Legislator Case Law & Legislation
623/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider specific statute of limitations facts affecting case outcome.

Case Number 623/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding a bank debt dispute. The appellant argued the bank failed to consider specific facts necessary to calculate the statute of limitations for interest payments. The court ruled that the lower court correctly rejected the appeal as inadmissible because the appellant did not provide the necessary data to determine the exact start dates and amounts of the interest payments. Consequently, the court held that the lower court had no duty to speculate on missing figures and properly dismissed the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 14 of the Code of Civil Procedure; The court is not required to consider facts that are insufficiently detailed to allow for a determination of their legal effect.

Keywords

AI generated
statute of limitations inadmissible appeal insufficient facts interest calculation Code of Civil Procedure bank debt speculation on facts

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 14 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 250(15) of the Civil Code
Article 268(b) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 88/1980
Supreme Court 38/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 623/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Μ. Φ. το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ζωή Χονδρού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Φεβρουαρίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 105/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 3 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 11/1996, 12/1991). Επίσης ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν αφορά αντιρρήσεις της κατ' άρθρον 933 ΚΠολΔ ανακοπής, εφόσον αυτές δεν ασκήθηκαν αποκλειστικά και μόνον με το δικόγραφο αυτής και δεν προτείνονται περαιτέρω παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 262 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, η αναιρεσείουσα με λόγο της ανακοπής που άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης, ενόψει της επισπευδομένης από την τελευταία εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, δυνάμει τίτλου διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε για απαίτηση της από κατάλοιπο που προέκυψε μετά το κλείσιμο του μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, ισχυρίσθηκε, ότι η εις βάρος της διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης είναι άκυρη ως καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενη, εκτός των άλλων, προς θεμελίωση του ισχυρισμού της αυτού, ότι μετά τις 2-2-1994 που γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν από την αναιρεσίβλητη το κλείσιμο, στις 4-7-1994, του μεταξύ τους, συναφθέντος κατά το έτος 1989, ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, της παρέδωσε έναντι του προκύψαντος καταλοίπου των 1.716.699 δραχμών, τρεις συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 1.500.000 δραχμών, εκδόσεως της ίδιας και αποδοχής του τρίτου Κ.

Δ. με τη συμφωνία να καλυφθεί με το ισόποσο των συναλλαγματικών μέρος του άνω καταλοίπου του, καθώς επίσης να μην επιδιωχθεί απ' αυτήν το ποσό των συναλλαγματικών παρά μόνο από τον αποδέκτη τους, γεγονός που προκύπτει από την άσκηση αγωγής εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς επιδίωξη των ποσών των συναλλαγματικών μόνον εναντίον του τελευταίου.

Μολονότι δε πέτυχε εις βάρος του δικαστική απόφαση με προσωρινή εκτελεστότητα, δεν προβαίνει στην εκτέλεση αυτής, αλλά τελείως καταχρηστικά επιδιώκει την ικανοποίηση της απαίτησής της εις βάρος της διά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ενώπιον του οποίου η αναιρεσείουσα επανέφερε τον άνω ισχυρισμό της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ως προς τα παραπάνω αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που είχε προτείνει για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού αυτού, έλαβε υπόψη του και τα τελευταία, και απέρριψε τον λόγο αυτό ως απαράδεκτο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν στο Εφετείο, ή από το άρθρο 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, για τη μη λήψη υπόψη των άνω περιστατικών, ως θεμελιωτικών του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πρώτο) και υπό την επίκληση των αυτών ως άνω περιστατικών, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια από το άρθρο 559 αρ 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι δεν έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό της και συγκεκριμένα ότι "η επιδίωξη από την αναιρεσίβλητη της είσπραξης των τριών ως άνω συναλλαγματικών συνεπάγεται την απόσπασή τους από τον αλληλόχρεο λογαριασμό στον οποίο πλέον δεν υφίσταται κατάλοιπο εις βάρος της, και έτσι επήλθε απόσβεση της εκ του καταλοίπου αξίωσης αυτής και ανανέωση του καταλοίπου του κλεισθέντος λογαριασμού, κατ' άρθρο 436 ΑΚ, διά της εις την αναιρεσίβλητη οπισθογραφήσεως απ' αυτήν των συναλλαγματικών, κατόπιν συμφωνίας όπως εξοφληθεί από τις τελευταίες, καθώς επίσης και αφηρημένη αναγνώριση του υπολοίπου, χωρίς να απαιτείται εν προκειμένω έγγραφο, κατ'άρθρο 874 ΑΚ".

Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε• με λόγο ανακοπής, με την οποία και μόνο ασκούνται οι αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση (άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ), ούτε άλλωστε και ενώπιον του Εφετείου προβλήθηκε με την έφεση ο αναφερόμενος στο αναιρετήριο ισχυρισμός και επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πιο πάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή, ένσταση ή ανακοπή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1546/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του, προς απόδειξη των αναφερομένων στην προηγούμενη σκέψη ισχυρισμών του, τα εξής έγγραφα: α) αντίγραφο της από 25-5-1994, υπ' αριθ. 169/1994, αγωγής της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς είσπραξη των άνω συναλλαγματικών, β) αντίγραφο λογαριασμού εκ των επισήμων βιβλίων της αναιρεσίβλητης αρ.

λογ. 10880- σύμβαση αρ. 08/280 ΚΠ Γ058 και γ) αντίγραφα των τριών ως άνω συναλλαγματικών, συνιστωσών το κατάλοιπο του λογαριασμού, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ενώπιον του. Όπως όμως προαναφέρθηκε, ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και τα θεμελιούντα αυτόν, ως άνω, αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, ενώ ο έτερος ισχυρισμός της περί απόσβεσης του άνω καταλοίπου δι' ανανεώσεως αυτού με την οπισθογράφηση και παράδοση στην αναιρεσίβλητη των παραπάνω συναλλαγματικών, δεν προτάθηκε παραδεκτώς ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.

Επομένως, ο ανωτέρω (δεύτερος) λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ. 8), που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου ανακοπής και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης, αντένστασης ή του λόγου ανακοπής, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου ανακοπής πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη, μη παραδεκτώς προταθέντα κατ'άρθρο 240 ΚΠολΔ, ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τον οποίο, ο λόγος της ανακοπής περί παράνομου ανά τρίμηνο ανατοκισμού των κεφαλαιοποιημένων τόκων του λειτουργούντος μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού είναι νόμω αβάσιμος, καθόσον με τον όρο 1 της μεταξύ τους σχετικής συμβάσεως είχε συμφωνηθεί δικαίωμα ανατοκισμού των τόκων κατά το ανά τρίμηνο περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού.

Όμως, ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του οποίου απαιτείτο να τηρηθεί ο τρόπος επαναφορά αυτού ενώπιον του Εφετείου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 240 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση του λόγου ανακοπής της αναιρεσείουσας για παράνομο ανατοκισμό των κεφαλαιοποιημένων τόκων του συμφωνηθέντος και λειτουργούντος μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, και επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα άνω περιστατικά αρνήσεως των θεμελιούντων τον σχετικό λόγο ανακοπής γεγονότων, περιέχονται σαφώς στις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτών.

Κατά το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των τόκων, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 253 ΑΚ η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στα προηγούμενα άρθρα.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε πέντε χρόνια παραγράφονται και οι τόκοι της υπερημερίας (οφειλόμενοι από της οχλήσεως, άρθρα 340, 345 ΑΚ), η εν λόγω δε βραχυπρόθεσμη (πενταετής) παραγραφή αρχίζει να τρέχει από την αρχή κάθε επόμενου έτους εκείνου εντός του οποίου έχουν παραχθεί αυτοί (τόκοι) και κατά το οποίο ο δικαιούχος μπορούσε να εγείρει αγωγή και να τους ζητήσει.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 268 ΑΚ κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή. Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατ' αξαίρεση του καθιερούμενου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των με τελεσίδικη απόφαση βεβαιωθεισών αξιώσεων, οσάκις πρόκειται περί περιοδικής παροχής, όπως είναι η περί τόκων, εφόσον κατά την τελεσιδικία της απόφασης, που την βεβαιώνει, δεν είναι απαιτητή ως καθισταμένη μεταγενεστέρως ληξιπρόθεσμη, η περί αυτής αξίωση του καθιερούμενου στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 268 ΑΚ κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής των, με τελεσίδικη απόφαση, βεβαιωθεισών απαιτήσεων, υπόκεινται στην από το άρθρο 250 αριθ. 15 ΑΚ προβλεπόμενη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία αρχίζει (άρθρο 253 ΑΚ) μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου έγινε η απαίτηση απαιτητή (ΑΠ 592/2009, ΑΠ 1355/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο με βάση εκτελεστό τίτλο, κατά δε την παρ. 2 περ. ε' του ίδιου άρθρου εκτελεστοί τίτλοι είναι και οι διαταγές πληρωμής, που εκδίδουν έλληνες δικαστές. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 632, 624, 626 και 629-631 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώνεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο κεφάλαιο αποτελεί τίτλο εκτελεστό όχι μόνο για την κύρια απαίτηση, αλλά και για κάθε παρεπόμενη, όπως είναι οι τόκοι, εφόσον ρητώς ορίζεται σε αυτή η προς καταβολή τούτων υποχρέωση του οφειλέτη.

Όσον αφορά τους τόκους επί των τόκων, δηλαδή τους ανατοκισθέντες τόκους, είτε αυτοί ζητούνται με βάση τα άρθρα 296 ΑΚ και 112 παρ. 1 Εισ.Ν.ΑΚ, είτε προβλέπονται με άλλη διάταξη νόμου, η διαταγή πληρωμής, όπως και κάθε δικαστική απόφαση αν επιδικάζει απλώς έντοκη την απαίτηση, δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό, μόνο δε αν επιδικάζει ρητώς και τόκους επί των τόκων, αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

Εξάλλου, με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 934 του ίδιου Κώδικα. Οσάκις ο ανακόπτων προσβάλλει με την ανακοπή του την επιτασσομένη να πληρώσει απαίτηση του καθού διά πραγματικών ισχυρισμών που αποτελούν την ιστορική βάση ενστάσεων, φέρει το βάρος απόδειξης αυτών, εφόσον ο καθού η ανακοπή αρνείται την αλήθεια των υπό του ανακόπτοντος επικαλούμενων ισχυρισμών, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν.

Προκειμένου δε περί ενστάσεως παραγραφής περιοδικών παροχών που αναφέρονται σε επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, πρέπει να εκτίθεται προς θεμελίωσή της, εκτός από το χρόνο γέννεσης της αξίωσης και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, και το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, εφόσον οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου, διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη.

Η έλλειψη δε της εκθέσεως των στοιχείων αυτών ελέγχεται αναιρετικά, με τον λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ενώ αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πραγματικά γεγονότα μολονότι εκτίθενται προς θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως, δίδεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της από 23-2-2001 ανακοπής που άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, επιδιώκοντας την ακύρωση της επισπευδομένης εις βάρος της από την αναιρεσίβλητη αναγκαστικής εκτέλεσης, ισχυρίσθηκε, κατ' εκτίμηση του όλου δικογράφου της ανακοπής, τα εξής:

Ότι στις 17-1-2000 της επέδωσε το πρώτον η καθ' ης (αναιρεσίβλητη) αντίγραφο β' απογράφου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 7660/1994 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την κάτω από αυτή, από 14-1-2000, επιταγή προς πληρωμή, με την οποία την επιτάσσει να πληρώσει, εκτός των άλλων, α) για επιδικασθέν κεφάλαιο 1.716.699 δραχμές, β) για τόκους, του χρονικού διαστήματος από 3-2-1994 μέχρι την 14-1-2000, που συνέταξε την επιταγή, το ποσό των 2.848.623 δραχμών, στους οποίους περιλαμβάνονται, νόμιμοι τόκοι υπερημερίας, καθώς και τόκοι τόκων των καθυστερούμενων τόκων υπερημερίας ανατοκιζόμενοι ανά τρίμηνο και γ) για τόκους επί του ΕΦΤΕ της ως άνω περιόδου, βάσει της συμβατικής υποχρεώσεως, το ποσόν των 85.459 δραχμών.

Και ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 250 αρ. 15 και 268 εδαφ. β' ΑΚ, έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές πενταετή παραγραφή οι επιτασσόμενοι να πληρώσει τόκοι της περιόδου από 3-2-1994 έως 31-12-1995, καθώς και οι αντίστοιχοι τόκοι της ίδιας περιόδου επί του ΕΦΤΕ και επομένως είναι άκυρη η επιταγή προς πληρωμή, κατά το μέρος που επιτάσσεται να πληρώσει και τους τόκους αυτούς.

Με βάση το περιεχόμενο του ως άνω λόγου ανακοπής, η προβαλλόμενη δι' αυτού ένσταση παραγραφής, είναι αόριστη, καθόσον, το επιτασσόμενο να πληρώσει η αναιρεσείουσα ποσόν για τόκους, δεν αναφέρεται μόνο σε τόκους υπερημερίας επί του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής κεφαλαίου, αλλά και σε τόκους επί των καθυστερούμενων τόκων με ανά τρίμηνο ανατοκισμό αυτών, σε τρόπον ώστε για την πληρότητα της ένστασης αυτής προκειμένου να καθίσταται εφικτή η εξαγωγή των τόκων που έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, και κατά τους οποίους θα ήταν άκυρη η επιταγή προς πληρωμή, έπρεπε να εκτίθενται στο σχετικό λόγο ανακοπής α) ο χρόνος γέννησης κάθε περιοδικής παροχής αφού όλες δεν γεννήθηκαν το 1994 αλλά κάθε μια απ' αυτές κατά τα επόμενα έτη και μέχρι το 2000, β) το ύψος κάθε μιας περιοδικής παροχής ανά έτος, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, στο ποσό των τόκων κάθε έτους, πέραν από τους τόκους υπερημερίας, η αναιρεσίβλητη τράπεζα έχει υπολογίσει και τόκους τόκων ανά τρίμηνο για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα και γ) το χρόνο έναρξης της παραγραφής κάθε επί μέρους παροχής για να είναι ευχερής ο προσδιορισμός του χρόνου συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής για κάθε μια από αυτές.

Το Εφετείο επομένως, ενώπιον του οποίου επανέφερε νομίμως η αναιρεσείουσα το σχετικό λόγο ανακοπής, με τον οποίο προβάλλεται η επίδικη ένσταση παραγραφής, μετά την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να απορρίψει την ένσταση αυτή ως αόριστη, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα παραδεκτώς προταθέντα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-02-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 105/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ