Greek Supreme Court dismisses appeal against maritime contract enforcement ruling due to lack of substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Candida Corporation against a lower court's enforcement order for a maritime debt. The appellant argued procedural flaws, but the court found the lower court's decision based on clear facts regarding a shipbuilding contract and the company's legal status under Greek law. The court ruled that the lower court correctly applied substantive law and provided sufficient reasoning, thus rejecting the grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 KPolD; Art. 173, 200 AC: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the lower court's decision is founded on clear facts and contains complete, uncontradictory reasoning regarding the application of the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 832 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 832/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:εν Μονροβία Λιβερίας εδρευούσης, Ανωνύμου Ναυτιλιακής εταιρίας υπό την επωνυμία "CANDIDA CORPORATION ΚΑΝΤΙΝΤΑ ΚΟΡΠΟΡΕΙΣΟΝ ", νομίμως εγκατεστημένης εν Ελλάδι , βάσει του ΑΝ 89/67, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα,, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πέππα.
Της αναιρεσιβλήτου:ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αυγουστίνο Μαρούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.12.1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2659/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1119/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.11.2006 αίτησή της και των από 31.10.2007 προσθέτων επ' αυτής λόγων .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, εφόσον οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 211 ΑΚ, η δήλωση βουλήσεως που γίνεται από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δήλωση της βουλήσεως απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο. Κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 ΑΚ, αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 του Ν. 27/1975, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 814/1978, με το οποίο ρυθμίζονται θέματα εγκαταστάσεως στην Ελλάδα γραφείων ή υποκαταστημάτων των αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων, γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων οιουδήποτε τύπου ή μορφής, ασχολούμενα αποκλειστικώς με τη διαχείριση, εκμετάλλευση, ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, άνω των χιλίων (1000) κόρων ολικής χωρητικότητας, εξαιρέσει των επιβατικών ακτοπλοϊκών πλοίων, ως και με την αντιπροσώπευση επιχειρήσεων, εχουσών ως αντικείμενο εργασιών τις αυτές ως άνω δραστηριότητες, δύνανται να εγκαθίστανται στην Ελλάδα δυνάμει αδείας παρεχομένης δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιευομένης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Με την υπ' αριθ. 1241/ 1712/13/11890 Υ.Α. (ΦΕΚ 138 της 15.7.1992, ΤΑΠΣ), εγκρίθηκε η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της Εταιρείας CANDIDA CORPORATION, που εδρεύει στην Μονρόβια της Λιβερίας και η υπαγωγή της στις διατάξεις των A.N. 89/1967, 378/1968 και του Ν. 27/1975, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 814/1978, με το σκοπό να αναπτύσσει τις ως άνω δραστηριότητες.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται, στην παρ. 2, α, (5), η επιμέλεια θεμάτων που αφορούν τα πλοία τα οποία ανήκουν σε αυτή ή τα πλοία που διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται ή τα πλοία των επιχειρήσεων που αντιπροσωπεύει και έχουν σχέση με τη συντήρηση και τις επισκευές. Πρέπει να λεχθεί ότι η εταιρεία του ΑΝ 89/1967 δεν απαλλάσσεται των υποχρεώσεων που δημιούργησε στα πλαίσια των δραστηριοτήτων και συναλλαγών της, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ.
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2190/1920, δεν απαιτείται να δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, με το οποίο παρέχεται η εξουσιοδότηση σε συγκεκριμένα πρόσωπα, όργανα αυτής, να προβούν σε συγκεκριμένη πράξη και δη να καταρτίσουν και υπογράψουν συγκεκριμένη σύμβαση για λογαριασμό της εταιρείας αυτής.
Η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε σύμφωνα με τα ανωτέρω και δέχθηκε ότι από την ιδρυτική πράξη της εγκαταστάσεως της αναιρεσείουσας στην Ελλάδα δεν απαγορεύεται η σύναψη συμβάσεως έργου με τα Ναυπηγεία Ελευσίνας για τη συντήρηση και επισκευή πλοίου, από αυτή ατομικά, εφόσον δεν δήλωσε ρητά ότι κατήρτισε τη σύμβαση στο όνομα της πλοιοκτήτριας, και ότι δεν απαιτείται να δημοσιεύεται στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το πρακτικό του Δ.Σ.Α.Ε., με το οποίο παρέχεται η εξουσιοδότηση σε συγκεκριμένο πρόσωπο, όργανο αυτής, για να καταρτίσει και υπογράψει συγκεκριμένη σύμβαση για λογαριασμό της εταιρίας αυτής, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού νόμου.
Όπως δε προκύπτει από αυτή, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, ώστε ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αντίθετος, πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν παραδεκτώς και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την από 23.10.1995 επιστολή των Ναυπηγείων Ελευσίνας προς την αναιρεσείουσα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αντίθετος, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, του κυρίου δικογράφου, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα - εναγομένη, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό της "περί μη αναγραφής ΦΠΑ" στο υπ' αριθ. ... τιμολόγιο που εξέδωσαν τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι "δεν ενήργησε ιδίω ονόματι". Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά απλούν επιχείρημα υπέρ των απόψεων της εναγομένης και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων) είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε καιόταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του επί της υποθέσεως, συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και την Υ.Α. για την εγκατάσταση γραφείων της εναγομένης στην Ελλάδα.
Επομένως, δεν θεμελιώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ώστε ο αντίθετος, τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μή συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.
ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι η εταιρία "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε.", που είχε αντικείμενο δραστηριότητας την ίδρυση και εκμετάλλευση ενός ή περισσοτέρων εγκαταστάσεων κατασκευών, μετασκευών και επισκευών πλοίων, σκαφών και παντός είδους πλωτών μέσων, των εξαρτημάτων και εξοπλισμού αυτών, την εκτέλεση τεχνικών εργασιών πάσης φύσεως, την κατασκευή προϊόντων παντός είδους εκ μετάλλου, ξύλου, πλαστικών υλών κ.λπ., ως και τη διενέργεια πάσης φύσεως συναφούς εργασίας, μετά από αίτηση των δανειστών της τέθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1995, με την 9469/19-9-1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991.
Τον Ιανουάριο του 1995, με την ... σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό η ενάγουσα τραπεζική εταιρία παρείχε στα ως άνω Ναυπηγεία πίστωση, το συνολικό ύψος της οποίας είχε ανέλθει σε 1.250.000.000 δραχμές. Προς εξασφάλιση της Τράπεζας, τα Ναυπηγεία, με την από 29-6-1995 σύμβαση εκχωρήσεως, εκχώρησαν στην Τράπεζα όλα τα δικαιώματά τους και όλες τις απαιτήσεις τους, που απέρρεαν από συμβάσεις επισκευών πλοίων, με τρίτους, όπως αναφέρονται στον επισυναπτόμενο και αποτελούντα αναπόσπαστο τμήμα με τη σύμβαση εκχωρήσεως κατάλογο με στοιχεία "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι".
Ο κατάλογος αυτός, ο οποίος επισυνάπτεται στη σύμβαση, όπως και η σύμβαση, υπογράφηκε από τους νομίμους εκπροσώπους των συμβαλλομένων μερών και συγκεκριμένα από τους ... και ... για λογαριασμό της (εκδοχέως) Τράπεζας και από τους ... και ... για λογαριασμό της (εκχωρήτριας) εταιρίας "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε.".
Στον επισυναπτόμενο κατάλογο αναφέρεται ότι έχει επιβεβαιωθεί η επισκευή του πλοίου "...", πλοιοκτησίας της εταιρίας "CANDIDA CORP." επί της Λεωφόρου Κηφισίας αριθμ. 43, με ημερομηνία αφίξεως την 1η Ιουλίου, ημερομηνία αποδοχής την 26η Ιουνίου και προϋπολογισμό 700.000 δολλάρια. Δυνάμει δε όρου της εν λόγω συμβάσεως εκχωρήσεως συμφωνήθηκε ότι "συνεπεία της παρούσης εκχωρήσεως η εκχωρούσα Εταιρεία συνεκχωρεί εις την Τράπεζαν και άπαντα τα σχετικά δικαιώματά της προσωπικά τε και πραγματικά και τας σχετικάς αγωγάς και υπόσχεται την εκχωρουμένην απαίτησίν της ελευθέραν πάσης άλλης εκχωρήσεως, ενεχυράσεως, συμψηφισμού ή απαιτήσεως τρίτου ή κατασχέσεως.
Επί τούτοις η Εκχωρούσα Εταιρεία εξουσιοδοτεί ανεκκλήτως την Τράπεζαν όπως εισπράττη άνευ άλλης διατυπώσεως λόγω της παρούσης υπέρ αυτής εκχωρήσεως αλλά και ανεξαρτήτως έτι ταύτης τις κατά των πλοιοκτητριών ή/ και διαχειριστριών απαιτήσεις της δια τα ποσά που αναφέρονται εις το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι της παρούσης ή εις οσονδήποτε ποσόν ήθελον ανέλθει αύται, παραγγέλει δ' άμα τις εν λόγω υπόχρεες εταιρείες όπως πάν ποσόν όπερ θα οφείλουν εις το μέλλον εις αυτήν εκ της κατά τα άνω μεταξύ των εννόμου σχέσεως καταβάλλουν εις την Τράπεζαν".
Η εκχώρηση αναγγέλθηκε από την εκδοχέα Τράπεζα στην εκκαλούσα β' εναγομένη ("CANDIDA CORP.") στις 18 Αυγούστου 1995, με σκοπό να απόσχει της καταβολής οιουδήποτε ποσού προς την εκχωρήτρια και να καταβάλει αυτό στην εκδοχέα - ενάγουσα και συγκεκριμένα στο ναυτιλιακό κατάστημα του Πειραιά, στον με αριθμό ... λογαριασμό.
Συγκεκριμένα η εκχωρηθείσα απαίτηση είχε προκύψει από την εκτέλεση συμβάσεως έργου, που είχε καταρτισθεί κατά τις αρχές Ιουνίου 1995 μεταξύ της εκκαλούσας εναγομένης και της εκχωρήτριας εταιρίας ("ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΟΣ Α.Ε."), δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε αναλάβει το δεξαμενισμό και τις επισκευαστικές εργασίες του πλοίου "...", φορτίου χύδην, τύπου Panamax, πλοιοκτησίας της εταιρίας "STAR BENEFIT CORPORATION S.A.".
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, με την 1241.1712/13/11890 Υπουργική Απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 138 (Τεύχος Αναπτυξιακών Πράξεων και Συμβάσεων) της 15-7-1992 και αφορά τον επίμαχο χρόνο, εγκρίθηκε η εγκατάσταση γραφείου στην Ελλάδα της εκκαλούσας εταιρίας CANDIDA CORP., που φέρεται να εδρεύει στη Λιβερία και η υπαγωγή της στις διατάξεις των Α.Ν.89/67, 378/68 και Ν.27/1975, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.814/1978 με το σκοπό όπως, εφόσον επιτρέπεται από το καταστατικό της, απασχολείται αποκλειστικά και μόνο με πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 28 του Ν. 814/1978, δηλαδή με τη διαχείριση, εκμετάλλευση, ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία, πάνω από 500 κόρους ολικής χωρητικότητας, με εξαίρεση τα επιβατικά ακτοπλοϊκά πλοία, καθώς και την αντιπροσώπευση επιχειρήσεων που έχουν ως αντικείμενο εργασιών τις ως άνω δραστηριότητες.
Στα πλαίσια δε των δραστηριοτήτων της αυτών η εκκαλούσα-εναγομένη συμβλήθηκε με τα ναυπηγεία για την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών. Παραθέτει δε αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η σύναψη της συγκεκριμένης συμβάσεως, αντικρούει τους ισχυρισμούς της εναγομένης, και δέχεται ότι από τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα έχει αξίωση (ως εκδοχέας της εκχωρηθείσης από τα Ναυπηγεία Ελευσίνας σε αυτή απαιτήσεως), ανερχομένη σε 250.000 δολλάρια ΗΠΑ.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, αφού προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ως προς τα οποία διέλαβε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι λόγοι (πρώτος του κυρίου και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων) αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2006 αίτηση και τους από 31-10-2007 προσθέτους λόγους, της εταιρίας με την επωνυμία
"CANDIDA CORPORATION", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1119/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη, της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ