Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, ruling 30-year prescription invalid for pre-1915 public property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a final court ruling confirming private ownership of a 4.81-hectare plot. The State argued the land was public property acquired through 30 years of good faith possession starting in 1885, but the Court found the lower court correctly rejected this claim. The Court held that the land was privately owned and cultivated long before the State's alleged possession, rendering the 30-year prescription period inapplicable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure; The 30-year prescription period for acquiring ownership by good faith possession does not apply to land that was privately owned and cultivated prior to the start of the possession period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 9 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π.Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια της Χριστίνας Γιωτοπούλου , Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε υπόμνημα ή προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γεωργίας Σαρρή (ΑΜ 1176 ΔΣΠατρών) και κατέθεσε υπόμνημα αυθημερόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. ΤΜ 201/15-7-2013 αγωγή του νυν αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή και 95/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την με αρ. κατ. 41/20-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η δικαστική πληρεξουσία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η δε πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο νυν αναιρεσίβλητος με την με αρ. κατ. ΤΜ 201/15-7-2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε α) την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς του επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 01 131 21 09 051, εμβαδού 4810 τμ, την οποία- κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς- απέκτησε με παράγωγο τρόπο το 1984 δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαίου δωρεάς , νομίμως μεταγραφέντος, άλλως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος τούτο αυτός ο ίδιος από το 1984, οι δε δικαιοπάροχοί του, άμεσοι και απώτατοι δυνάμει τίτλων ήδη από το 1918 και β) τη διόρθωση της σχετικής πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, καθόσον τούτο (επίδικο) καταχωρίσθηκε ανακριβώς στα οικείο κτηματολογικό φύλλο ότι ανήκει στο νυν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά ποσοστό 100% .
Εκδόθηκαν οι α) 14/5-2-2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που δέχθηκε την αγωγή και β) 95/11-6-2019 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ηττηθέν εναγόμενο- εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ.41/20-11-2020, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της , καθόσον δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ).
Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 4/2024).
Από το δε άρθρο 216 §1 στοιχείο β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, διαφορετικά το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.
Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του Δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών κατ' άρθρο 6§2 του ν.2664/1998, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, μεταξύ των άλλων και ακριβής περιγραφή του ακινήτου που αφορά η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή.
Στην περίπτωση που το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο που είναι αποτυπωμένο στο κτηματολογικό διάγραμμα (δηλ. δεν υπάρχει ανακρίβεια ως προς την αποτύπωση του γεωτεμαχίου, ώστε να υπάρξουν χωρικές μεταβολές) αρκεί και μόνη η αναφορά του ΚΑΕΚ για τον προσδιορισμό του, χωρίς περαιτέρω περιγραφή του επιδίκου κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ακόμη και εάν τούτο (επίδικο) προέρχεται από προγενέστερη των πρώτων εγγραφών κατάτμηση (εκούσια ή αναγκαστική) μείζονος ακινήτου, οπότε δεν χρειάζεται ούτε περιγραφή του τελευταίου (μείζονος ακινήτου). Και τούτο διότι ο ΚΑΕΚ (Κωδικός
Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) είναι ο 12ψήφιος αποκλειστικός και μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο που προσδιορίζει τούτο κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, ώστε ουδεμία αμφιβολία να δημιουργείται ως προς την ταυτότητά του, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 11 §3-4 του ν.2664/1998). Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα το πρώτο διψήφιο το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, το επόμενο τριψήφιο το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα ή Κοινότητα (πριν τον Καλλικράτη), το επόμενο διψήφιο τον "κτηματολογικό τομέα" (που στις μεν αστικές περιοχές ορίζεται σαν ένα σύνολο από 10-15 περίπου οικοδομικά τετράγωνα που περιβάλλονται από κύριους οδικούς άξονες ή άλλου είδους χαρακτηριστικά του αστικού χώρου ,π.χ.
πάρκα, πρόκειται δηλ. για συνοικία, στις δε αγροτικές περιοχές ορίζεται σαν ένα σύνολο γεωτεμαχίων με συνολική έκταση από 200 έως 2000 στρέμματα τα οποία περιβάλλονται από φυσικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά , π.χ. δρόμους, ποτάμια), το επόμενο διψήφιο την "κτηματολογική ενότητα" ( πρόκειται για σύνολο συνεχόμενων γεωτεμαχίων που περιβάλλονται από κάποιο φυσικό ή τεχνητό χαρακτηριστικό , δηλ.
δρόμο, ποτάμι, κανάλι, κλπ, ειδικά δε στις αστικές περιοχές ταυτίζεται με το οικοδομικό τετράγωνο, χωρίς τους περιβάλλοντες δρόμους) και τέλος ο αύξων αριθμός του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο), ο δε μοναδικός αυτός ΚΑΕΚ παραπέμπει και σε συγκεκριμένες συντεταγμένες κορυφών κατά το σύστημα ΕΓΣΑ 87 που αποτυπώνονται στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα και προσδιορίζουν με τον μέγιστο δυνατό τρόπο την ακριβή θέση του (ΑΠ 877/2025, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 1620/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής, της οποίας αντικείμενο είναι η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ως προς τον δικαιούχο κυριότητας και μόνο, αναφέρεται ο ΚΑΕΚ του επίδικου γεωτεμαχίου και επιπλέον επισυνάπτεται στο αγωγικό δικόγραφο και απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του επιδίκου, ώστε να εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του και να μην επέρχεται σύγχυση και αμφιβολία ως προς αυτή και κατά συνέπεια ουδόλως επέρχεται αοριστία της αγωγής, ούσας αδιάφορης για το ορισμένο της συγκεκριμένης αγωγής η περιγραφή του μείζονος ακινήτου, από την κατάτμηση του οποίου προήλθε το επίδικο σε χρόνο προγενέστερο της έναρξης λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή ( όπου βρίσκεται το επίδικο) και στον οποίο (χρόνο έναρξης ΕΚ) αναφέρονται οι πρώτες εγγραφές.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο, το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της αγωγής, γιατί δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου εντός της ευρύτερης έκτασης, ούτε τα όρια, οι πλευρικές διαστάσεις και η θέση της ευρύτερης έκτασης εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, της, παρά το νόμο, μη κήρυξης απαραδέκτου, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην αγωγή εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητα του επιδίκου και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 25,26,27/1994). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1011/2021, ΑΠ 1259/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κρίνοντας ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα με παράγωγο τρόπο ( συμβόλαιο δωρεάς νομίμως μεταγραφέν ), αλλά και με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη) με τις ακόλουθες ειδικότερα παραδοχές: "Ο παππούς του ενάγοντος Α. Σ. του Ν., δυνάμει του ...-1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Χ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο Μεσολογγίου με αριθμό 7819 στον τόμο 77 των βιβλίων μεταγραφών αυτού, απέκτησε κατά κυριότητα με αγορά από την Ε. Α. του Ι., το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό ακίνητο, ....Κατά το έτος 1984 ο παππούς του ενάγοντος... αποφάσισε να μεταβιβάσει το αποκτηθέν από τον ίδιο κατά το έτος 1952 προαναφερόμενο ακίνητο έκτασης 15.000 τ.μ τουλάχιστον σύμφωνα με το ...-1953 συμβόλαιο ......με δωρεά εν ζωή στους πέντε εγγονούς του, .....ήτοι στον ενάγοντα, που ήταν ανήλικος (γεννήθηκε το έτος 1977), και τους αδελφούς του. Έτσι, στον ενάγοντα μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή, δυνάμει του ...-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δ. Μ. ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 4.810,50 τ.μ.
Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ο ενάγων, από το χρόνο που ενηλικιώθηκε έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής και πριν από αυτόν οι ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του για λογαριασμό του, καθώς και οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι από το χρόνο απόκτησης του ακινήτου και εγκατάστασής τους σ' αυτό, έως τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις, ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως στο ανωτέρω ακίνητο, που φέρεται να έχει έκταση 4.810 τ.μ.
σύμφωνα με τον επικαλούμενο από τον ενάγοντα τίτλο, όλες τις συνδεόμενες με τη φύση και το χαρακτήρα του ακινήτου αυτού πράξεις νομής και κατοχής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, όργωναν και καλλιεργούσαν το ακίνητο, το πότιζαν, φύτευαν φυτά και ελαιόδενδρα και καλλιεργούσαν αυτό και συγκέντρωναν τον ελαιόκαρπο, προς εκμετάλλευση.
Επομένως, ο ενάγων απέκτησε στο ανωτέρω ακίνητο δικαίωμα κυριότητας, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 1033, 1041, 1042, 1045,1046 και 1051 του Α.Κ...Aπό τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε ότι ο ενάγων από το χρόνο μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου, αρχικά μέσω των γονέων του και από την ενηλικίωση αυτού έως την άσκηση της αγωγής, δηλαδή για περισσότερο από 20 χρόνια ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως και χωρίς να αμφισβητείται το δικαίωμά του από τρίτους, πράξεις νομής και κατοχής σ' αυτό με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι είναι κύριος, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τούτο και με τακτική αλλά και έκτακτη χρησικτησία." Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη για ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την κρίση περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα επειδή α) δεν αποδείχθηκε ότι η Ε.
Α. (απώτατη δικαιοπάροχος του ενάγοντα) είχε νόμιμα αποδεχθεί την κληρονομία του πατρός της Ι., της μητρός της Π. και των αδελφών της Α. και Σ., οπότε ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του μείζονος ακινήτου των 50 στρεμμάτων σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μεταβιβάσει τούτο δια του .../1953 συμβολαίου στον απώτερο δικαιοπάροχο παππού του αναιρεσιβλήτου Α.
Σ. και ο ενάγων αντίστοιχα να μην απέκτησε ποτέ κυριότητα επ' αυτού δια παραγώγου τρόπου και β) δεν αιτιολογεί γιατί η έκταση του μείζονος ακινήτου , από το οποίο προήλθε το επίδικο, δεν ταυτίζεται αριθμητικά στους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων του και γενικά πως ταυτοποιείται το επίδικο. Ο λόγος, όμως, αυτός, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος διότι βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (561§1 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αλυσιτελής, καθ' όσον με αυτόν προσβάλλεται η επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει την κυριότητα του ενάγοντος στον παράγωγο τρόπο, πλην όμως δεν επλήγη ευδόκιμα , όπως θα εκτεθεί αμέσως κατωτέρω, με λόγο αναίρεσης η έτερη επάλληλη αιτιολογία περί κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, η οποία, στηρίζει κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
IV. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται την πλημμέλεια εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες εκ πλαγίου παραβίασε τις διατάξεις των ν.8§1 Κωδ.(7.39), ν.9§1(Πανδ.50.14), ν.2§20 (Πανδ.41.4), ν.6§1 (Πανδ.44.3), ν.76§1(Πανδ.18.1) και ν.7§3 (Πανδ.23.8), 27(Πανδ.18.11), 15§3, 48 (Πανδ.41.3), 11 (Πανδ.61.4),5§5,1 (41.10) και 109 (Πανδ.50.16) περί κτήσης κυριότητας επί ακινήτου με χρησικτησία υπό την ισχύ του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δηλαδή πριν την εισαγωγή του ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν.21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 "περί αεροπορικής άμυνας" και 4§1 του αν 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", κρίνοντας ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με χρησικτησία χωρίς να υπάρχουν παραδοχές "περί συγκεκριμένων πράξεων νομής σαφώς προσδιορισμένων κατ' όνομα απώτερων ή απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου, καλή τη πίστη και με διάνοια κυρίου την κρίσιμη 30ετία 1885-1915, ενώ οι ως άνω μνημονευόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης πράξεις νομής πρατίθενται αλυσιτελώς , αφού ανάγονται το πολύ σε χρονικό διάστημα 20ετών πριν την άσκηση της από 11-7-2013 αγωγής του αντιδίκου και όχι 30 χρόνια πριν την 11-9-1915" .
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Συγκεκριμένα προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι το επίδικο υπήρξε αρχικά δημόσιο κτήμα είτε ως δάσος ή δασική έκταση, είτε ως λιβάδι ή βοσκότοπος, είτε ως αδέσποτο, είτε ότι εγκαταλείφθηκε από οθωμανό ή το τουρκικό δημόσιο , είτε λόγω χρησικτησίας του ίδιου του Ελληνικού Δημοσίου και ακολούθως εξέφυγε της δημόσιας κτήσης δια της χρησικτησίας του ΒΡΔ (30ετούς νομής με καλή πίστη) από ιδιώτη μέχρι την 11-9-1915, στην κρινόμενη, όμως, περίπτωση, το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες παραδοχές περί της ανυπαρξίας δημοσίου κτήματος "...η περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο και συνεπώς το τελευταίο ουδέποτε-ούτε και κατά την ισχύ του β.δ.
της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" - είχε τον χαρακτήρα της δασικής εκτασης...δεν προκύπτει ότι στο επίδικο και στην περιοχή στην οποία ανήκει εγκαταστάθηκε το εναγόμενο (ενν. το Ελληνικό Δημόσιο) , το οποίο και προέβη στη δήμευση αυτού μετά την εγκατάλειψή του από το τουρκικό δημόσιο, ούτε ότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο, ούτε ότι ασκούσε σε αυτό πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, ούτε ότι ήταν αδέσποτο ..".
Επομένως , εφόσον επρόκειτο για ανέκαθεν ιδιωτικό κτήμα και δη καλλιεργούμενο αγρό, για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί κτήσης της κυριότητας επ' αυτού από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία κατά το κρίσιμο χρόνο των πρώτων εγγραφών του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή του επιδίκου ( 18-5-2006, ΦΕΚ Β 627/18-5-2006) αρκούσε η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι επί εικοσαετία πριν την ως άνω ημερομηνοχρονολογία (1986-2006) ο ενάγων ασκούσε επί του επιδίκου εμφανείς υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίου κατ' άρθρο 1045 ΑΚ.
V. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 41/20-11-2020 αίτηση για αναίρεση της 95/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με το υπόμνημά του, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 41/20-11-2020 αίτηση για αναίρεση της 95/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ