Supreme Court dismisses appeal against First Instance Court's rejection of public entity's statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Public Entity's appeal against the Single Judge Court's decision to dismiss the employee's lawsuit. The entity argued that the statute of limitations had expired due to a five-year period for public bodies, while the employee claimed the debt remained enforceable. The court ruled that the Single Judge correctly applied the specific limitation periods for public entities and found no procedural errors warranting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 86 of Law 2362/1995 and 1B of Law 3871/2010; The statute of limitations for public legal persons is governed by specific provisions distinct from general civil rules, and a trial court's correct application thereof precludes appellate intervention.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 99 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 99/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" (πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. Π., κατοίκου … Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-02-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 335/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/8/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 335/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που απέρριψε κατ' ουσία την από 29-01-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αρθμ. 215/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25-02-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. 967/2-3-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή Οικονομικού του ΤΑΝ και η υπ'αρθμ. 40/4-1-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πύργου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577παρ.3ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφορούν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).
Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969, "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεως των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το ΒΔ 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω ΝΔ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 ΝΔ 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε όμως το ΝΔ. 496/74, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ., ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974, περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ, ορίζει ότι:
«Παν χρέος προς το νπ, παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη» (παρ.1 εδ.α’) – «Χρέη προς το ν.π. α)..., β)... ,γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν» (παρ.2 ).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.578/1977, ορίζει ότι: «Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα ΝΠΔΔ» (πλήν των αναφερομένων στην παρ.1).... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαιρέσεως ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54 Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεως του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55.' Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι". Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ 496/1974 εξουσιοδοτήσεως, εκδόθηκε το ΠΔ 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985 (ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983).
Τέλος, στο άρθρο 1 του ΝΔ 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου ΝΔ αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ. A του Ν.3655/2008 εντάχθηκε στο ΝΠΔΔ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)", το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του ΠΔ 437/1977, που προαναφέρθηκε, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του κώδικα αυτού (ΑΚ), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφληση του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007 ΑΠ 637/1997).
Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν.2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που : α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).
Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995, κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1....2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος :
περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές". Επίσης η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν 2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του Ν1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.
Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του Ν.3655/2008 ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς : α)... .β)... .γ)... .δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης ...". Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του Ν3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 03-04-2008 , ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1440/2017, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).
Περαιτέρω στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται κατά των παραπάνω αποφάσεων και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σημειώνεται ότι ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ενστάσεως περιστατικά.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 608/2017, ΑΠ 1971/2013).
[II] Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης τελεσίδικης αποφάσεως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Στις 2 Αυγούστου 1993 ο ανακόπτων δικηγόρος, εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας και κάτοικος …, συνήψε με το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", του οποίου το καθού η ανακοπή ν.π.δ.δ. με την επωνυμία " ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" κατέστη καθολικός διάδοχος, δυνάμει του άρθρου 25 του ν.3655/2008, σύμβαση δανείου, ποσού 1.000.000 δρχ.
άλλως 2.934,70 ευρώ. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36.150 δραχμών η καθεμία άλλως 106,09 ευρώ, της πρώτης καταβλητέας την 01-09-1994 και της τελευταίας (36ης) την 01η.8.1997, με συμβατικό επιτόκιο 18% και τελικό ποσό αποπληρωμής 3.819,24 ευρώ. Σύμφωνα με ρητό όρο, υπ'αριθμόν 4, της δανειακής σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του.
Στις 30.12.2011 απεστάλη στον ανακόπτοντα από τον Διευθυντή του καθού, ως καθολικού διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", το υπ'αριθμ.πρωτ. .../16.11.2011 έγγραφο του, με το οποίο ζητήθηκε να καταβάλει το οφειλόμενο χρέος του δανείου του, ποσού 1.273,08 ευρώ μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.
Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. …/02.3.2012 απόφαση καταλογισμού ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα οφειλή συνολικού ποσού 3.802,08 ευρώ και ειδικότερα για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 1.273,08 ευρώ και για τόκους το ποσό των 2.529,00 ευρώ και εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. …/4.1.2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Πύργου και εστάλη στον ανακόπτοντα η υπ'αριθμ. …/8.1.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι αξιώσεις του "Ταμείου Νομικών" για καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την ανωτέρω σύμβαση δανείου, ενόψει του ότι η σύμβαση αυτή ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο εκάστη εξ αυτών σε πενταετή παραγραφή, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ.
Και τούτο διότι με το π.δ. 437/1977, το οποίο εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 56 παρ.2 του ν.δ. 496/1974, εξαιρέθηκαν της εφαρμογής του ν.δ. 496/1974, το οποίο στη διάταξη του άρθρου 44 όριζε την παραγραφή υπέρ και κατά των νομικών προσώπων σε μια πενταετία, εκτός των απαιτήσεων από σύμβαση, των οποίων η παραγραφή ορίστηκε εικοσαετής, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, που υπάγονταν στο Υπουργείο Κοινωνικής Ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και το "Ταμείο Νομικών", το οποίο υπήχθη στην εποπτεία του με το άρθρο 36 παρ.7 του ν.δ. 1/1968.
Ενόψει δε του ότι στο καταστατικό του "Ταμείου Νομικών", που κυρώθηκε με το ν.4114/1960, δεν περιλαμβάνονται διατάξεις που να ρυθμίζουν ειδικώς το θέμα της παραγραφής, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 εδ.δ.
του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ A /58/3.4.2008), που θεσπίζει για τις απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης πενταετή παραγραφή από τη λήξη του έτους εντός του οποίου η απαίτηση βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι οι επίδικες αξιώσεις του καθού για την καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, ως καθολικού διαδόχου του "Ταμείου Νομικών", είχαν ήδη προ της εφαρμογής του ανωτέρω νόμου παραγραφεί, ενόψει του ότι, ελλείψει καταγγελίας της δανειακής συμβάσεως, εκάστη απαίτηση για καθεμία δόση δανείου παραγράφετο αυτοτελώς.
Ειδικότερα οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 106,09 ευρώ εκάστη, που έπρεπε να καταβληθούν, η εικοστή πέμπτη (25η), δεδομένου ότι είχαν καταβληθεί είκοσι τέσσερις (24) δόσεις, την 01-09-1996 και η τελευταία την 01-08-1997, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, που συμπληρώθηκε για την εικοστή πέμπτη την 01-01-2002 και για την τελευταία (τριακοστή έκτη) δόση την 01-01-2003 και συνεπώς όλες οι ενδιάμεσες δέκα (10) δόσεις παρεγράφησαν κατά το χρονικό διάστημα από την 01-01-2002 έως την 01-01-2003.
Επομένως, κατά την έναρξη ισχύος του ν.3655/2008 (03-04-2008) όλες οι δόσεις του δανείου είχαν παραγραφεί και καμία δεν καταλαμβάνεται από το νόμο αυτό.
Συνεπώς, οι τέταρτος και πέμπτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ'ουσίαν. Με βάση τα όσα προεκτίθενται, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1β παρ.2 και 25 αυτού, τύγχανε εφαρμογής πλην του Δημοσίου και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και ότι ως εκ τούτου η επίδικη δανειακή σύμβαση διέπεται από το νόμο αυτό καθόσον άμεσα συμβαλλόμενο σ'αυτήν ήταν φορέας κοινωνικής ασφάλισης, όπως ήταν το πρώην ΕΤΑΑ - TAN και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), η δε εκκαλουμένη εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 του ν.2362/1995, κατά το οποίο η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου, οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις που έχει καταρτίσει, καθώς και απαιτήσεις που αφορούν περιοδικές παροχές , είναι είκοσι έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτών των χρεών και απαιτήσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς το Ταμείο Νομικών και τέως ΕΤΑΝ-ΤΑΝ ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης δεν υπάγονταν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ.3 αυτού περί παραγραφής, έως το 2010, καθώς η διάταξη του άρθρου 1Β παρ.2 του ν.2362/1995, στο οποίο αναφέρεται ότι στην έννοια της Γενικής Κυβέρνησης περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3871/2010 (ΦΕΚ/14.8.2010), ήτοι σε χρόνο κατά το οποίο είχε παρέλθει από το 2003 η προθεσμία παραγραφής των ανεξόφλητων τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου, η οποία ήταν πενταετής με βάση τη γενική διάταξη του ΑΚ, καθώς με το άρθρο μόνο του ΠΔ 437/1977 εξαιρέθηκε το "Ταμείο Νομικών", τέως ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, των διατάξεων του ν.δ.
περί λογιστικού του ν.π.δ.δ. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη έκρινε ότι, επειδή δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως δανείου εκάστη τοκοχρεωλυτική δόση αυτού υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, καθώς κατά την δανειακή σύμβαση δεν απαιτείτο καταγγελία αυτής από το ΕΤΑΑ-ΤΑΝ και πλέον το ίδιο (ΕΦΚΑ), ώστε να δικαιούται να αξιώσει ολόκληρο το ποσό του δανείου, το οποίο υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ'ουσίαν, καθώς από τον όρο υπ'αριθμόν 4 παρ.2 της επίδικης δανειακής σύμβασης σαφώς προκύπτει ότι, μόνο σε περίπτωση που το δάνειο είχε καταγγελθεί λόγω καθυστέρησης καταβολής δύο ή περισσότερων ληξιπρόθεσμων δόσεων "Σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσότερων δόσεων του δανείου το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου..." η αξίωση του εκκαλούντος προς εφάπαξ εξόφληση ολόκληρου του ποσού του δανείου μετά των τόκων θα υπόκειτο σε εικοσαετή παραγραφή.
Επομένως η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν |».
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας και αφού, κατά παραδοχή του τέταρτου και πέμπτου λόγου της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του καθ'ου η ανακοπή- αναιρεσείοντος για τις περιοδικές, τοκοχρεωλυτικές δόσεις του ένδικου δανείου του αναιρεσιβλήτου υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ και συνακόλουθα απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ως άνω διάταξη του άρθρου 250 περ.15 του ΑΚ για την παραγραφή των ένδικων αξιώσεων που έπρεπε να εφαρμοσθεί στην προκείμενη περίπτωση και την οποία ορθώς εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις του άρθρου 86 του Ν.2362/1995 Περί Δημοσίου Λογιστικού και του άρθρου 1Β του Ν 3871/2010, οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν τις εφάρμοσε.
Επομένως, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρθμ.1 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα του αποδίδει το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος είναι αβάσιμος. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, εκτίθενται επαρκώς, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας και με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμά του και συγκεκριμένα ότι, λόγω ελλείψεως καταγγελίας του ένδικου τοκοχρεωλυτικού δανείου εκ μέρους του αναιρεσείοντος δανειστή, η παραγραφή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων που διατήρησαν εντεύθεν την αυθυπαρξία τους είναι πενταετής, με χρόνο ενάρξεως αυτής από τη λήξη του έτους εντός του οποίου η κάθε μια δόση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και εκτίθενται επίσης με σαφήνεια ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσεως, ο ρητός όρος υπ'αριθμ. 4 της δανειακής συμβάσεως ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσοτέρων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του, η μη καταβολή όλων των δόσεων, πλην των πρώτων 24, καθώς και ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της πενταετούς παραγραφής της κάθε δόσεως.
Τέλος το δικαστήριο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ'όσα απαιτούνται από τις προεκτεθείσες διατάξεις για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το αναιρεσείον στον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, άλλως από τον αρθμ.1 του ίδιου άρθρου, κρίνονται αβάσιμα και εντεύθεν και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζονται στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη δίκη το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος Ταμείου δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013). Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05-08-2019 αίτηση για αναίρεση της 335/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ