Supreme Court dismisses appeal on failure to apply interpretation rules and misreading court minutes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court failed to apply mandatory interpretation rules for ambiguous contracts and misread witness testimony. The court found the appeal baseless because the lower court correctly applied interpretation rules only when necessary and properly considered all submitted evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 158 of the Civil Code; Article 559 paragraphs 1 and 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to apply interpretation rules is inadmissible unless the court of first instance found ambiguity and ignored the rules, and an appeal based on misreading court minutes is inadmissible as court records are not evidentiary documents subject to such distortion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 992 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 992/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γ.γιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Μ. συζ. Μ. Τ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ... ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της 'Αγγελο Ζερβό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύβιο Λαγουδάκη και 2. Ε. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 573/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2000 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Μαρτίου 2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γ.γιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του 1ου εκ των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 158 Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται και επί των εμπορικών μισθώσεων (Π.Δ. 34/95) ορίζεται ότι η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου ο νόμος το ορίζει. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίο όμως εφαρμόζονται τότε μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στη δικαιοπραξία (και σύμβαση) ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων και παρά ταύτα δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή όταν, αν και δεν διαπιστώνει τέτοιο κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα εφαρμόζει τους κανόνες αυτούς, ή όταν διαπιστώνει κενό ή ασάφεια και προσφεύγει μεν στους εν λόγω κανόνες, μετά δοθείσα όμως ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Μ. είναι κύριος ενός καταστήματος κειμένου στη λεωφόρο ... της πόλεως ..., το οποίο η αναιρεσείουσα ήθελε να μισθώσει προκειμένου να εγκαταστήσει σαυτό επιχείρηση αργυροχρυσοχοϊας.
Ότι ο Π. Μ. έδωσε εντολή στη δικηγόρο Ηρακλείου Ε. Κ. να διαπραγματευθεί τη μίσθωση με τον σύζυγο της ενάγουσας και σε περίπτωση συμφωνίας να προβεί στη σύνταξη μισθωτηρίου εγγράφου. Ότι πράγματι συντάχθηκαν τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης με ημερομηνίες 12-3-1997, 1-5-1997 και 25-6-1997, με χρονολογία έναρξης της μίσθωσης 12-3-1997, 1-5-1997 και 25-6-1997, χωρίς να υπογραφούν ποτέ από τα συμβαλλόμενα μέρη, γιατί ο σύζυγος της ενάγουσας προέβαλε συνέχεια οικονομικά προβλήματα.
Ότι με την ενάγουσα δεν καταρτίσθηκε σύμβαση μίσθωσης γιατί οι διάδικοι δεν συμφώνησαν ποτέ οριστικά για τους όρους της μίσθωσης. Για το λόγο αυτό δεν υπογράφηκαν τα ιδιωτικά συμφωνητικά ενώ το ως άνω ακίνητο εκμισθώθηκε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου (το οποίο είχε δεχθεί μόνον ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.
Μ. εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας και διέτασσε την απόδοση του μισθίου στην ενάγουσα κατά τη χρήση αυτού) και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 158 Α.Κ. και του Π.Δ. 34/95 (περί εμπορικών μισθώσεων), ως προς το ζήτημα της συνάψεως της συμβάσεως μισθώσεως ατύπως, αφού ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν καταρτίσθηκε παντελώς (ούτε προφορικώς) συμφωνία μισθώσεως του επίδικου ακινήτου με μισθώτρια την αναιρεσείουσα και εκμισθωτή τον πρώτο αναιρεσίβλητο (Γ.Γ.
Μ.) και δεν απαίτησε όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα έγγραφον τύπον για την εγκυρότητα της εν λόγω εμπορικής συμβάσεως μισθώσεως του μνησθέντος ακινήτου, ως προς την οποίαν (σύμβαση) μόνον διαπραγματεύσεις, μη καταλήξασες σε συμφωνία, διεξήχθησαν.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για παραβίαση των ως είρηται διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Δεν παραβίασε επίσης το Εφετείο με την εξενεχθείσα κρίση του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού δέχθηκε όπως έχει εκτεθεί ότι δεν συνήφθη καν σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της αναιρεσείουσας και πρώτου αναιρεσίβλητου, η ύπαρξη της οποίας είναι απαραίτητη για την εφαρμογή ή μη από το Δικαστήριο της ουσίας των μνησθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Γιαυτό και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε λανθασμένη ανάγνωση αποδίδοντας σε έγγραφο αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων τα πρακτικά του δικαστηρίου ως προς τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις δηλώσεις των διαδίκων.
Συνεπώς, είναι απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως προς την κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν ή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προσκομίσθηκαν απαράδεκτα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και 1) την από 2-5-1997 δήλωση και το συνημμένο σε αυτή σχέδιο ηλεκτρικής εγκατάστασης της αναιρεσείουσας προς την Δ.Ε.Η., 2) την από 7-5-1997 αίτηση της αναιρεσείουσας προς τον Ο.Τ.Ε. για την εγκατάσταση στο επίδικο μίσθιο τηλεφωνικής σύνδεσης, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια που ιδρύει τον από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. 'Ομως, από τη διαβεβαίωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αίτησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 27-3-2003 αίτηση της Μ. Τ. για αναίρεση της 221/2000 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Και.- -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ