Supreme Court dismisses appeal against death of defendant, ruling appeal must target heirs if death occurred after final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding a civil dispute involving multiple parties. The appellant argued the case was inadmissible because a defendant had died due to schizophrenia, but the court found no evidence supporting this claim. Consequently, the court ruled that since the death occurred after the final judgment, the appeal must be directed against the deceased's heirs rather than the deceased themselves.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35 of the Civil Code; Article 558 of the Code of Civil Procedure: If a party dies after a final judgment is issued, an appeal must be filed against the universal successors (heirs), and an appeal against the deceased is inadmissible if the appellant knew of the death prior to filing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 574 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 574/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πέτρο Μηλιαράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2. Ψ2, τούτου, αποβιώσταντος την 30-12-2005, κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού: α)Ψ1,(ήδη 1η αναιρεσίβλητη), β) Ψ3, (ήδη 3η αναιρεσίβλητη), γ) Ζ3, και λόγω θανάτου αυτής κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της γ1.Θ1, γ2.Θ2 και γ3.Θ3, δ)Ζ4 ε) Ζ5 και 3. Ψ3. Οι 1η, 2η, γ1.,γ2,γ3 εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Κοκκίνου-Ψυχογυιού, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ενώ οι υπό στοιχ. (δ) και (ε) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Νικητάκης, ο οποίος ανεκάλεσε την από 9-10-2009 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-12-2004 και 17-3-2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν`. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2140/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7215/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-2-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 28-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχεία (δ) και (ε) αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από ης διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚπολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση επ' αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.7215/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία ασκήθηκε την 04.03.2008, απευθύνεται και κατά των Ψ2 και Ζ3, αντιδίκων του αναιρεσείοντος (εναγόντων), οι οποίοι, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει, είχαν αποβιώσει πριν από την άσκησή της.
Από την επισκόπηση, των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο την 17.5.2007, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εμφανίστηκαν οι κληρονόμοι των προαναφερομένων και εδήλωσαν ότι ο μεν Ψ2 απεβίωσε την 8.11.1985 η δε Ζ3 την 8.1.2007 και ότι αυτοί συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη.
Επομένως, έκτοτε και κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων γνώριζε τον θάνατο των αντιδίκων του, Ψ2 και Ζ3, γι' αυτό η κρινόμενη αίτηση καθόσον απευθύνεται κατ' αυτών είναι απαράδεκτη.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση (έστω και έμμεση) κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, αυτό δέχθηκε ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό του αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος εξ αδιαθέτου από τον ίδιο και τους ενάγοντες εντολέα του, Ξ, πώλησε, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας "ΚΑΡΑΜΑΝΩΦ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", μετοχές που ανήκαν στον εντολέα και εισέπραξε το ποσό των 278.733,88 ευρώ, το οποίο δεν μεταβίβασε στον εντολέα ούτε στους κληρονόμους αυτού (ενάγοντες), αλλά χωρίς δικαίωμα το παρακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία.
Στην κρίση του, ότι ο εναγόμενος εντολοδόχος προέβη στην πώληση των άνω μετοχών και εισέπραξε το εξ αυτής τίμημα στο όνομα και λογαριασμό του εντολέα του (άμεσος αντιπρόσωπος), κατέληξε το Εφετείο, δεχόμενο ότι από το υπ' αριθμ.... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μπάνου, χωρίς κενό και αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως του εντολέα , προκύπτει ότι αυτός, εκτός των άλλων, έδωσε την εντολή στον εναγόμενο να πωλήσει, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα, τις εν λόγω μετοχές και να εισπράξει το εξ αυτής τίμημα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται, κατ' εκτίμηση, στο Εφετείο η αιτίαση πως, μολονότι διαπίστωσε εμμέσως κενό στη βούληση του εντολέα σχετικώς με τον ορισμό του εναγομένου ως άμεσου αντιπροσώπου του δεν προέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι δε αν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξιών. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση. Με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του εντολέα στο άνω πληρεξούσιο, παρά τον νόμο δεν εφάρμοσε το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι συνηθίζεται η άτυπη δωρεά με την χορήγηση πληρεξουσίου από τον δωρητή στον δωρεοδόχο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος .
Επειδή, προϋποθέσεις για την κατ' άρθρο 914 ΑΚ δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, είναι α) η παράνομη συμπεριφορά, β) η υπαιτιότητα, γ) η επέλευση της ζημίας και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 914 και 375 ΠΚ συνάγεται ότι, αν ο εντολοδόχος σε εκτέλεση της εντολής απέκτησε κινητό πράγμα σύμφωνα με τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα του εντολέα, τότε δεν γίνεται κύριος αυτού, μη αποδίδων δε τούτο στον εντολέα διαπράττει υπεξαίρεση εις βάρος του εντολέα και υποχρεούται σε αποζημίωση αυτού.
Τέλος, από το άρθρο 1710 ΑΚ προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλαδή το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) αυτού, που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπο του. Από αυτά παρέπεται ότι η απαίτηση του εντολέα έναντι του αμέσου αντιπροσώπου του, προς απόδοση των αποκτηθέντων κινητών πραγμάτων και χρημάτων που ο αντιπρόσωπος απέκτησε από την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εντολής, περιέρχεται, στην περίπτωση θανάτου του εντολέα, στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του, δυνάμει του άνω αναφερομένου πληρεξουσίου, πώλησε μετοχές και του εντολέα και εισέπραξε το παραπάνω ποσό τιμήματος, το οποίο δεν απέδωσε στον εντολέα όταν αυτός ζούσε, ούτε στους ενάγοντες που τον κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου, κατά το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη ποσοστό ο καθένας, αλλά υπεξαίρεσε αυτό και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του.
Κατόπιν τούτων, έκρινε ότι ο εναγόμενος ενήργησε παρανόμως και υπαιτίως και προκάλεσε ζημία στο εντολέα του, ισόποση με το τίμημα που εισέπραξε από την πώληση των μετοχών, η απαίτηση δε του εντολέα προς αποζημίωση από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του εναγομένου, ως στοιχείο της κληρονομιάς του, περιήλθε στους ενάγοντες και τον εναγόμενο, εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, κατά το αναλογούν στη μερίδα καθενός ποσό.
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 719, 914, 1710, 297.298 ΑΚ και οι περί του αντιθέτου τρίτος και τέταρτος λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.20 και 561 ΚπολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚπολΔ, έγγραφο διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει ύστερα από ορθή ανάγνωση του (Ολ.ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ.1 και 559 αρ.20 ΚπολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό του αληθινού γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Με τον πέμπτο λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί πως στην πώληση των ανηκόντων στον θανόντα εντολέα μετοχών και στην είσπραξη του εξ αυτής τιμήματος προέβη ο εναγόμενος εντολοδόχος ως άμεσος αντιπρόσωπος, στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα του, δυνάμει του άνω πληρεξουσίου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγου πληρεξουσίου, διότι αληθινή βούληση του εντολέα ήταν να δωρίσει το εκ της πωλήσεως των μετοχών τίμημα στον εναγόμενο εντολοδόχο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται σε σφάλμα του Εφετείου ως προς την ανάγνωση του περιεχομένου του εν λόγω πληρεξουσίου, αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου του. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεως του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από τον νόμο για την θεμελίωση του δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο.
Η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται μέσω των αριθμών 8 και 14 του ίδιου άρθρου. Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης, για να κριθεί αν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται.
Με τον έκτο λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστες τις εναντίον του αναιρεσείοντος συνεκδικασθείσες αγωγές των αντιδίκων του. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι, αφ' ενός μεν, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των αγωγών, αφ 'ετέρου δε, δεν αναφέρεται ότι τον περί αοριστίας των αγωγών ισχυρισμό προέβαλε ο αναιρεσείων (εναγόμενος) στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Με τον έβδομο λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε: α) αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ξ αριθμ. ... τόμος ... του έτους 2003 του Ληξιαρχείου ..., β) αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ψ2 αριθμ.... τόμος ... έτος 2005 του Ληξιαρχείου ..., γ) την υπ' αριθμ.309/20.1 1.2006 βεβαίωση της χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΑΜΑΝΩΦ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΠΕΥ" και δ)αντίγραφο της αστυνομικής του (αναιρεσείοντος) ταυτότητος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο πως έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
Από τα άρθρα 62, 63 παρ.1 και 64 παρ.1 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ προκύπτει ότι ικανός να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα είναι και το φυσικό πρόσωπο, που είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ιδίου κώδικα), παύει να υπάρχει με τον θάνατο του φυσικού προσώπου.
Όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, όπως είναι και εκείνοι που κηρύχθηκαν σε δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1666 επ. ΑΚ, παραμένουν διάδικοι, εκπροσωπούνται όμως από τους κατά το ουσιαστικό δίκαιο νόμιμους αντιπροσώπους τους και, προκειμένου για πρόσωπο που κηρύχθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, από τον διορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη, ο οποίος αντιπροσωπεύει αυτό στο πλαίσιο των καθηκόντων που του παρασχέθηκαν με την τελεσίδικη περί διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη απόφαση.
Από αυτά, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής, που ασκείται από πρόσωπο το οποίο είναι ανίκανο να παρίσταται στο δικαστήριο στο δικό του όνομα, όπως είναι, κατά τα προαναφερθέντα και εκείνο που κηρύχθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, απαιτείται να γράφονται τα στοιχεία τόσο του ανίκανου προς δικαστική παράσταση, όσο και του νόμιμου εκπροσώπου του.
Η παράλειψη ή η εσφαλμένη αναγραφή ενός των στοιχείων αυτών, εφ' όσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία περί την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 8° λόγο, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η εναντίον του αγωγή του αδελφού του Ψ3 είναι απαράδεκτη, διότι ο ενάγων αυτός, κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής έπασχε από σχιζοφρένεια και ήταν ανίκανος προς δικαιοπραξία.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώ αντίθετα από τα προσκομισθέντα έγγραφα (πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών) αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω Ψ2, που αποβίωσε την 30.12.2005, μέχρι του χρόνου του θανάτου του δεν είχε κηρυχθεί σε απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη ή δικαστική συμπαράσταση.
Επομένως, λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03.02.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ.7.215/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ από κοινού για τους εξ αυτών Ζ4 και Ζ5 και τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ για τους εξ αυτών Ψ1, Ψ3, Θ1, Θ2 και Θ3.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ