (πλην του κατά τ’ ανωτέρω αποβιώσαντος έκτου αναιρεσείοντος) και οι τρίτος, τέταρτη, έβδομος, δέκατη, ενδέκατη, δέκατη τέταρτη, έβδομος, δέκατη, ενδέκατη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη αναιρεσείοντες Κ.

Λ., Μ. Γ., Ι. Κ., Α. Π., Β. Ρ., Π. Κ., Β. Γ. και Γ. Β.. Εξ άλλου από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω απολιπόμενοι αναιρεσείοντες έχουν χορηγήσει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο την πληρεξουσιότητα για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως προς τον υπογράφοντα αυτήν δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Γαβαλά.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες αυτούς, οι οποίοι έχουν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τους παρισταμένους και επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις .../5-10-2016, .../20-10-2016, .../22-9-2016, .../4-10-2016, .../6-10-2016, .../20-10-2016, .../4-10-2016 και .../28-9-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.

Κ. αντίστοιχα.

Κατά μεν το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ. αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως (Ολ. Α.Π. 12/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15-2-2017 πρόσθετη παρέμβασή του, η οποία ασκήθηκε νόμιμα με την κατάθεση του οικείου δικογράφου ενώπιον του Αρείου Πάγου και με την επίδοση αυτού στους κυρίους διαδίκους (βλ.

τις ...16-2-2017 και .../16-2-2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ. προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων και προς το αναιρεσίβλητο αντίστοιχα), παρενέβη προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο ότι έχει έννομο προς τούτο συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι τα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα όπως το αναιρεσίβλητο αποτελούν μεν αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, τελούν όμως υπό την εποπτεία του κράτους και χρηματοδοτούνται από αυτό.

Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι παραδεκτή (άρθρα 80 και 81 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και νόμιμη αφού είναι πρόδηλο το επικαλούμενο έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος για την άσκησή της (άρθρα 68 Κ.Πολ.Δ., 1 παρ. 1 ν. 1238/1982 σε συνδυασμό με 51 παρ. 7 ν.1404/1983, 1 και 56 παρ. 1 ν. 2916/2011) και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση (άρθρο 31 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο: α) την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολ.

Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1909/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναιρέσεως οι νομίμως παριστάμενοι πρώτος, δεύτερη, πέμπτος, όγδοη, ένατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη έβδομη αναιρεσείοντες Α. Π., Α. Μ., Κ. Κ., Σ. Γ., Ι. Δ., Δ. Δ., Μ. Σ. και Ε. Γ.-Μ. αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων: α) 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 281, 671 Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος (πρώτος λόγος), β) 19 παρ. 1 περ. α και β ν.1404/1983 (δεύτερος λόγος) και γ) 103 παρ. 2 του Συντάγματος (τρίτος λόγος), των οποίων παραθέτουν ερμηνεία, απέρριψε την έφεσή τους κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αφού οι ανωτέρω αναιρεσείοντες για τη θεμελίωσή τους δεν εκθέτουν αν η αγωγή τους απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη ούτε παραθέτουν, στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη το περιεχόμενο αυτής, στην περίπτωση δε που απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη τις παραδοχές της προσβαλλομένης.

Εν πάση περιπτώσει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ., 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 5, 7, 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 π.δ. 164/2004 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεώς τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 26-3-2004 αγωγή τους οι δεύτερος, τρίτη, έκτος, ένατη, δέκατη, δέκατη πεμπτη, δέκατη έβδομη και εικοστή δεύτερη ενάγοντες και ήδη πρώτος, δεύτερη, πέμπτος, όγδοη, ένατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη έβδομη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εκπαιδευτικό ίδρυμα και απασχολήθηκαν στα αναφερόμενα τμήματά του με τις αναφερόμενες ειδικότητες κατά τα εξής χρονικά διαστήματα: 1) Ο δεύτερος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων Α.

Π.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1996-1997 (από 21-10-1996 μέχρι 5-7-1997), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998 (από 13-10-1997 μέχρι 5-7-1998), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999 (από 28-9-1998 μέχρι 5-7-1999), δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 (από 1-11-1999 μέχρι 5-7-2000), ε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 10-10-2000 μέχρι 5-7-2001), στ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 1-10-2001 μέχρι 5-7-2002) και ζ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 22-10-2002 μέχρι 5-7-2003). 2) Η τρίτη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Α.

Μ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1983-1984 (από 1-11-1983 μέχρι 5-7-1984), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1984-1985 (από 2-11-1984 μέχρι 14-3-1985 και από 15-3-1985 μέχρι 5-7-1985), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1985-1986 (από 23-9-1985 μέχρι 23-2-1986 και από 24-2-1986 μέχρι 5-7-1986), δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1986-1987 (από 22-9-1986 μέχρι 5-7-1987), ε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1987-1988 (από 1-10-1987 μέχρι 28-2-1988 και από 29-2-1988 μέχρι 5-7-1988), στ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1988-1989 (από 26-9-1988 μέχρι 5-7-1989), ζ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1989-1990 (από 2-10-1989 μέχρι 26-2-1990 και από 27-2-1990 μέχρι 5-7-1990), η) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1990-1991 (από 24-9-1990 μέχρι 5-7-1991), θ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998 (από 13-10-1997 μέχρι 5-7-1998), ι) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999 (από 28-9-1998 μέχρι 5-7-1999), ια) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 (από 1-11-1999 μέχρι 5-7-2000), ιβ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 10-10-2000 μέχρι 1-11-2000 και από 2-11-2000 μέχρι 5-7-2001), ιγ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 1-10-2001 μέχρι 5-7-2002) και ιδ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 22-10-2002 μέχρι 5-7-2003). 3) Ο έκτος ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσείων Κ.

Κ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999 (από 28-9-1998 μέχρι 5-7-1999), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 (από 1-11-1999 μέχρι 5-7-2000), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 10-10-2000 μέχρι 1-11-2000 και από 2-11-2000 μέχρι 5-7-2001), δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 1-10-2001 μέχρι 5-7-2002) και ε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 22-10-2002 μέχρι 5-7-2003). 4) Η ένατη ενάγουσα και ήδη όγδοη αναιρεσείουσα Σ.

Γ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 13-11-2000 μέχρι 5-7-2001), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 5-7-2002), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 8-10-2002 και από 8-10-2002 μέχρι 5-7-2003) και δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 (από 22-10-2003 μέχρι 5-7-2004). 5) Η δέκατη ενάγουσα και ήδη ένατη αναιρεσείουσα Ι. Δ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 1-1-2001 μέχρι 18-3-2001 και από 19-3-2002 μέχρι 5-7-2002), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 22-1-2002 μέχρι 5-7-2003) και γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 (από 22-10-2003 μέχρι 5-7-2004). 6) Η δέκατη πέμπτη ενάγουσα και ήδη δωδέκατη αναιρεσείουσα Δ.

Δ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1987-1988 (από 24-4-1988 μέχρι 5-7-1988), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1988-1989 (από 26-9-1988 μέχρι 5-7-1989), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1989-1990 (από 2-10-1989 μέχρι 16-2-1990 και από 27-2-1990 μέχρι 5-7-1990), δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1990-1991 (από 24-9-1990 μέχρι 5-7-1991), ε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1991-1992 (από 30-9-1991 μέχρι 5-7-1992), στ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1992-1993 (από 28-9-1992 μέχρι 5-7-1993), ζ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1993-1994 (από 27-9-1993 μέχρι 5-7-1994), η) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1994-1995 (από 26-9-1994 μέχρι 5-7-1995), θ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1995-1996 (από 9-10-1995 μέχρι 18-3-1996 και από 19-3-1996 μέχρι 5-7-1996), ι) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1996-1997 (από 14-10-1996 μέχρι 6-11-1996 και από 7-11-1996 μέχρι 5-7-1997), ια) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998 (από 13-10-1997 μέχρι 5-7-1998), ιβ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999 (από 12-10-1998 μέχρι 23-11-1998 και από 24-11-1998 μέχρι 5-7-1999), ιγ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 (από 1-11-1999 μέχρι 5-7-2000), ιδ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 2-10-2000 μέχρι 5-7-2001), ιε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 5-7-2002), ιστ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 29-9-2002 και από 30-19-2002 μέχρι 5-7-2003) και ιζ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 (από 22-10-2003 μέχρι 5-7-2004). 7) Η δέκατη έβδομη ενάγουσα και ήδη δέκατη τρίτη αναιρεσείουσα Μ.

Σ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998 (από 13-10-1997 μέχρι 5-7-1998), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999 (από 28-9-1998 μέχρι 5-7-1999), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 (από 1-11-1999 μέχρι 5-7-2000), δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 2-10-2000 μέχρι 4-3-2001 και από 5-3-2001 μέχρι 5-7-2001), ε) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 5-7-2002) και στ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 5-7-2003) και 8) Η εικοστή δεύτερη ενάγουσα και ήδη δέκατη έβδομη αναιρεσείουσα Ε.

Γ.-Μ.: α) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001 (από 13-11-2000 μέχρι 5-7-2001), β) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 (από 24-9-2001 μέχρι 5-7-2002), γ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 (από 23-9-2002 μέχρι 5-7-2003) και δ) κατά το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 (από 22-10-2003 μέχρι 5-7-2004). Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν μία ενιαία για τον καθένα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καταρτίσθηκαν δε από το τελευταίο ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως με απλή εργασιακή σχέση με τους αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους ενάρξεως και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που τη θεμελίωναν, οι συμβάσεις εργασίας των ανωτέρω εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (27-4-2001) και συγκεκριμένα δεν ήταν διαδοχικές διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα κενά χρονικά διαστήματα.

Ειδικά όσον αφορά την εικοστή δεύτερη ενάγουσα η αγωγή ήταν απορριπτέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν (αγωγή) η πρώτη σύμβαση εργασίας της με το εναγόμενο είχε καταρτισθεί μετά την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ενώ όσον αφορά τις ένατη και δέκατη ενάγουσες η αγωγή ήταν απορριπτέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν μία μόνο σύμβαση εργασίας είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτών και του εναγομένου πριν από την έναρξη της ισχύος των ανωτέρω τροποποιημένων συνταγματικών διατάξεων.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και απέρριψε την έφεση όλων των ανωτέρω εναγόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 281, 671 Α.Κ., 19 παρ. 1 περ. α και β ν.1404/1983, 25 παρ. 1 και 3 και 103 παρ. 2 του Συντάγματος. Γι’ αυτό οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι ανωτέρω αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πιο πάνω πλημμέλεια, και αν ακόμα κρίνονταν παραδεκτοί, θα ήταν σε κάθε περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση, να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους πρώτο, δεύτερη, πέμπτο, όγδοη, ένατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη έβδομη αναιρεσείοντες, να συμψηφισθεί δε στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 15-2-2017 πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 30-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 534/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ