Supreme Court dismisses appeal against final judgment in traffic accident insurance liability case involving future pension claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two Greek insurance entities against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The lower court ruled that the foreign German insurer could claim future widow's pension benefits from the liable Greek parties under German social security law. The Court upheld this decision, finding no grounds for the appeal regarding the right to claim future liabilities, even though the exact monetary amount remains uncertain.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(1), 577(3), 681A of the Code of Civil Procedure; The right to claim future liabilities for damages does not require a fixed sum if the liability itself is established by law, and an appeal based on the uncertainty of the future amount is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 999 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 999/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στο Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Φορέως κοινωνικής ασφαλίσεως με την επωνυμία "DEUTSCHE RENTENVERSICHERUNG BADEN WUERTTEMBERG" (ΝΤΟΪΤΣΕ ΡΕΝΤΕΝΦΕΡΖΙΧΕΡΟΥΝΓ ΜΠΑΝΤΕΝ ΒΙΡΤΕΜΠΕΡΓΚ - Γερμανική Ασφάλεια Συντάξεων Βάδης-Βυρτεμβέργης), [πρώην "LVA LANDESVERSICHERUNGSANSTALT BADEN WUERTTEMBERG" (ΕΛΦΑΟΥΑ ΛΑΝΤΕΦΕΡΖΙΧΕΟΥΝΓΚΣ ΑΝΣΤΑΛΤ ΜΠΑΝΤΕΝ ΒΙΡΤΕΜΠΕΡΓΚ - Kρατικό Ίδρυμα Ασφαλειών Βάδης-Βυρτεμβέργης)], που εδρεύει στη Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Εύα Τσελώνη - Παρασκευοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1246/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1887/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-8-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-8-2018 (αρ.κατ. 660/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 1887/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη, στις 4-12-2000,στην Εθνική Οδό Κοζάνης-Λάρισας, το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσείων, ιδιοκτησίας της ΕΝΩΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΣΕΡΒΙΩΝ (που σήμερα δεν είναι διάδικος) και του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, συγκρούστηκε με το με αρ.κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Θ.
Χ., με συνοδηγό τον αδελφό του, Γ. Χ., ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στον αναιρεσίβλητο αλλοδαπό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης λαμβάνοντας από αυτόν σύνταξη γήρατος. Το ανωτέρω όχημα, στο οποίο επέβαινε ο ως άνω συνοδηγός, κάλυπτε ασφαλιστικά στην Ελλάδα η ασφαλιστική εταιρεία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ, που επίσης δεν είναι διάδικος σήμερα.
Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίστηκε σοβαρά ο ως άνω συνοδηγός, ηλικίας τότε 67 ετών, ο οποίος αποβίωσε στις 6-1-2001 εξαιτίας των σωματικών κακώσεων, που είχε υποστεί. Για το τροχαίο δυστύχημα κρίθηκαν συνυπαίτιοι αμφότεροι οι οδηγοί (παραβίαση πινακίδος υποχρεωτικής διακοπής της πορείας R2-STOP και υπέρβαση του ορίου ταχύτητας αντίστοιχα) και το θύμα σε ποσοστό 30%, διότι είχε δεχθεί να επιβιβασθεί σε όχημα, που οδηγούσε ο αδελφός του, αν και γνώριζε ότι αυτός δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης.
Το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν αφορά την παρούσα δίκη και έχει κριθεί τελεσίδικα με την υπ' αρ. 271/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, όπως τούτο δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο μέρος. Το θύμα, όπως προεκτέθηκε λόγω της προηγούμενης επαγγελματικής απασχόλησής του στην Γερμανία, ήταν εκ του νόμου ασφαλισμένος για τη συνταξιοδότησή του σε περίπτωση ασθενείας, θανάτου ή ατυχήματος, στον ήδη αναιρεσίβλητο Γερμανικό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και χάριν συντόμευσης Φορέα, που είναι ΝΠΔΔ σύμφωνα με τον Γερμανικό Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης και χάριν συντόμευσης SGB/X.
Ο Φορέας αμέσως μετά το θάνατο του άμεσα ασφαλισμένου του -θύματος, από τις 1-2-2001 άρχισε να καταβάλει στην νόμιμη όσο το θύμα ζούσε σύζυγό του, Ε. Χ., σύνταξη χηρείας, όπως προέβλεπε το άρθρο 90 παρ.2 του SGB/X, η οποία είχε έναντι του συζύγου της - θύματος αξίωση διατροφής κατά το θάνατό του και την οποία είχε απωλέσει λόγω του πρόωρου θανάτου του στο τροχαίο δυστύχημα.
Στη συνέχεια, ο Φορέας άσκησε κατά των υποχρέων την από 25-10-2005 (αρ.κατ. 9896/2005) αγωγή (1η στη σειρά) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε καθ' υποκατάσταση αποζημίωση για τη σύνταξη χηρείας, που είχε καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 4233/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου ως αόριστη.
Ακολούθως, ο Φορέας άσκησε την ένδικη από 31-8-2008 (αρ.κατ. 1298/2012) αγωγή, την οποία απηύθυνε κατά των κληρονόμων (χήρας και τέκνων) του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε το θύμα (1η έως 3η των εναγομένων), κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του αυτοκινήτου αυτού (4η εναγομένη),αλλά και κατά της ιδιοκτήτριας του ετέρου ΙΧΦ αυτοκινήτου (5η εναγομένη),που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, καθώς επίσης κατά των ήδη αναιρεσειόντων, τότε 6ου και 7ης των εναγομένων αντίστοιχα, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου με αρ.κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου.
Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων Φορέας ισχυρίστηκε, ότι είναι ΝΠΔΔ, ότι με βάση το άρθρο 2 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, ο Γ. Χ. - θύμα, ήταν εκ του νόμου ασφαλισμένος σ' αυτόν για τη συνταξιοδότησή του σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος, με αριθμό ασφάλισης …. …./… (βλ. σελίδα 6 της αγωγής), ότι με βάση το άρθρο 90 του SGB/X κατέβαλε στην χήρα του άμεσα ως άνω ασφαλισμένου του, σύνταξη χηρείας από 1-9-2001 έως 30-6-2004 (Α' χρονική περίοδος), πλέον μεριδίου ασφάλισης πρόνοιας και ασθενείας και για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 31-8-2008 (Β' περίοδος) σύνταξη χηρείας, πλέον ασφάλισης ασθενείας, σύμφωνα με τα επί μέρους αναλυτικά ποσά κάθε διαστήματος και συνολικά το ποσό των 46301,50 ευρώ και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 116 του SGB/X και το Κοινωνικό Δίκαιο υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως στα δικαιώματα της έμμεσα ασφαλισμένης, χήρας του άμεσα ασφαλισμένου του, η οποία, όσο ζούσε είχε αξίωση διατροφής λόγω συνεισφοράς του συζύγου της, ποσού 123,25 ευρώ μηνιαία, κατά τα αναλυτικά επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή, η οποία επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (βλ.σελ.7 αυτής).
Με το ιστορικό αυτό ο ενάγων αλλοδαπός Φορέας ζητούσε να αναγνωριστεί (μετά την επιτρεπτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, κατ' αρ. 70, 224 ΚΠολΔ), ότι οι εναγόμενοι -υπόχρεοι οφείλουν, σε ολόκληρο καθένας, κατά τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 σε συνδυασμό 361 ΑΚ), να του καταβάλουν το ποσό της θετικής ως άνω ζημίας (46301,50 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 25-10-2005 (άσκηση της 1ης αγωγής ) και να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και αντίστοιχα η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν στο μέλλον, αρχής γενομένης από 1-9-2008 και εφεξής, τα ποσά που θα καταβάλει στη χήρα του ασφαλισμένου του -θύματος, ως σύνταξη χηρείας,.
Επικουρικά, ο ενάγων Φορέας ασκούσε τις αξιώσεις αυτές πλαγιαστικά (το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα δίκη). Η ήδη 2η αναιρεσείουσα, ως 7η εναγομένη (ο ήδη 1ος αναιρεσείων ερημοδίκησε),ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, προέβαλε προς αντίκρουση της αγωγής την ένσταση αοριστίας και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα Φορέα.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1246/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, (ως προς τους αναιρεσείοντες) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά το ποσό των 43035,22 ευρώ και επίσης αναγνώρισε το δικαίωμα του ενάγοντα Φορέα να αξιώσει τις μελλοντικές παροχές, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του ως άμεση απόρρροια του θανάτου του εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος.
Κατά της απόφασης αυτής, κατά το μέρος που αφορά την παρούσα δίκη, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 4-3-2016 (αρ.κατ. 620/2016) έφεση, με τον 2ο λόγο της οποίας επανέφεραν παραδεκτά την ένσταση αοριστίας της αγωγής και με τον 3ο λόγο της έφεσης την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα Φορέα, με την επί πλέον επισήμανση, ότι ο 1ος αναιρεσείων προέβαλε επίσης, παραδεκτά κατ' αρ. 528 ΚΠολΔ, τις ανωτέρω ενστάσεις, ενώ ο εφεσίβλητος Φορέας άσκησε (επί της ανωτέρω έφεσης) την από 23-3-2017 (αρ.κατ. 161/2017) αντέφεσή του.
Επίσης, ο Φορέας άσκησε την από 13-4-2016 (αρ.κατ. 1004/2016) έφεση, η ασφαλιστική εταιρεία του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε το θύμα την από 18-3-2016 (αρ.κατ. 908/2016) έφεση, οι κληρονόμοι του οδηγού του ανωτέρου αυτοκινήτου (δηλαδή οι 1η, 2ο, 3η εναγόμενοι) την από 7-3-2016 (αρ.κατ. 683/2016) έφεση και ο Φορέας τις από 23-2-2017 και 23-3-2017 αντεφέσεις επί των ανωτέρω τριών εφέσεων.
Τα δικόγραφα αυτά δεν αφορούν την παρούσα δίκη και αναφέρονται μόνον για το ιστορικό της υπόθεσης. Επί των ανωτέρω εφέσεων και αντεφέσεων, κατά το μέρος που αφορά την αναίρεση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε την αντέφεση του Φορέα και έκρινε, ότι ο Φορέας υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως εκ του νόμου και νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει τις καταβληθείσες παροχές προς την χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του, ποσού 46301,50 ευρώ, καθώς επίσης ότι, σύμφωνα με τον γερμανικό κώδικα κοινωνικής ασφάλισης, έχει δικαίωμα να αναζητήσει τις μελλοντικές παροχές, που τυχόν θα καταβάλει στην χήρα και εφόσον καταβάλει αυτές.
Στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε επιδικάσει μικρότερη αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και αναγνώρισε, ότι ο ενάγων Φορέας δικαιούται το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό, για το οποίο ας σημειωθεί, είχαν προσκομιστεί τα σχετικά παραστατικά καταβολών, ενώ επίσης αναγνώρισε και το δικαίωμα του Φορέα να αξιώσει τις κατά τα ανωτέρω μελλοντικές παροχές.
Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.
Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995 ΑΠ 684/2011). Η εφαρμογή όμως του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση, με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ειδικότερα, η από 28.3.1962 Ελληνογερμανική Σύμβαση περί Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4259/1962 και απέκτησε ισχύ νόμου.
Κατά το άρθρο 53 του ανωτέρω ν.δ., όταν πρόκειται για αξίωση αποκατάστασης προκληθείσας βλάβης, για την οποία ο παθών δικαιούται, κατά τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων μερών, να στραφεί κατά τρίτου υπόχρεου, ο τελευταίος υποκαθίσταται στην αξίωση του παθόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον υπόχρεο.
Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ` αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης.
Με την C-397/1996 απόφαση της Ολομέλειάς (Caise de pension des Versicherung AG), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει, αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας.
Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α` του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται, αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου, που προκάλεσε τη ζημία.
Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 4(2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) το αναιρεσίβλητο αποτελεί ως ΝΠΔΔ, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 116 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -SGB/Χ ορίζεται ότι...<αξίωση αποζημίωσης που βασίζεται σε διάταξη νόμου, μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα ή τον φορέα κοινωνικής πρόνοιας, στο βαθμό, που αυτός εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος υποχρεούται σε κοινωνικές παροχές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας αυτού του είδους και αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση.
Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι εισφορές, που πρέπει να καταβληθούν για κοινωνικές παροχές>...Περαιτέρω, κατά το άρθρο 119 παρ.1 του ως άνω Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -SGB/Χ ορίζεται ότι....< εφόσον η αξίωση αποζημιώσεως ενός υποκειμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση ασφαλισμένου περιλαμβάνει και την αξίωση αποζημίωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα>...Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι..<αν ο ζημιωθείς ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, οι εισπραχθείσες ασφαλιστικές εισφορές ή τμήματα εισφορών θεωρούνται ως υποχρεωτικές εισφορές της συνταξιοδοτικής ασφάλισης.
Με τη μεταβίβαση της αξίωσης προς αποζημίωση των εισφορών ο ασφαλισμένος στην κοινωνική ασφάλιση δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε χειρότερη θέση εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση>....Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Γερμανικού δικαίου, που εφαρμόζεται ως προς την αξίωση αυτοδίκαιης υποκατάστασης εκ του νόμου του Φορέα, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ), που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ.
Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου. Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά, που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.
Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 SGB Χ το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα, κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές, τις οποίες κατέβαλε (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1190/2013).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (ΑΠ 1155/2007).
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ` ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση, που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ` ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 1448/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2156/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).
Η απόρριψη της αγωγής γίνεται για τυπικούς και όχι για ουσιαστικούς λόγους δημιουργεί περιορισμένο δεδικασμένο, το οποίο εκτείνεται μόνο στα κριθέντα δικονομικά ζητήματα, όχι δε στην ύπαρξη ή μη ουσιαστικού δικαιώματος, που έχει καταχθεί σε δίκη, δηλαδή η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/ 2010).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 49/2019, ΑΠ 199/2018,ΑΠ 147/2018,ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 339/2020,ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018,ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 339/2020,ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 443/2011).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες (οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία του με αρ.κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο συγκρούστηκε με το ΙΧΦ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε το θύμα) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτήν, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της διάταξης αυτής ως προς τον προσδιορισμό της ύπαρξης ή όχι ζημίας του Φορέα εκ του τροχαίου δυστυχήματος και ειδικότερα, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει την ένσταση αοριστίας της αγωγής και έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα Φορέα, τις οποίες είχε προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (η 2η αναιρεσείουσα ) και επανέφεραν παραδεκτά επίσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αμφότεροι οι αναιρεσείοντες (ο 1ος τούτων κατ'αρ. 528 ΚΠολΔ), με τους 2ο και 3ο λόγους της έφεσής τους και με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι δήθεν ο αναιρεσίβλητος Φορέας έχει αξίωση αποζημίωσης κατά των υποχρέων αναιρεσειόντων, κατά το Ελληνικό Δίκαιο, εξ αυτοδίκαιης υποκατάστασης Α) ποσού 46301,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μηνιαία σύνταξη χηρείας, που ο Φορέας κατέβαλε στη χήρα του θύματος από 1-2-2001 έως 31-8-2008 (άσκηση της ένδικης αγωγής) καθώς επίσης Β) από τις μελλοντικές παροχές, που ο αναιρεσίβλητος Φορέας θα καταβάλει στη χήρα του θύματος και θα καταστούν δήθεν ληξιπρόθεσμες μελλοντικά (μηνιαία σύνταξη χηρείας και εισφορές), αν και όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ο αναιρεσίβλητος Φορέας δεν έχει υποστεί καμιά ζημία από το τροχαίο δυστύχημα, διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, αφενός μεν τα ποσά που ο Φορέας έχει καταβάλει στην χήρα, ως έμμεσα ασφαλισμένη του ήταν μικρότερα των ποσών, που θα κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο του -θύμα, ως σύνταξη γήρατος, εάν αυτός εξακολουθούσε να ζεί και αφετέρου, διότι μετά τη συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικίας του άμεσα ασφαλισμένου -θύματος ο Φορέας ούτως ή άλλως είχε υποχρέωση για τις ανωτέρω καταβολές, που προβλέπονται σε περίπτωση φυσικού θανάτου προς τη χήρα, ασχέτως δηλαδή από την επέλευση του τροχαίου δυστυχήματος.
Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες υπόχρεοι (οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου) οφείλουν δήθεν στον αναιρεσίβλητο Φορέα τα ποσά υπό στοιχείο Α και Β του 1ου αναιρετικού λόγου (θετική και μέλλουσα ζημία) διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη ζημίας του αλλοδαπού Φορέα και του εννόμου συμφέροντος αυτού για την αξίωσή του εξ υποκαταστάσεως εκ του Νόμου και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνες δικαίου των άρθρων 26, 298, 928 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 53 της διμερούς Σύμβασης της Ελλάδος και της Γερμανίας, που κυρώθηκε με το ΝΔ 4259/1962, το άρθρο 93 του υπ'αρ. 1408/1971 Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΟΚ και τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού 593/2008 - Ρώμη ΙΙ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία Α) ως προς την ύπαρξη ή όχι της ζημίας του Φορέα και ως προς τη θεμελίωση αξίωσης αυτοδίκαιης υποκατάστασης αυτού, με δεδομένο ότι, κατά τις παραδοχές, η σύνταξη χηρείας είναι μικρότερη της σύνταξης γήρατος, που ούτως ή άλλως ο Φορέας θα κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο του, όσο θα ζούσε, καθώς επίσης Β) για την επιδίκαση στον Φορέα ως εξ αυτοδίκαιης δήθεν υποκατάστασης εκ του νόμου υψηλότερης μηνιαίας σύνταξης χηρείας από το ποσό των 123,25 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η αξίωση διατροφής της χήρας (όσο ζούσε ο σύζυγός της) από την συνεισφορά των εισοδημάτων του.
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που είναι συναφής με τους 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας το 2ο λόγο της έφεσής τους περί αοριστίας της αγωγής και τον 3ο λόγο αυτής περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου αλλοδαπού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, που αφορούσαν τα κονδύλια σύνταξης χηρείας, σε χρόνο μετά το μέσο όρο ζωής και τη συμπλήρωση του 75ου έτους του άμεσα ασφαλισμένου-θύματος και κρίνοντας στη συνέχεια, ότι δήθεν η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη ως προς την αξίωση αυτού εξ αυτοδίκαιης υποκατάστασης να απαιτήσει τις μελλοντικές παροχές, που θα καταβάλει στην χήρα για το χρονικό διάστημα μετά την 1-9-2008,τις οποίες ο ενάγων Φορέας δεν προσδιόριζε, διότι όπως εκθέτει στο αγωγικό δικόγραφο δεν γνωρίζει το ποσό τους, καθώς επίσης, με το να αναγνωρίσει ακολούθως το Εφετείο το δικαίωμα του Φορέα, ότι δήθεν έχει αξίωση εξ υποκαταστάσεως για τις μελλοντικές ως άνω παροχές, που θα καταβάλει στη χήρα ως έμμεσα ασφαλισμένη αυτού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 928 του ΑΚ, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τη θεμελίωση του πραγματικού τους και ειδικότερα, διότι, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής ως προς τις μελλοντικές παροχές δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας του ενάγοντος Φορέα, καθόσον, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Φορέας δεν προσδιόριζε, εάν η σύνταξη χηρείας θα είναι ίση ή μικρότερη με τη σύνταξη γήρατος, που ο Φορέας θα κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο του, όσο αυτός θα ζούσε, μέχρι το 75ο έτος της ηλικίας του ή που θα κατέβαλε στη χήρα αυτού ως έμμεσα ασφαλισμένη μετά το θάνατο του συζύγου της, ζητήματα κρίσιμα, όπως υποστηρίζουν για τον προσδιορισμό της ζημίας και του εννόμου συμφέροντος του Φορέα να αξιώσει τις μελλοντικές ως άνω παροχές.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα με τους συναφείς ως άνω αναιρετικούς λόγους: "...Στις 4-12-2000 και ώρα 11.20 ο έκτος των εναγομένων Δ. Κ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ.
… ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της πέμπτης των εναγομένων ενώσεως με την επωνυμία "Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Σερβίων" που ήτο ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους στην εβδόμη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Κοζάνης - Λαρίσης με κατεύθυνση από τα Σέρβια προς Κοζάνη.
Την ίδια ώρα στο 20° χιλιόμετρο της άνω οδού εκινείτο ο Θ. Χ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης συζύγου του που είχε προστήσει αυτόν στην οδήγηση, έβαινε στο δρόμο που ενώνει τον οικισμό Νεράϊδα - Κοζάνης με την ως άνω Εθνική Οδό. Το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο ήτο ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους στην τετάρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.
Σε αυτό επέβαινε στην θέση του συνοδηγού ο αδελφός του Γ. Χ.... Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι υπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων [Θ. Χ. και Δ. Κ.]. Ειδικότερα διότι ο πρώτος δεν σταμάτησε κανονικώς στην διασταύρωση για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της Εθνικής Οδού οχήματα αν και όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός, αλλά συνέχισε ανεξέλεγκτα την πορεία του αιφνιδιάζοντας τον άλλο οδηγό Δ.
Κ., ο δε δεύτερος οδηγός διότι οδηγώντας με ταχύτητα μεγαλύτερη κατά πολύ της επιτρεπομένης δεν ήτο σε θέση να ελέγξει αποτελεσματικώς το όχημα που οδηγούσε και να αποφύγει την σύγκρουση. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως των οχημάτων ήτο ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού Θ. Χ. και ο σοβαρός τραυματισμός του συνοδηγού του Γ.
Χ., ο οποίος διακομίσθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ", όπου και νοσηλεύθηκε μέχρι την 6-1-2001, οπότε και απεβίωσε λόγω της βαρείας κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως ανεπαρκείας πολλαπλών οργάνων και ανακοπής που υπέστη χωρίς ποτέ μέχρι τον θάνατό του να συνέλθει από το ατύχημα.
Σημειώνεται ότι για τον θανάσιμο τραυματισμό του συνοδηγού Γ. Θ. ευθύνεται και ο τελευταίος σε ποσοστό 30% διότι αυτός γνωρίζοντας, δοθέντος ότι ήταν αδελφός του και διατηρούσαν άριστες μεταξύ τους σχέσεις, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου Θ. Χ. εστερείτο αδείας ικανότητος οδηγού και επομένως αγνοούσε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και δεν μπορούσε να τους τηρήσει δέχθηκε να επιβιβασθεί στον οδηγούμενο από αυτόν όχημα και στο τέλος να υποστεί τον θανατηφόρο τραυματισμό...
Περαιτέρω καθόσον αφορά την από 4.3.2016 έφεση των εναγομένων : α) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ". β) της ενώσεως με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΣΕΡΒΙΩΝ" και γ) του Δ. Κ. προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο εφέσεως το παράπονο ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση διότι δεν έκανε δεκτή την προβληθείσα πρωτοδίκως από την πρώτη άνω εκκαλούσα και ήδη το πρώτο προβαλλομένη από την δεύτερη και τον τρίτο των άνω εκκαλούντων με τον δεύτερο λόγο εφέσεως ένσταση αοριστίας της αγωγής και συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας καθόσον σύμφωνα με την αγωγή ο αποβιώσας Γ.
Χ. ήτο ήδη κατά το ένδικο ατύχημα συνταξιοδοτημένος και κατεβάλλετο σ' αυτόν ως μηνιαία σύνταξη το ποσό των 691,19 ευρώ και ότι στην συνέχεια και λόγω του θανάτου του κατά το ένδικο ατύχημα ο ενάγων ασφαλιστικός φορέας υποχρεώθηκε σε καταβολές προς την χήρα του άνω θανατωθέντος και ότι λόγω του θανάτου του έπαυσε να καταβάλει τα όσα ήδη κατέβαλε σε αυτόν λόγω της συντάξεώς του και με τον τρίτο λόγο εφέσεως ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος οργανισμού ως προς τα αιτούμενα κονδύλια που αφορούν σε χρόνο μετά το μέσο χρόνο ζωής και την συμπλήρωση του 75 έτους της ηλικίας του αμέσως ασφαλισμένου και αποβιώσαντος συνεπεία του ατυχήματος Γ.
Χ.. Όμως οι λόγοι αυτοί εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι για τους κατωτέρω λόγους: Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένως από το άρθ. 93 του με αριθμό 1408/1971 Κανονισμού του Συμβουλίου της ΕΟΚ, το άρθ. 53 της μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας συναφθείσης διμερούς συμβάσεως που έχει κυρωθεί με το ΝΔ 4259/1962 και την § 116 Χ γερμανικού κώδικος κοινωνικών ασφαλίσεων [SGB/X] με την συνδρομή των προβλεπομένων προϋποθέσεων επέρχεται αυτοδίκαιη και εκ του νόμου υποκατάσταση του ενάγοντος φορέως κοινωνικών ασφαλίσεων στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του την στιγμή της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως κατά παντός υπόχρεου τρίτου.
Η υποκατάσταση επέρχεται την συγκεκριμένη χρονική στιγμή του ατυχήματος ανεξαρτήτως αν οι παροχές έχουν καταβληθεί από τον ασφαλιστικό φορέα ή αν πρόκειται να καταβληθούν στο μέλλον και καθοριστικό είναι το γεγονός ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλει παροχές και όχι το πότε θα καταβάλει αυτές ..
Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο Γ. Χ. γεννηθείς την 22-8-1933 ήτο λόγω της προηγουμένης απασχολήσεώς του ασφαλισμένος για συνταξιοδότηση στο ενάγον νομικό πρόσωπο με αριθμό ασφαλισμένου …-… … …. Λόγω του θανάτου του ο ενάγων ασφαλιστικός φορέας κατέβαλε σύνταξη χηρείας από 1.2.2001 και μέχρι 31.8.2008 τα κατωτέρω ποσά:
A' ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ.
Ι. Παροχή συντάξεως από 1.2.2001 μέχρι 30.6.2004
- από 1.2.2001 μέχρι 30.4.2001 κατέβαλε για σύνταξη το ποσό των 711,57 ευρώ μηνιαίως και για 3 μήνες κατέβαλε 2.134,71 ευρώ.
- από 1.5.2001 μέχρι 30.6.2001 κατέβαλε για μηνιαία σύνταξη το ποσό 426,94 ευρώ και συνολικά 853,88 ευρώ.
- από 1.7.2001 μέχρι 30.6.2002 κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 435,12 ευρώ και συνολικά το ποσό των 5.221,44 ευρώ.
- από 1.7.2002 μέχρι 30.6.2003 κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 444,40 ευρώ και συνολικά το ποσό των 5.332,80 ευρώ.
- από 1.7.2003 μέχρι 31.3.2004 κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 449,14 ευρώ και συνολικά το ποσό των 4.042,26 ευρώ
- από 1.4.2004 μέχρι 31.5.2004 κατέβαλε μηνιαίως το ποσό 449,14 ευρώ και συνολικά το ποσό των 898,28 ευρώ
- από 1.6.2004 μέχρι 30.6.2004 κατέβαλε για μηνιαία σύνταξη το ποσό των 449,14 ευρώ, ήτοι σύνολο για όλο το παραπάνω διάστημα 18.932,51 ευρώ.
II. Ποσοστό συμμετοχής [μερίδιο] του ενάγοντος φορέως κοινωνικής ασφαλίσεως στην κοινωνική ασφάλιση πρόνοιας για την χήρα.
- από 1.2.2001 μέχρι 30.4.2001 ευρώ 18,15, ήτοι 0,85% από 2.134,71 ευρώ
- από 1.5.2001 μέχρι 30.6.2001 ευρώ 7,26, ήτοι 0,85% από 853,88 ευρώ
- από 1.7.2001 μέχρι 30.6.2002 ευρώ 44,38, ήτοι 0,85% από 5.221,44 ευρώ
- από 1.7.2002 μέχρι 30.6.2003 ευρώ 45,33, ήτοι 0,85% από 5.332,80 ευρώ
- από 1.7.2003 μέχρι 31.3.2004 ευρώ 34,36, ήτοι 0,85% από 4.042,26 ευρώ και συνολικά 149,48 ευρώ.
ΙΙΙ. Ποσοστό συμμετοχής του φορέως στην ασφάλιση ασθενείας του συνταξιούχου για την χήρα.
- από 1.2.2001 μέχρι 30.4.2001 ευρώ 143,03, ήτοι 6,70% από 2.134,71 ευρώ
- από 1.5.2001 μέχρι 30.6.2001 ευρώ 57,21, ήτοι 6,70% από 853,88 ευρώ
- από 1.7.2001 μέχρι 30.6.2002 ευρώ 349,84 ευρώ, ήτοι 6,70% από 5.221,44 ευρώ
- από 1.7.2002 μέχρι 30.6.2003 ευρώ 357,30, ήτοι 6,70% από 5.332,80 ευρώ
- από 1.7.2003 μέχρι 31.3.2004 ευρώ 278,92, ήτοι 6.90% από 4.042,26 ευρώ
- από 1.4.2004 μέχρι 31.5.2004 ευρώ 61,98, ήτοι 6,90% από 898,28 ευρώ
- από 1.6.2004 μέχρι 30.6.2004 ευρώ 30,99, ήτοι 6,90% από 449,14 ευρώ και συνολικώς 1.279,27 ευρώ.
Γενικό σύνολο των κατηγοριών Ι, ΙΙ, και III 20.361,26 ΕΥΡΩ.
Β. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ
Ια. Παροχή συντάξεως από 1.7.2004 μέχρι 31.8.2008 [μέχρι τη συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικία του θανατωθέντος]
- από 1.7.2004 μέχρι 30.6.2005 έχει καταβάλει το ποσό των 5.551,32 ευρώ, ήτοι 462,61 ευρώ Χ12 μήνες.
- από 1.7.2005 μέχρι 30.6.2006 έχει καταβάλει το ποσό των 5.717,88 ευρώ, ήτοι 476,49 ευρώ Χ12 μήνες.
- από 1.7.2006 μέχρι 30.6.2007 έχει καταβάλει το ποσό των 5.889,36 ευρώ, ήτοι 490,78 ευρώ Χ12 μήνες.
- από 1.7.2007 μέχρι 30.6.2008 έχει καταβάλει το ποσό των 6.066 ευρώ, ήτοι 505,50 ευρώ Χ12 μήνες.
- από 1.7.2008 μέχρι 31.8.2008 έχει καταβάλει το ποσό των 1.041,34 ευρώ, ήτοι 520,67 ευρώ Χ2 μήνες και συνολικά 24.265,90 ευρώ.
ΙΙα. Ποσοστό συμμετοχής [μερίδιο] του φορέως στην ασφάλιση ασθενείας του συνταξιούχου για την χήρα
- από 1.7.2004 μέχρι 30.6.2005 έχει καταβάλει το ποσό των 383,04 ευρώ, ήτοι 6.90% από 5.551,32 ευρώ
- από 1.7.2005 μέχρι 30.6.2006 έχει καταβάλει το ποσό των 394.53 ευρώ, ήτοι 6,90% από 5.717,88 ευρώ
- από 1.7.2006 μέχρι 30.6.2007 έχει καταβάλει το ποσό των 406,37 ευρώ, ήτοι 6,90% από 5.889,36 ευρώ
- από 1.7.2007 μέχρι 30.6.2008 έχει καταβάλει το ποσό των 418,55 ευρώ, ήτοι 6,90% από 6.066 ευρώ
- από 1.7.2008 μέχρι 31.8.2008 έχει καταβάλει το ποσό των 71,85 ευρώ, ήτοι 6,90% από 1.041,34 ευρώ και σύνολο 1.674,34 ευρώ.
Επομένως για το χρονικό διάστημα συνταξιοδοτήσεως από 1.7.2004 μέχρι 31.8.2008 ο ενάγων οργανισμός έχει καταβάλει συνολικά 25.940,24 ευρώ. Η συνολική απαίτηση επομένως του ενάγοντος για όλες τις παραπάνω αιτίες ανέρχεται στο ποσό των 46.301,50 ευρώ. Επομένως η αγωγή του γερμανικού φορέως κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να γίνει δεκτή για το ανωτέρω ποσό και όχι για το μικρότερο ποσό των 43.035,22 ευρώ που έγινε δεκτή από την εκκαλουμένη απόφαση.
Περαιτέρω με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως ζητούσε να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του και η αντίστοιχη υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σ'αυτόν μελλοντικώς αρχής γενομένης από 1-9-2008 το ποσό της μηνιαίας συντάξεως και των εισφορών που θα καταβάλει εφ' όρου ζωής στην χήρα του ασφαλισμένου του λόγω του θανάτου του συζύγου της, το οποίο μέχρι 31.8.2008 γνωρίζει σε ποίο ποσό ανέρχεται, για τον μετέπειτα όμως χρόνο δεν γνωρίζει, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καθυστερήσεως καταβολής κάθε περιοδικής παροχής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος οφείλουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τις παροχές που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του ως άμεση απόρροια του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι οποίες θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο μέλλον.
Δηλαδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του αναγνώρισε μεν την υποχρέωση των εναγομένων να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τις παροχές που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει στην χήρα του ασφαλισμένου του χωρίς όμως υπολογισμό από την επομένη ημέρα της καθυστερήσεως καταβολής κάθε περιοδικής παροχής μέχρι την πλήρη εξόφληση...
Κατόπιν τούτων, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη οριστική απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και να αναγνωρισθεί ότι όλοι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ήτοι σύνολο 46.301,50 ευρώ], τα ποσά δε αυτά με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της από 25-10-2005 αγωγής, η οποία αποτελεί όχληση των εναγομένων για τις ένδικες αξιώσεις εν όψει του ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία για τα οφειλόμενα ποσά.
Επίσης πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον οφείλουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τις παροχές που θα υποχρεωθεί να καταβάλλει στην χήρα του ασφαλισμένου του ως άμεση απόρροια του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι οποίες θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της καθυστερήσεως καταβολής κάθε περιοδικής παροχής και μέχρι την πλήρη εξόφληση...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων αλλοδαπός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει τις παροχές για σύνταξη χηρείας, (ασθένειας και πρόνοιας) που έχει καταβάλει στη χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του για το χρονικό διάστημα από 1-2-2001 έως 31-8-2008 και ότι έχει δικαίωμα να αναζητήσει τις μέλλουσες αξιώσεις, που έκτοτε,(δηλαδή από 1-9-2008 και εφεξής) θα καταβάλει σ' αυτήν, ερμήνευσε ορθά τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 26, 298, 929 του ΑΚ και των προαναφερόμενων διατάξεων του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, περί αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης που εφάρμοσε, στους οποίους υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία πληρούσαν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας του ενάγοντα Φορέα και την ενεργητική νομιμοποίηση αυτού να την αξιώσει.
Εκτός τούτου, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του για την επιδίκαση της θετικής ζημίας του ενάγοντα Φορέα από παροχές σύνταξης χηρείας, ασφάλισης ασθενείας και πρόνοιας, τις οποίες έχει καταβάλει στην χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του θύματος, εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος, καθώς επίσης για την αναγνώριση του δικαιώματος αυτού να αναζητήσει στο μέλλον τις παροχές, από την ίδια αιτία, τις οποίες θα καταβάλει στη χήρα και εφόσον καταβάλει αυτές ως απορρέουσες από το τροχαίο δυστύχημα, κατά το οποίο αποβίωσε ο άμεσα ασφαλισμένος του.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κανονισμού 1408/1971 του Συμβουλίου της ΕΟΚ (ήδη Ευρωπαϊκής Ένωσης), το άρθρο 53 του Νδ/τος 4259/1962 της διμερούς ελληνογερμανικής σύμβασης, τα άρθρα 15 και 25 του Κανονισμού της ΕΚ- Ρώμη ΙΙ και αυτά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 119 του Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης -SGB/X της Γερμανίας, οι οποίες αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Δίκαιο με βάση την ελληνογερμανική σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος Φορέας, που είναι ΝΠΔΔ, υποκαθίσταται αυτοδικαίως εκ του νόμου στα δικαιώματα του άμεσα ασφαλισμένου του κατά τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (τροχαίο δυστύχημα) ή σε περίπτωση θανάτου του, στα δικαιώματα των κληρονόμων του άμεσα ασφαλισμένου, που έλκουν τα δικαιώματά τους από αυτόν, όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος, η οποία εκ του νόμου είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του συζύγου της, όσο αυτός ζούσε, την οποία απώλεσε, εξαιτίας του θανάτου του στο τροχαίο δυστύχημα και ειδικότερα, ότι ο Φορέας υποκαθίσταται εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές, που έχει καταβάλει ή πρόκειται να καταβάλει στο μέλλον από την αιτία αυτή και ότι επομένως, νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί και να αξιώσει τις ανωτέρω παροχές κατά των προσώπων, που είναι υπόχρεοι κατά το Ελληνικό Δίκαιο για την αποκατάσταση της ζημίας, που επήλθε από την ασφαλιστική περίπτωση (τροχαίο δυστύχημα) και στην ένδικη υπόθεση κατά των αναιρεσειόντων, οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου.
Επίσης, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε ότι οι παροχές αυτές προς τη χήρα αποτελούν τη ζημία, που υπέστη ο αλλοδαπός Φορέας, η οποία προσδιορίστηκε με την απόφαση συνταξιοδότησης χηρείας και οφείλεται αποκλειστικά στο τροχαίο δυστύχημα λόγω της στέρησης των υπηρεσιών διατροφής του θύματος προς αυτήν.
Επίσης, με σαφή αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, μετά την αυτοδίκαιη εκ του νόμου υποκατάσταση του αλλοδαπού Φορέα στην αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του ή των κληρονόμων αυτού, οι τελευταίοι (όπως στην ένδικη υπόθεση η νόμιμη σύζυγος του θύματος) παύουν αυτοδικαίως να είναι δικαιούχοι της αξίωσης αυτής, της οποίας πλέον μοναδικός δικαιούχος είναι ο Φορέας.
Εξάλλου, με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι ο Φορέας δικαιούται να αξιώσει τις παροχές, που έχει καταβάλει στην χήρα του ασφαλισμένου του από τις 1-2-2001 (που άρχισε η καταβολή της σύνταξης χηρείας) έως 31-8-2008 (άσκηση της ένδικης αγωγής) ποσού 46301,50 ευρώ, σύμφωνα με τα παραστατικά, που είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και αφορούσαν τη θετική ζημία, που είχε υποστεί.
Πλέον τούτων με επαρκή επίσης αιτιολογία δέχθηκε, ότι ο Φορέας έχει κατά των ήδη αναιρεσειόντων υποχρέων δικαίωμα να ασκήσει την αξίωσή του εξ υποκαταστάσεως εκ του νόμου και για την απόληψη των παροχών, που θα καταβάλει μελλοντικά στη χήρα ως έμμεσα ασφαλισμένη, αρχής γενομένης από 1-9-2008 και εφόρου ζωής αυτής και εφόσον βέβαια καταβάλει πράγματι τις παροχές αυτές, διότι καθοριστικό είναι το γεγονός, ότι ο Φορέας έχει εκ του νόμου κατά το Γερμανικό Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X την υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές αυτές και όχι ο χρόνος, που θα τις καταβάλει στο μέλλον, διότι η αξίωση του άμεσα ασφαλισμένου του -θύματος, κατά του υποχρέου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται στον αλλοδαπό Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, που διέπει τη σχέση της κοινωνικής ασφάλισης και την κοινοτική νομοθεσία, αμέσως μόλις συμβεί το ατύχημα, χωρίς κάποια άλλη προϋπόθεση.
Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως, όσα αντίθετα, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον 1ο και 2ο αναιρετικό λόγο για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, με την επί πλέον επισήμανση, ότι οι περαιτέρω αιτιάσεις για ανεπαρκή αιτιολογία, κατά το μέρος που αναφέρονται στο ύψος της σύνταξης χηρείας, που επιδικάσθηκε ως θετική ζημια του Φορέα έως το έτος 2004,οπότε το θύμα θα συμπλήρωνε το 75ο έτος της ηλικίας του, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως απαράδεκτες διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας ως προς τον υπολογισμό της σύνταξης.
Επίσης, οι αιτιάσεις για ανυπαρξία ζημίας του Φορέα μετά την συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικίας του θύματος είναι επίσης ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 90 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, ο Φορέας υποχρεούται σε καταβολή σύνταξης χηρείας, τόσο στον άμεσα ασφαλισμένο του όσο και στους δικαιούχους κληρονόμους αυτού λόγω του θανάτου του, όπως η νόμιμη σύζυγος του άμεσα ασφαλισμένου του θύματος, στην αξίωση διατροφής της οποίας υποκαταστάθηκε εκ του νόμου ο αλλοδαπός Φορέας, καθόσον αιτία της αξίωσης αυτής είναι το τροχαίο δυστύχημα, που προκάλεσε τον λόγο της χορήγησης της σύνταξης χηρείας.
Εξάλλου και ο 3ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των άρθρων 298 και 928 ΑΚ κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αναφορικά με το ορισμένο της αγωγικής αξίωσης και την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντα Φορέα για τις μελλοντικές παροχές. Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση της αγωγής κατ' άρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι περιέχονται στην ιστορική της βάση με σαφήνεια και επάρκεια όλα τα στοιχεία, που θεμελιώνουν το δικαίωμα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου Φορέα να επιδιώξει, δικαστικώς, να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και αντίστοιχα η υποχρέωση καταβολής από τους αναιρεσείοντες-υπόχρεους προς αυτόν, ως καθ'υποκατάσταση της Ε.
Χ., συζύγου όσο ζούσε του άμεσα ασφαλισμένου του Γ. Χ., ο οποίος αποβίωσε σε τροχαίο δυστύχημα, το οποίο συνέβη από συντρέχουσα αμέλεια και των αναιρεσειόντων (οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου) τόσο της θετικής ζημίας, δηλαδή των παροχών που ήδη ο ενάγων Φορέας κατέβαλε, τις οποίες αναλυτικά παρέθετε στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και των παροχών, που θα καταβάλει στη χήρα του ασφαλισμένου του στο μέλλον, ως απόρροια του τροχαίου δυστυχήματος, που αποτελεί την αιτία της καταβολής της σύνταξης χηρείας και εφόσον καταβάλει αυτές προς αυτήν.
Συνεπώς, ορθά το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και ότι ο ενάγων αλλοδαπός Φορέας νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει στο μέλλον τις παροχές, που θα καταβάλει στη χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του, σύμφωνα με τον γερμανικό κώδικα κοινωνικής ασφάλισης - SGB/X. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, εάν ο ενάγων Φορέας αξίωνε για το μέλλον συγκεκριμένο αριθμητικά ποσό, οπότε, στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να ερευνηθεί το ορισμένο της μέλλουσας αυτής ζημίας, δηλαδή, εάν είναι βέβαιο, ότι το συγκεκριμένο αυτό ποσό ζημίας θα επέλθει και εάν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της και σε αρνητική περίπτωση, να απορριφθεί κατ'ουσίαν η σχετική αξίωση ή εάν η επέλευσή της εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, οπότε θα έπρεπε να ερευνηθεί, αν η αξίωση αυτή ασκείται πρόωρα, ζητήματα που δεν συντρέχουν στην ένδικη υπόθεση, εφόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Φορέας ζητεί να αναγνωριστεί το δικαίωμά του να αξιώσει, εξ αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης, από τους υπόχρεους αναιρεσείοντες τις μελλοντικές παροχές -ζημία, που, σύμφωνα με τον SGB/X θα καταβάλει ως σύνταξη χηρείας στην χήρα του άμεσα ασφαλισμένου του, εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος για την αποκατάσταση της απορρέουσας από αυτό ζημίας, για την οποία αυτοί ευθύνονται σε ολόκληρο.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-8-2018 (αρ.κατ. 660/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 1887/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που οι αναιρεσείοντες έχουν καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΙ
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ