Supreme Court partially allowed appeal against eviction compensation order due to lower court's failure to declare inadmissible a timely filed claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a First Instance Court order regarding eviction compensation. The lower court failed to declare inadmissible a claim filed by the tenant after the statutory two-month deadline, despite the claim being time-barred. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision on this specific point and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; A claim for final compensation filed after the two-month statutory deadline must be declared inadmissible, and a lower court's failure to do so constitutes a ground for appeal requiring retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 992 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 992/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/10/2004 και 1/8/2004 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσίβλητου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη αντίστοιχα και την από 29/12/2005 ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 2202/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/11/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 17/3/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Έδεσσας ..., αποδεικνύεται ότι, ύστερα από παραγγελία αυτού (αναιρεσείοντος), επιδόθηκε, στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με κλήση να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 4-4-2008. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, με αίτηση του αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 13-3-2009. Κλήση του αναιρεσείοντος για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν ήταν αναγκαία, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την εν λόγω δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. ' και γ και 575 εδ. Β ΚπολΔ) Συνεπώς, μολονότι το αναιρεσείον, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση πρέπει να γίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 99/2007 γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως ισχύει.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τιμήματος, που απομένει στον ιδιοκτήτη, να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση, για το απαλλοτριούμενο".
Κατά δε το άρθρο 15 παρ. 1 εδ. α' 2 εδ. α', β' και 6 του ίδιου Κώδικα, όπως η τελευταία ισχύει μετά την προσθήκη γ' εδαφίου με το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002, "1. Μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου και του ύψους της τυχόν οφειλόμενης κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης..... 2.
Η κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου επιτροπή επιλαμβάνεται του έργου της οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η οποία υποβάλλεται στον Πρόεδρο αυτής. Προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 αποζημίωσης, η επιτροπή επιλαμβάνεται μόνο ύστερα από αίτηση του ιδιοκτήτη..... 6.
Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους εκτίμηση παραλείπεται για τα ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους..... Προκειμένου ειδικώς για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο 13 παρ. 4 αποζημίωσης, η εκτίμηση γίνεται σε κάθε περίπτωση". Και κατά το άρθρο 18 παρ.6 του ίδιου ΚΑΑΑ "Αίτημα για τον προσδιορισμό της κατά την παρ. 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι απαράδεκτο, αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει την κατά το άρθρο 15 παρ. 2 αίτηση".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτού, είναι ο ισχυρισμός και η απόδειξη ότι ο ιδιοκτήτης αυτού έχει υποβάλει στην αρμόδια επιτροπή αίτηση για την εκτίμηση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, αίτηση ενεργοποιεί το καθήκον της επιτροπής να επιληφθεί σχετικώς.
Η εκτίμηση δε αυτή είναι αναγκαία ακόμη και στην περίπτωση, που το απαλλοτριούμενο ακίνητο εμπίπτει στο κατά νόμο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του. Εξάλλου, η υποβολή αίτησης για την εκτίμηση του απομένοντος εδαφικού τμήματος δεν αναπληρώνεται από την αντίστοιχη αίτηση, που υπέβαλε ο ενδιαφερόμενος για την απαλλοτριωθείσα έκταση ή από το γεγονός, ότι για την τελευταία έχει συνταχθεί έκθεση εκτίμησης της αξίας της.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος, με την από 1-10-2004 αίτησή του, όπως από αυτή προκύπτει, ζήτησε, εκτός των άλλων, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου του, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτού, λόγω μείωσης της αξίας του. Με την αίτηση αυτή και τις προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτησή της, όπως από τα δικόγραφα αυτά προκύπτει, δεν επικαλείται, ότι είχε υποβάλει στην οικεία επιτροπή αίτηση για την εκτίμηση της αξίας του απομείναντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου, ούτε επικαλείται και προσκομίζει τέτοια έκθεση της επιτροπής.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν κάνει καμιά μνεία για την υποβολή τέτοιας αίτησης ή την προσκομιδή αντίστοιχης έκθεσης. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση γενική αναφορά, ότι για το παραδεκτό των αιτήσεων προσκομίζονται τα προβλεπόμενα από το άρθρο 17 του Ν. 2882/2001 έγγραφα προδικασίας.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτό το πιο πάνω αίτημα της αίτησης του αναιρεσιβλήτου και καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, που το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, προέβαλε ενώπιόν του, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
IV. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 έως και 3 και 37 του Ν. 2971/19-12-2001, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 19-1-2002 (άρθρο 37 εδ. α'), προκύπτει ότι σε απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε μετά την ισχύ του νόμου αυτού, το τεκμήριο της ωφέλειας του ιδιοκτήτη κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977, ήτοι του ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο στην διανοιγόμενη οδό, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, είναι μαχητό και κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, μετά από αίτηση, την οποία υποβάλλει ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αίτησή του, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με αυτή να καθοριστεί οριστική αποζημίωση και για το προσδιοριζόμενο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, για το οποίο φέρεται ότι αυτοαποζημιώνεται ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, ενώ στην πραγματικότητα δεν ωφελείται από τη διάνοιξη της οδού, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.
Το αναιρεσείον, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι το πιο πάνω αίτημα ήταν απαράδεκτο, διότι δεν είχε υποβληθεί σχετική αίτηση στην οικεία επιτροπή εντός δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και, παρόλο που δέχθηκε ότι η απαλλοτρίωση είχε κηρυχθεί υπό την ισχύ του Ν. 2971/2001 και η ένδικη αίτηση είχε κατατεθεί την 1-10-2004, προέκυπτε δε από την 432/4758/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, την οποία μνημονεύει στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι η απόφαση αυτή είχε εκδοθεί στις 30-4-2004, ήτοι δύο και πλέον μήνες πριν από την κατάθεση της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου, δεν κήρυξε απαράδεκτο το ως άνω αίτημα αυτής περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης και για το φερόμενο ως αυτοαποζημιούμενο, βάσει του τεκμηρίου ωφέλειας, τμήμα του ακινήτου, αλλά το έκανε εν μέρει δεκτό.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ο αναιρεσίβλητος ήταν διάδικος στη δίκη προσωρινού προσδιορισμού αποζημιώσεως για την υπ' αριθ. ΚΠ 1 ιδιοκτησία του και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, υπέβαλε δε την από 1-10-2004 αίτησή του μετά την παρέλευση της προαναφερθείσης ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών από τη δημοσίευση της αποφάσεως του προσωρινού προσδιορισμού.
Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πράγματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη κήρυξη απαραδέκτου, κατά τον βάσιμο τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που πρέπει να γίνει δεκτός.
V. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τον αναιρεσείοντα, και ως προς τα κεφάλαια που αφορούν το αίτημά του για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου του, καθώς και το αίτημα περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσης και για το φερόμενο ως αυτοαποζημιούμενο, βάσει του τεκμηρίου οφελείας, τμήμα του ακινήτου του, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2202/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς τον αναιρεσίβλητο, και μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της..
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ