Legislator Case Law & Legislation
998/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment for violation of res judicata regarding interest rates.

Case Number 998/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment, finding a violation of res judicata principles. The appellant argued that the lower court incorrectly declared a prior final judgment to establish res judicata regarding interest rates, whereas the court had previously ruled on different interest calculations. The court held that the lower court erred in applying the doctrine of res judicata to the interest rate issue, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 559, 904 of the Code of Civil Procedure; The doctrine of res judicata does not apply to issues not fully adjudicated in a prior final judgment, and lower courts must verify the scope of such judgments before declaring them binding.

Keywords

AI generated
res judicata violation interest rate calculation final judgment scope civil procedure appeal remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 16 and 1 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Code of Civil Procedure
Article 12, paragraphs 1 and 2 of Law 2298/1995
Article 42 of Law 2721/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 998 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 998/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" ("ΙΚΑ-ΕΤΑΜ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αντώνιο Παπαγεωργίου Πάρεδρο Nομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εδρεύουσας εν Θεσσαλονίκη τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χατζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2424/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 718/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 8-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προσκομίζεται η υπ' αριθμ. 935/2006 γνωμοδότηση του Δ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 ν. 2298/1995 όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 ν. 2721/1999.

ΙΙ. Επειδή, ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε ερευνά για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του διασμένου κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότιδεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά, ου έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή, ή μη των κατά το άρθρο 324 προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ. 1 και 324 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε με την αγωγή προβληθεί, με βάση την επικληθείσα συγκεκριμένη ιστορική και τη συνακόλουθη νομική αιτία. Δεν γεννάται όμως δεδικασμένο ως προς άλλες ιστορικές βάσεις που θα ήταν δυνατόν να στηρίξουν το δικαίωμα και το ίδιο αγωγικό αίτημα, οι οποίες όμως δεν είχαν προβληθεί με την αγωγή, ούτε για απαίτηση η οποία δεν ασκήθηκε και επί των οποίων επομένως το δικαστήριο δεν έκρινε.

Προκείμενου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την ερευνά του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε (Ολ.ΑΠ 15/1 998).

Περαιτέρω από το άρθρο 904 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο με βάση εκτελεστό τίτλο, από τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή. Όμως η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώνεται ο καθού να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο χρηματικό ποσό, ως οφειλόμενο κεφάλαιο και τους επ' αυτού τόκους υπερημερίας, αποτελεί μεν τίτλο εκτελεστό για επιδικαζόμενο ποσό κεφαλαίου και τους, επ' αυτού επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, καθώς και για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και τα έξοδα και δικαιώματα της επιταγής για εκτέλεση, εφόσον είναι ορισμένη γενικώς ή κατ' ελάχιστο όριο.

Δεν αποτελεί όμως τέτοιο τίτλο και για τους τόκους επί των τόκων ή συμβατικούς τόκους, που δεν επιδικάστηκαν και δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή σχετική διάταξη, είτε πρόκειται για ανατοκισμό υπό τους όρους του άρθρου 296 ΑΚ και 112 παρ.1 Εισ.Ν.ΑΚ, είτε πρόκειται για ανατοκισμό υπό τους όρους της υπ' αριθμ.289/1980 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, υπό τις οποίες, στις ρυθμιζόμενες μ' αυτή περιπτώσεις, δυνατότητα και μόνο παρέχεται στα μνημονευόμενα σ' αυτή πιστωτικά ιδρύματα ανατοκισμού των τόκων, που όμως, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων που την προβλέπουν, μπορεί να αποκλεισθεί ή να τροποποιηθεί ως προς τους όρους της, με συμφωνία των μερών.

Τέλος, το ΙΚΑ, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του σχετικού θεσμικού Α.Ν. 1846/1951, ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952, αποτελεί αυτόνομο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 απαλλάσσεται κάθε δημόσιου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, άμεσου ή έμμεσου, κάθε τέλους ταχυδρομικού και δικαστικού σε κάθε δίκη του και απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 3210/1955 το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο αντίστοιχες διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, της Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας.

Από αυτά παρέπεται ότι ο νόμιμος και ο εξ υπερημερίας τόκος που οφείλει το Ι.Κ.Α είναι 6% ετησίως, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Δ. της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "Κώδικας Περί δικών του Δημοσίου" εκτός αν με σύμβαση ή ειδικό νόμο ορίζεται διαφορετικά. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:

Με την από 28.2.1997 αγωγή της κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α, η Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης ΑΕ, που απορροφήθηκε μετέπειτα από την ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, εκθέτει ότι, με την υπ' αριθμ. ...... σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου ΙΚΑ, χορήγησε σ' αυτό τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 1.363.793.992 δραχμών εξοφλητέο την 09.04.1991, με επιτόκιο 20, 5% και με τους εξής ειδικότερους όρους και συμφωνίες α) σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια του δανείου, το ανώτατο επιτόκιο ήθελε αυξηθεί η μειωθεί νομίμως ο λογαριασμός του χορηγηθέντος δανείου θα χρεώνονταν με το αυξημένο ή μειωμένο αντιστοίχως επιτόκιο β) ότι οι τόκοι και οι προμήθειες του δανείου θα υπολογίζονταν ανά τρίμηνο, εντός της άνω δεκαοκτάμηνης περιόδου, κλειομένου του λογαριασμού στο τέλος ενός εκάστου των ως άνω τριμήνων, σύμφωνα με το άρθρο 112 Εισ.Ν.ΑΚ και προστιθεμένων αυτών στο κεφάλαιο και ανατοκιζομένων ακολούθως γ)ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε των άνω τοκοχρεωλυτικών δόσεων εκ κεφαλαίου, τόκων και προμηθειών ή μέρους αυτών το εναγόμενο θα όφειλε αυτοδικαίως, αντί του άνω συνομολογηθέντος ποσοστού τόκου, το εκάστοτε ισχύον ανώτατο ποσοστό τόκου υπερημερίας δ) ότι το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε την εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως αυτής υποχρεώσεων του δανειολήπτη, μέχρι του ποσού των 1.500.000.000 δραχμών.

Περαιτέρω η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, ότι το εναγόμενο δεν εξαπλήρωσε τις από την άνω σύμβαση δανείου υποχρεώσεις του και το εγγυηθέν Ελληνικό Δημόσιο, με την από 5.8.1992 σύμβαση μεταξύ αυτού και της ενάγουσας τράπεζας, αναγνώρισε ότι η από τη σύμβαση αυτή οφειλή του πρωτοφειλέτη για κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους ανέρχονταν την 31.12.1991 στο ποσό των 2.023.63 1.762 δρχ.

και ερρύθμισε την καταβολή αυτού. Ότι από της χορηγήσεως του δανείου μέχρι 28.2.1997, το εναγόμενο όφειλε στην ενάγουσα για τόκους υπερημερίας το συνολικό ποσό των 191.902.228 δραχμών, ζήτησε δε με την αγωγή της να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει αυτό νομιμοτόκως από 1.3.1997 άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 10.497/1997 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ι.Κ.Α. να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω ποσό των 191..902.288 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 6.191/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του εναγομένου και επικυρώθηκε η άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Η αναιρεσίβλητη, ως καθολικός διάδοχος της άνω ενάγουσας Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, επέδωσε στο εναγόμενο και ήδη αναιρσείον Ι.Κ.Α. την 10.10.2002, αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού με επιταγή για εκτέλεσε της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 10.497/97 τελεσίδικης απόφασης, ζητώντας από το εναγόμενο Ι.Κ.Α. να της καταβάλει, προς εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης τα εξής ποσά:

α) ποσό 191.902.288 ως επιδικασθέν κεφάλαιο, β) ποσό 177.029.860 δραχμών για τόκους επί του άνω κεφαλαίου, του χρονικού διαστήματος από 1.3.1997 μέχρι 31.8.2001, υπολογιζόμενους με βάση το συμβατικώς καθορισθέν επιτόκιο 20, 5% ετησίως, γ) ποσό 100.000 δραχμών για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, δ) ποσό 125.182.015 δραχμών για τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με επιτόκιο 20, 5% ετησίως, για το χρονικό διάστημα από 1.9.2001 μέχρι 1.10.2002 και ε) ποσό 200 ευρώ για έξοδα αντιγράφου εξ απογράφου, σύνταξη και επίδοση επιταγής .

Εκ των άνω επιτασσομένων προς πληρωμή ποσών, μετ' αφαίρεση ποσού ί^.850.133 δρχ., που το καθού η εκτέλεση ΙΚΑ είχε καταβάλει στην επισπεύδουσα την 31.8.2001, ζήτησε η επισπεύδουσα την καταβολή ποσού 449.159, 22 ευρώ νομιμοτόκως με επιτόκιο 20, 5%. Το καθού η εκτέλεση Ι.Κ.Α. με την από 1.10.2002 ανακοπή του ζήτησε την ακύρωση της παραπάνω επιταγής προς αναγκαστική εκτέλεση για το λόγο ότι με την καταβολή στην επισπεύδουσα του ποσού των 243.850.333 δραχμών την 31.8.2001 αυτό εξόφλησε την απαίτηση της επισπεύδουσας, με βάση την άνω τελεσίδικη απόφαση (τίτλο εκτελεστό) τόσο για το ποσό του επιδικασθέντος με αυτή κεφαλαίου (τόκων υπερημερίας μέχρι 28.2.1997), όσο και για τους από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με ποσοστό 6% ετησίως και τα δικαστικά έξοδα.

Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση της επισπεύδουσας και ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του αναιρεσείοντος και ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη επιταγή, με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του, δέχτηκε την έφεση και απέρριψε την ανακοπή, δεχόμενο τον ισχυρισμό της καθής η ανακοπή επισπεύδουσας, ότι από την υπ' αριθμ. 10.497/1997 τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της άνω αγωγής της επισπεύδουσας κατά του καθού, παράγεται δεδικασμένο, ως προς το ποσοστό του τόκου, για το μετά την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως χρονικό διάστημα, ανερχομένου του ποσοστού αυτού σε 20, 5%, όπως με την επιταγή της προς εκτέλεση ζητούσε η επισπεύδουσα και όχι σε ποσοστό 6% ετησίως όπως με την ανακοπή του προέβαλε το ανακόπτον.

Από την απόφαση όμως αυτή του Εφετείου (6.191/2000) προκύπτει ότι αυτό απέρριψε την έφεση του τότε εκκαλούντος εναγομένου Ι.Κ.Α. και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 191.902.288 δραχμών, που αφορούσαν τόκους υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 09.10.1989 μέχρι 28.02.1997, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, όπως ζητούσε η τότε ενάγουσα, δεν επιδίκασε δε και τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, υπολογιζόμενους με ποσοστό 20.5%, αφού άλλωστε τέτοιο αίτημα δεν είχε στην αγωγή της η τότε ενάγουσα, αλλά νομίμους τόκους.

Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση της οποίας επισπεύδονταν αναγκαστική εκτέλεση, με βάση την ανακοπτόμενη επιταγή, παράγεται δεδικασμένο ως προς το ποσοστό του τόκου υπερημερίας, ανερχόμενου σε 20, 5% ετησίως, μετά την επίδοση της αγωγής, κατά παράβαση των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο και εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΚΠολΔ, όπως βασίμως αιτιάται με τον δεύτερο και τέταρτο λόγο αντιστοίχως το αναιρεσείων, από το άρθρο 559 αρ. 16 και 1 ΚΠολΔ, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγω αναίρεσης.

Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσειόντος, μειωμένα όμως (άρθρο 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/57 σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 ν.2698/53 και την ΥΑ 134428/93 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν.1738/87).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 718/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ 293.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ