Legislator Case Law & Legislation
992/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt acknowledgment contract validity and evidence review grounds.

Case Number 992/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding a debt acknowledgment contract. The appellants argued that the court failed to consider specific bank transfer documents and circulars proving payments made in 1998, claiming this violated the law. The court ruled that the lower court had indeed considered these documents, noting that general references to evidence are sufficient and that the appeal's challenge to the court's evaluation of evidence was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 873 and 874 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1, item 11, gamma of the Code of Civil Procedure: A debt acknowledgment contract requires a specific written form for the debtor's declaration, and an appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's decision generally acknowledges the evidence without requiring specific mention.

Keywords

AI generated
debt acknowledgment contract written form requirement appeal admissibility evaluation of evidence Civil Code provisions bank transfer proof judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Articles 873 and 874 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 11, gamma of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 992 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. Π. Ο.Ε", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Γ. Π. του Α., ομορρύθμου μέλους της ως άνω εταιρείας και 3.Ά. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των Στέλιο Σταματόπουλο και Γρηγόριο Μέντη.

Του αναιρεσιβλήτου: Αθανασίου Κανελλόπουλου, κατοίκου Αθηνών, δικηγόρου, ως οριστικού συνδίκου της πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε (Π.Ε.Ε.Τ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1068/2009 μη οριστική, 1546/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2147/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 20 Αυγούστου 2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 και 874 ΑΚ προκύπτει ότι, για την έγκυρη κατάρτιση της προβλεπόμενης απ'αυτήν σύμβασης αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους απαιτείται (εφόσον η εν λόγω αναγνώριση δεν αναφέρεται σε υπόλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού) η τήρηση του εγγράφου τύπου (που είναι συστατικός) έστω και με τη μορφή ιδιωτικού εγγράφου αλλά μόνο για τη δήλωση του οφειλέτη όχι όμως και για την αποδοχή αυτής (δήλωσης) από το δανειστή (ΑΠ 40/2006, ΑΠ 192/05, ΑΠ 1432/05).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 873 και 874 ΑΚ, δέχθηκε την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης αναγνώρισης του χρεωστικού υπολοίπου που εμφάνισε κατά το κλείσιμό του (31-10-99) ο μεταξύ αυτών και του αναιρεσιβλήτου λειτουργήσας χρεωπιστωτικός λογαριασμός χωρίς την τήρηση του απαιτουμένου, ενόψει του ότι δεν επρόκειτο για αναγνώριση καταλοίπου αλληλοχρέου λογαριασμού, από τις παραπάνω διατάξεις εγγράφου τύπου.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, η τελευταία δεν δέχθηκε την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της από τους αναιρεσείοντες επικαλουμένης από το άρθρο 873 ΑΚ σύμβασης αναγνώρισης χρέους αλλά απόδειξη περί του ύψους του κατά τα άνω χρεωστικού υπολοίπου προκύψασα κατά τη σχετική παραδοχή αυτής "από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων του ΠΕΑΤ ΑΕ (αναιρεσιβλήτου) τα οποία, κατά τον έγκυρο με αριθμ.7 όρο της επίμαχης σύμβασης, αποτελούν το μόνο σχετικό αποδεικτικό μέσο και παρέχουν πλήρη απόδειξη για τις μεταξύ τους δοσοληψίες, μη αποκλειομένης της δυνατότητας ανταπόδειξης (την οποία και δεν αντένταξαν επιτυχώς οι αναιρεσείοντες)...

μη απαιτουμένης της κατάρτισης έγγραφης σύμβασης αναγνώρισης χρέους".

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013,ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013,ΑΠ 568/2013, 1258/13).

Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εγκυρότητας των 7ου και 8ου όρων της ένδικης σύμβασης, η οποία, κατά την μη προσβαλλομένη παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κρίθηκε ότι φέρει το χαρακτήρα μικτής σύμβασης πωλήσεως, εντολής και παρακαταθήκης, καθόσον, "ενώ δέχεται ότι ο 7ος όρος πάσχει ακυρότητα κατά το μέρος που προβλέπει την απαγόρευση ανταποδείξεως κατά των κονδυλίων του λογαριασμού που περιλαμβάνονται στα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων του αναιρεσιβλήτου θεωρεί ταυτόχρονα έγκυρο τον 8ο όρο της ίδιας σύμβασης, κατά τον οποίο "στο τέλος κάθε μήνα το πρακτορείο θα αποστέλλει στην υποπράκτορα (α' αναιρεσείουσα) εκκαθάριση του μεταξύ του λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα, η δε υποπράκτορας οφείλει να ελέγξει το λογαριασμό και μέσα σε οκτώ (8) το πολύ ημέρες να απευθύνει εγγράφως προς το πρακτορείο τις τυχόν υπάρχουσες αντιρρήσεις της, διαφορετικά θα θεωρείται ότι έχει εγκρίνει αυτές".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, υπό τα εκτιθεμένα ως άνω προς θεμελίωση της προβαλλομένης αιτίασης, δεν προκύπτει η επικαλουμένη αντίφαση, καθόσον η αναφερομένη στον ως άνω 8ο όρο παραδοχή της προσβαλλομένης εναρμονίζεται πλήρως και δεν αντιφάσκει προς αυτήν (παραδοχή) της ακυρότητας της προσβαλλομένης με τον 7ο όρο απαγόρευσης ανταπόδειξης, την οποία (ανταπόδειξη) ασφαλώς και συνιστά η παρεχομένη δια του 8ου όρου δυνατότητα έγγραφης αμφισβήτησης των κονδυλίων των μηνιαίων λογαριασμών.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β' προκύπτει ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν. (ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).

Κατ'ακολουθίαν αυτών ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρ. 559 αρ.1β ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι "παραβιάστηκαν (και) τα διδάγματα της κοινής πείρας αναφορικά με την, ύστερα από την εγγράφως γενομένη από τους ίδιους αμφισβήτηση των μηνιαίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων του χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο 1998 μέχρι Ιούλιο 1999, τύχη των εν λόγω εκκαθαρίσεων, το αποτέλεσμα της οποίας ως προς τα πιστωτικά και τα χρεωστικά υπόλοιπα των πελατών (μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες), υποχρεωτικά διασταυρώνονται από τους ορκωτούς ελεγκτές, της αναιρεσίβλητης Ανώνυμης εταιρείας κατά τους καθιερωμένους ελεγκτικούς κανόνες", κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής της επίκλησης των εκτιθεμένων στην ως άνω μείζονα σκέψη ως απαιτουμένων για την πληρότητα (ορισμένο) του σχετικού αναιρετικού, από το άρθρ. 559 αρ.1β ΚΠολΔ, λόγου, στοιχείων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρο 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, το οποίο πρέπει να προσκομίζεται στο δικαστήριο (ΑΠ 533/09) διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08).

Με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρ. 559 αρ.20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως (μετ'επικλήσεως) προσκομισθέντων απ'αυτούς αφενός προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου και αφετέρου προς απόδειξη της προβληθείσας απ'αυτούς ένστασης συμψηφισμού εγγράφων και ειδικότερα α) του πέμπτου όρου της από 31.5.95 ένδικης σύμβασης πώλησης, εντολής και παρακαταθήκης β) της από 9.11.1999 επιστολής του τότε Προέδρου της αναιρεσίβλητης Ο.

Τ. προς τον υποπράκτορα Ναυπάκτου Γ. Β. και γ) της από 10.8.1978 απόδειξης είσπραξης ποσού 200.000 δρχ. της αναιρεσίβλητης, είτε δια της αρνήσεως της προσβαλλομένης να δώσει στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων την έννοια που αυτά είχαν (σελ. 34 αναιρετηρίου) είτε δια της λανθασμένης ερμηνεία αυτών (σελ. 30 αναιρετηρίου).

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο που απορρέει από το ότι με την προβαλλομένη αιτίαση της παραμόρφωσης των παραπάνω εγγράφων δεν πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με τη λανθασμένη ανάγνωση αυτών (εγγράφων) η οποία και μόνο θεμελιώνει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το σχετικό αναιρετικό λόγο, αλλά η κρίση αυτής σχετικά με το συναχθέν από την ορθή μεν ανάγνωση "με λανθασμένη όμως ερμηνεία ή μη απόδοση της εννοίας που αυτά έχουν" κατά την προβαλλομένη αιτίαση, αντίθετο απ'αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό αποδεικτικό πόρισμα, ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα αλλά στη συνεκτίμηση αυτών με τις προσκομισθείσες λοιπές αποδείξεις η οποία (συνεκτίμηση) κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλομένη αιτίαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στη δευτεροβάθμια δίκη, που διεξάγεται όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου εκδοθείσας κατά τη διαδικασία του άρθρ. 270 παρ.2 εδ. Α' ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια ,έγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (Ολ.ΑΠ 150/03) και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (ΑΠ 277/10).

Κατ'ακολουθίαν αυτών ο πρώτος, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρ. 559 αρ.11α ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις του χρονικού διαστήματος Απριλίου 1998 μέχρι Οκτωβρίου 1999, "οι οποίες δεν φέρουν την υπογραφή και τη σφραγίδα της πρώτης (εναγομένης) αναιρεσείουσας και επομένως δεν αποτελούν νόμιμα έγγραφα" κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ'αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς νομίμως, ισχυρισμός (πράγμα) είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως μη δυνατή η άσκηση ουσιώδους επίδρασης στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12/2004, Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 291/10).

Πράγμα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελεί και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ ΑΠ 25/2003 ΟλΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν ερεύνησε τον από τους ίδιους, νομίμως με το δικόγραφο της έφεσής τους, προβληθέντα λόγο περί της εσφαλμένης απόρριψης, από την πρωτόδικη απόφαση, της προβληθείσας από τους ίδιους (αναιρεσείοντες) ένστασης συμψηφισμού προς την αγωγική απαίτηση του αναιρεσιβλήτου της κατ'αυτούς υφισταμένης ανταπαίτησής τους, ποσού 355.965,08 ευρώ, το οποίο αυτοί δικαιούνται να λάβουν ως πρόσθετη αμοιβή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων, για την, προς το συμφέρον του αναιρεσιβλήτου, διακίνηση, εκτός των εντύπων για τα οποία προέβλεπε η μεταξύ τους ένδικη σύμβαση, και των συνοδευτικών των τελευταίων (εντύπων) προσφορών για την οποία (διακίνηση) δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωσή τους.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού ο ισχυρισμός (ένσταση συμψηφισμού) στον οποίο αναφέρεται ο μη ερευνηθείς λόγος έφεσης δεν ήταν λυσιτελής ως μη δυνάμενος να ασκήσει επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης αφού η παραδοχή τόσο της πρωτόδικης όσο και της κατ'έφεση απόφασης (βλ.50 φύλλο προσβαλλομένης) περί του ότι "με την από 31-5-95 ένδικη σύμβαση το αναιρεσίβλητο πρακτορείο ανέθεσε στην αναιρεσείουσα Ο.Ε.

την πώληση εφημερίδων, εντύπων ή εντύπων συνοδευομένων από διάφορα δώρα των εκδοτών και βιβλίων αντί αμοιβής 20% πλην ΦΠΑ επί της αναγραφομένης στα πωλούμενα έντυπα τιμής απέκλειε την εφαρμογή των διατάξεων, περί διοικήσεως αλλοτρίων ενόψει του ότι η τελευταία προϋποθέτει διεξαγωγή ξένης υπόθεσης χωρίς εντολή, η οποία όμως δεν συντρέχει όταν ο διοικητής ενεργεί σε εκπλήρωση συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του κυρίου της υπόθεσης, όπως στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσείουσα ΟΕ ανέλαβε την προώθηση - διανομή με την ίδια αμοιβή και των συνοδευτικών των εντύπων δώρου των εκδοτών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολ.Δ. προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων| που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ.... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π.13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ.11 γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87,483, 495, 1461/13).

Με τους τέταρτο και έκτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθ. 559 αρ 11γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους ίδιους έγγραφο προς απόκρουση-ανταπόδειξη των θεμελιωτικών της κατ'αυτών αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμών και ειδικότερα "α) το από 17-12-98 γραμμάτιο κατάθεσης της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης από το οποίο αποδεικνύεται καταβολή ποσού 11.500.000 δρχ.

στον 305395-0 λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου το οποίο φέρεται ότι δεν έχει συμπεριληφθεί στο έγγραφο της εκκαθάρισης του μηνός Δεκεμβρίου 1998 και β) εξ (6) γενικές εγκυκλίους που είχε αποστείλει το αναιρεσίβλητο προς όλους τους ανά την ελληνική επικράτεια υποπράκτορες τύπου κατά την διάρκεια των ετών 1982-1988 στις οποίες η ίδια η αναιρεσίβλητη ομολογεί την ύπαρξη διαφόρων μεταξύ των υπογραφομένων ως αποσταλθέντων και πράγματι παραλειφθέντων εντύπων.

Οι λόγοι αυτί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω έγγραφα με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη "... και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οπίων δεν απαιτείται ειδική μνεία και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" από τα οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν κατελείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

Περαιτέρω η δια των ερευνομένων λόγων κατά το άλλο μέρος τους προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρ. 561 παρ. ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).

Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-8-2013 και με αριθμ.καταθ.595/2013 αίτηση αναίρεσης της 2147/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ