Legislator Case Law & Legislation
659/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's double VAT calculation in construction contract payment dispute.

Case Number 659/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed three out of four appeal arguments regarding a construction contract dispute. The appellants argued the lower court erred by calculating Value Added Tax (VAT) twice on the contractor's fee, violating constitutional principles against double taxation. Consequently, the court quashed the second-instance judgment and remanded the case for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(5) of the Constitution; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The court established that a lower court's calculation of VAT on a construction fee constitutes double taxation if the tax is applied both to the total remuneration and to the unpaid portion, violating the constitutional principle of equal treatment and the statutory rule that VAT is payable only once.

Keywords

AI generated
double taxation Value Added Tax construction contract remuneration calculation constitutional principle remand for retrial civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 4(5) of the Constitution
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 680(3) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Law 1642/1986
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 659 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 659/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Θ. του Γ., κατοίκου ... και 2.Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χατζή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Απριλίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2572/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 851/2009 προδικαστική (όπως αυτή διορθώθηκε με την 788/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), και 638/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Μαρτίου 2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τέταρτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 εδ.

γ' του ΚΠολΔ "Μπορεί το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί. Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται εξαρχής ερήμην".

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, για την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ορίσθηκε αρχικά δικάσιμος η 2-12-2013 με πράξη του Προέδρου του Α1'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου προκειμένου η υπόθεση να συζητηθεί ενώπιον του εν λόγω τμήματος. Κατά τη δικάσιμο αυτή παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, οι οποίες ζήτησαν αναβολή διότι δεν είχαν επιδόσει αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο προκειμένου να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο αυτή, κατόπιν δε τούτου η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (17-02-2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../13-12-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήστου … που επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενες αναιρεσείουσες, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 07-03-2013 αιτήσεως αναιρέσεώς τους με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την αναφερόμενη στην αρχική της παρούσης δικάσιμο, καθώς και η από 10-03-2013 βεβαίωση αναβολής της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, που είχε προσδιοριστεί αρχικά για να δικαστεί στις 02-12-2013, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-02-2014 με αριθμό πινακίου 51, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια των αναιρεσειουσών στον αναιρεσίβλητο Ε.

Τ., κατ` άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, τηρηθείσης της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή διαδικασίας, όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην ως άνω έκθεση επιδόσεως, από 13-12-2013 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου του αρμόδιου αστυνομικού του Α/Τ Κερατσινίου Πειραιώς Ε. Β. και από 13-12-2013 βεβαίωση της αρμόδιας υπαλλήλου του Κεντρικού Καταστήματος των ΕΛΤΑ Α.

Τ.. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο (17-02-2014) ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 681 του ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή.

Συνεπώς, με βάση την ιδιότητα του εργολάβου και του εργοδότη που προκύπτουν από την καταρτισθείσα σύμβαση, θα κριθούν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, στα πλαίσια του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), που είναι διπλωματούχος ηλεκτρολόγος και μέλος του συνδέσμου εργοληπτών εγκαταστατών ηλεκτρολόγων της περιφέρειας Πειραιώς, συνήψε, κατά το Δεκέμβριο του έτους 2003, με το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) εταιρίας Ι.

Δ. προφορική σύμβαση έργου, με βάση την οποία ανέλαβε την ηλεκτρολογική εγκατάσταση στην εξαώροφη οικοδομή επί της οδού … στη …, την κατασκευή της οποίας είχε αναλάβει ως εργολήπτρια η δεύτερη εναγομένη. Συγκεκριμένα εκτέλεσε τις ακόλουθες ηλεκτρολογικές εργασίες:....Περαιτέρω, ο ενάγων προέβη σε πρόσθετες εργασίες, με την υπόδειξη και την εντολή της επιβλέπουσας πολιτικού μηχανικού, πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), που ενεργούσε για λογαριασμό της εργολήπτριας της οικοδομής δεύτερης εναγομένης και όχι ως αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος στην επίδικη σύμβαση έργου και συγκεκριμένα.....Για τις πρόσθετες αυτές εργασίες ο ενάγων δικαιούται επιπλέον αμοιβής, που συμφωνήθηκε με την αντισυμβαλλομένη του δεύτερη εναγομένη, συνολικού ποσού 4.714,71 ευρώ.

Ο ενάγων παρέδωσε το έργο στη δεύτερη εναγομένη στις 30-4-2005, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, ακολούθως δε εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό για την ρευματοδότηση της οικοδομής από τη ΔΕΗ, για το οποίο δικαιούται επιπλέον το ποσό των 480 ευρώ. Έτσι η συνολική του αμοιβή, που ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την παράδοση του έργου (άρθρο 694 ΑΚ) ανέρχεται στο ποσό των 19.294,71 ευρώ.

Ακόμη ο ενάγων δικαιούται τιμολογιακό ΦΠΑ που, κατά τη συμφωνία των μερών, βάρυνε τη δεύτερη εναγομένη εργοδότρια.... Σύμφωνα, επομένως, με τα ανωτέρω έλαβε ο ενάγων από την δεύτερη εναγομένη το συνολικό ποσό των 16.000 ευρώ (ήτοι 8.800 ευρώ + 3.000 ευρώ + 1.200 ευρώ + 800 ευρώ + 600 ευρώ + 600 ευρώ + 1000 ευρώ).... Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος από το ως άνω πρώτο έργο (επίδικο) το ποσό των 5.402 ευρώ (ήτοι 21.402 ευρώ μείον 16.000 ευρώ), όπως επίσης και το ποσό των 1026 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ΦΠΑ (19%) επί του ως άνω ποσού.....>>.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναφορικά με το προεκτεθέν έργο, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 5.402 ευρώ νομιμοτόκως από τις 30-4-2005 (παράδοση του έργου), καθώς και το ποσό των 1026 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την καταβολή στον ενάγοντα του ως άνω ποσού.

Έτσι που έκρινε και μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον υπόχρεο καταβολής στον ενάγοντα των παραπάνω ποσών, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι τόσον η κύρια σύμβαση εκτελέσεως του επίδικου έργου, όσον και η μεταγενέστερη για πρόσθετες εργασίες του ίδιου έργου καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, ως εργολάβου και της δεύτερης εναγομένης-αναιρεσείουσας εταιρίας, ως εργοδότριας, ακολούθως, τελείως αντιφατικά και χωρίς καμιά διευκρίνιση, αναγνωρίζει ότι και η πρώτη εναγομένη-αναιρεσείουσα, οφείλει να καταβάλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ως οφειλόμενη αμοιβή του, πλέον ΦΠΑ, από τη σύμβαση αυτή, τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως, χωρίς να δέχεται ότι τους συνέδεε οποιαδήποτε σχέση, αντιθέτως μάλιστα κατά τις παραδοχές του, η πρώτη αναιρεσείουσα στην ως άνω πρόσθετη σύμβαση ενεργούσε μόνο υπό την ιδιότητά της ως επιβλέπουσας πολιτικού μηχανικού για λογαριασμό της εργολήπτριας της οικοδομής δεύτερης αναιρεσείουσας και όχι ως αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 425 ΑΚ, κατά το οποίο, "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαιτήσεως, με την έκδοση εξοφλητικής αποδείξεως ή τιμολογίου από το δανειστή που ικανοποιείται από την εξόφληση, - τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας - εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 425 του ΑΚ, και βαρύνουν τον οφειλέτη, στην περίπτωση δε που ο δανειστής έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα ζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ), εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο οφειλέτης, ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 425 ΑΚ, με την οποία ορίζεται διαφορετικά (ΑΠ 1297/2011, ΑΠ 1598/2011, ΑΠ 1100/1996, Κατσαντώνης, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, υπό το άρθρο 425 αριθ. 3).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ`, 15 παρ.1, 28 παρ.1γ, και 31 του Ν. 1642/1986 "Φόρος Προστιθέμενης Αξίας", οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση συμβάσεως έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σ` αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α.

στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ` αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντίθετα, ο εργολάβος δεν μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη, τον ΦΠΑ που αναλογεί στην αμοιβή του, εφόσον δεν τήρησε τις ως άνω νόμιμες διατυπώσεις, με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, στα οποία περιέχεται ο ΦΠΑ, που αντιστοιχεί σ' αυτά, καθόσον σκοπός των παραπάνω διατάξεων που θεσπίζονται με το νόμο αυτό, είναι η διασφάλιση της αποδόσεως στο δημόσιο του προβλεπόμενου από αυτές φόρου (ΦΠΑ), τον οποίο διαφορετικά θα καρπωθεί ο ίδιος ο εργολάβος με την αρνητική δήλωση του άρθρου 31 του πιο πάνω νόμου.

Έτσι, καταβολή ΦΠΑ εκ μέρους του εργοδότη νοείται μόνο για το ποσό της αμοιβής του εργολάβου για το οποίο εκδόθηκαν τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ή θεωρημένες αποδείξεις από την αρμόδια ΔΟΥ (ΑΠ 1598/2011). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί του αιτήματος της ένδικης αγωγής, με το οποίο ο αναιρεσείων ζητούσε την επιδίκαση σ` αυτόν, πέραν του ποσού της αμοιβής του και το ποσόν του Φ.Π.Α.

που αναλογούσε σ' αυτήν, επί των τριών εργολαβικών συμβάσεων, για την εκτέλεση του έργου των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων στις τρείς οικοδομές που συμφωνήθηκε να γίνουν αυτές, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: 1) Για την προαναφερθείσα οικοδομή επί της οδού …στη … << Ο ενάγων παρέδωσε το έργο στη δεύτερη εναγομένη στις 30-4-2005, η οποία το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, ακολούθως δε εξέδωσε το σχετικό πιστοποιητικό για την ρευματοδότηση της οικοδομής από τη ΔΕΗ, για το οποίο δικαιούται επιπλέον το ποσό των 480 ευρώ.

Έτσι η συνολική του αμοιβή, που ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την παράδοση του έργου (άρθρο 694 ΑΚ) ανέρχεται στο ποσό των 19.294,71 ευρώ. Ακόμη ο ενάγων δικαιούται τιμολογιακό ΦΠΑ που, κατά τη συμφωνία των μερών, βάρυνε τη δεύτερη εναγομένη εργοδότρια.... Σύμφωνα, επομένως, με τα ανωτέρω έλαβε ο ενάγων από την δεύτερη εναγομένη το συνολικό ποσό των 16.000 ευρώ (ήτοι 8.800 ευρώ + 3.000 ευρώ + 1.200 ευρώ + 800 ευρώ + 600 ευρώ + 600 ευρώ + 1000 ευρώ)....

Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος από το ως άνω πρώτο έργο το ποσό των 5.402 ευρώ (ήτοι 21.402 ευρώ μείον 16.000 ευρώ), όπως επίσης και το ποσό των 1026 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ΦΠΑ (19%) επί του ως άνω ποσού.....>>, επιδικάζοντας ακολούθως εις βάρος των εναγομένων, τα ανωτέρω ποσά, μεταξύ των οποίων και αυτό του ΦΠΑ, των 1026 ευρώ, χωρίς καμιά παραδοχή, αλλά ούτε και επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος στην αγωγή του, ότι έχουν εκδοθεί τιμολόγια για την ως άνω αμοιβή του. 2) Για την οικοδομή επί των οδών ...

και ... στο …: << Έτσι η συνολική αμοιβή του ενάγοντος για τις ανωτέρω εργασίες του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 13.468,77 ευρώ, ήταν δε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την παράδοση του έργου. Ακόμη ο ενάγων δικαιούται τιμολογιακό ΦΠΑ, που, που κατά τη συμφωνία των μερών, βάρυνε την πρώτη εναγομένη εργοδότρια....

Ως εκ τούτου, ενόψει ότι εισέπραξε ο ενάγων έναντι της αμοιβής του το ποσό των 5.874 ευρώ, η πρώτη εναγομένη εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 7.594,77 ευρώ....πλέον του τιμολογιακού ΦΠΑ 19%....και εν προκειμένω ανέρχεται στο ποσό των 1.443 ευρώ....>> αναγνωρίζοντας κατόπιν τούτου ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 7.594 ευρώ για την οφειλόμενη αμοιβή του, καθώς και το ποσό των 1443 ευρώ για ΦΠΑ επί του ποσού αυτού, χωρίς καμιά παραδοχή επίσης, αλλά ούτε και επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος στην αγωγή του, ότι έχουν εκδοθεί τιμολόγια για την ως άνω αμοιβή του. 3) Για την οικοδομή επί των οδών …και …και ….στο Ελληνικό: <<Έτσι για τις προαναφερόμενες εργασίες ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 4.730,50 ευρώ....., πλέον του τιμολογιακού ΦΠΑ, που κατά τη συμφωνία των μερών βάρυνε την πρώτη εναγομένη εργοδότρια.....Ο ενάγων έλαβε από την πρώτη εναγομένη έναντι της αμοιβής του για την εργασία του στην τρίτη οικοδομή (Ελληνικό) το ποσό των 1000 ευρώ στις 12-1-2006 και επομένως πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 3.730,5 ευρώ, πλέον του τιμολογιακού ΦΠΑ 10% που υπολογίζεται κατά την αγωγή στο αιτούμενο (υπόλοιπο) ποσό, 516,80 ευρώ και συνολικά το ποσό των 4.247,30 ευρώ.....>>, αναγνωρίζοντας κατόπιν τούτου ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 3.730 ευρώ για την οφειλόμενη αμοιβή του, καθώς και το ποσό των 516 ευρώ για ΦΠΑ επί του ποσού αυτού, χωρίς καμιά παραδοχή, αλλά ούτε και επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος στην αγωγή του, ότι έχουν εκδοθεί τιμολόγια για την ως άνω αμοιβή του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 425 του ΑΚ, και 1, 2 παρ.1, 12 παρ.1, 13 παρ.1, 2 περ.δ`, 15 παρ. 1, 28 παρ.1γ, και 31 του Ν. 1642/1986, τις οποίες ευθέως παραβίασε, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο επί της αμοιβής του εργολάβου οφειλόμενος στο δημόσιο ΦΠΑ, εμπίπτει μεν στα έξοδα εξοφλήσεως, και κατά το άρθρο 425 ΑΚ βαρύνει τον οφειλέτη (εργοδότη), πλην όμως για να καταστεί αυτός επιδιώξιμος εκ μέρους του εργολάβου, από τον εργοδότη, πρέπει κατά τις ως άνω ειδικές διατάξεις του Ν. 1642/1986, να έχουν εκδοθεί επί των εκκρεμών αμοιβών του τα προβλεπόμενα τιμολόγια.

Από τις παραδοχές όμως της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι είχαν εκδοθεί τέτοια τιμολόγια, ούτε άλλωστε επικαλέσθηκε στην αγωγή του ο ενάγων την έκδοση αυτών των τιμολογίων, ενώ δεν προβλέπεται στην προσβαλλόμενη απόφαση όρος καταβολής των ανωτέρω ποσών για ΦΠΑ, χωρίς προηγουμένως να εκδοθούν από τον ενάγοντα τα προβλεπόμενα από τις ως άνω φορολογικές διατάξεις τιμολόγια.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον ενάγοντα αμοιβής από το έργο της επί της οδού ... στη …, παραβίασε τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη φορολογικές διατάξεις, καθώς και το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, με το να δεχθεί ότι <<Η αποτίμηση των εργασιών και η αγορά υλικών ως προελέχθη ανήλθε στο ποσό των 19.254 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19% (επί του απαιτουμένου ποσού, κατά την αγωγή) 2.108 ευρώ (ήτοι 10.494 ευρώ Χ 19%), δηλαδή στο συνολικό ποσό των 21.402 ευρώ (ήτοι 19.294 ευρώ + 2108 ευρώ) και επομένως πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος από το ως άνω πρώτο έργο το ποσό των 5.402 ευρώ (ήτοι 21.402 ευρώ μείον 16.000 ευρώ που του κατέβαλαν), όπως επίσης και το ποσό των 1026 ευρώ που αντιστοιχεί στον ΦΠΑ (19%) επί του ως άνω ποσού>>.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμός, καθόσον με την κρίση του αυτή το Εφετείο, προέβη σε διπλό υπολογισμό του ΦΠΑ για ένα μέρος της αμοιβής του ενάγοντος εργολάβου, αφού υπολογίζει το φόρο αυτό, τόσο στη συνολικά δικαιούμενη απ' αυτόν αμοιβή του για την εκτέλεση και παράδοση του ως άνω έργου, όσον και επί του οφειλόμενου μέρους της αμοιβής αυτής από το ίδιο έργο, παραβιάζοντας έτσι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφενός μεν την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά την οποία "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", από την οποία πηγάζει η αρχή της απαγόρευσης της διπλής φορολόγησης των πολιτών από την ίδια αιτία, αφετέρου δε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1642/1986 από τις οποίες συνάγεται, εκτός των άλλων, ότι επί παροχής υπηρεσιών με σύμβαση έργου, ο αναλογούν ΦΠΑ επί της αμοιβής του εργολάβου, καταβάλεται άπαξ από τον υπόχρεο στην καταβολή του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 638/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013).). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 638/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ