Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
9/2018 KI-strukturiert

9/2018 — 9/2018 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 9/2018 (AP_9_2018)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 9 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίο...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 9 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίο...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 9/2018

Απόφαση 9 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Στυλιανή Κουκουλάκη με δήλωση του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Σοφία Μπίκου Πάρεδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.2) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Πάρεδρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1977/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2007/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από25-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την προσαγόμενη με αριθμό …/2-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ. Τ. αποδεικνύεται, ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών. (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 885/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ,, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.- Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. "Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (1). " Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α`). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου"(15). Εξάλλου, κατά το Π.Δ. 164/2004, με το οποίο έγινε "η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ)" (άρθρο 2). "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ` εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5)."1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1440/1984). Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). 3. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του. Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 18/2006, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 865/2014). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν.2190/1994, με τα νομικά πρόσωπα, που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα όπως οι αναιρεσίβλητοι δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου (ΑΠ 6/2014, ΑΠ 581/2009). Εξάλλου , η από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων, προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 885/2014). 4. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ ΑΠ 7/2006 και 4/2005).Με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν ,κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2011).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή ο ενάγων, καθώς και λοιποί ενάγοντες που δεν ασκούν αναίρεση, ισχυρίσθηκε ότι κατάρτισε έγγραφη σύμβαση εργασιακής εμπειρίας (σύμβαση stage) συνολικής διάρκειας από 1-6-2007 μέχρι 31-7-2010 μετά από παρατάσεις με το δεύτερο εναγόμενο προκειμένου να απασχοληθεί στη ΔΟΥ Τρικάλων. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου που ήταν εργοδότες του. Ότι αυτός τελών σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τους εναγόμενους, έλαβε τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά που υπολειπόταν από τις νόμιμες αποδοχές και τα υποχρεωτικά επιδόματα των δημοτικών υπαλλήλων, όπως καθορίζονταν από τις διατάξεις των νόμων 3205/2003, 3554/2007, 3670/2008, 3758/2009 και 3833/2010, με αποτέλεσμα να δικαιούται για το χρονικό διάστημα που εργάσθηκε για μισθολογικές διαφορές, για επιδόματα ειδικών συνθηκών, εξόδων κίνησης, κινήτρου απόδοσης και για τα επιδόματα εορτών και αδείας τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά. Ότι το πρώτο εναγόμενο κατά την ημερομηνία που έφερε ως λήξη το τελευταίο συμφωνητικό συνεργασίας, μετά από αλλεπάλληλες ανανεώσεις, δήλωσε ότι δεν θα συνεχίσει να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, χωρίς να τηρήσει έγγραφο και να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και ως εκ τούτου υφίσταται άκυρη καταγγελία της συμβάσεώς του. Ζητούσε δε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 648, 659 ΑΚ, 1 και 8 Ν. 2112/1920, την Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28.6.1999 και 103 του Συντάγματος, α] να αναγνωρισθεί ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στο πρώτο εναγόμενο δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως ορισμένου χρόνου, β] να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας του, γ] να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δ] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να του καταβάλουν τα ποσά που ειδικότερα αναφέρει για μισθούς υπερημερίας, άλλως για αποζημίωση απολύσεως, εντόκως κάθε επί μέρους ποσό από τότε που ήταν απαιτητό. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την εκκαλουμένη με αριθμό 1977/2013 οριστική απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, το ποσό των 2.333 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1977/2013 οριστική απόφαση, με την οποία, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.333 ευρώ, ως αποζημίωση απολύσεως. 6. Το εφετείο μετά από αντίθετες εφέσεις του πρώτου εναγομένου και των εναγόντων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση των εναγόντων, έκανε δεκτή την έφεση του πρώτου εναγομένου και απέρριψε την ένδικη αγωγή καθ' ολοκληρία ως μη νόμιμη, με την εξής αιτιολογία: η από 5-1-2010 αγωγή των εναγόντων με το πιο πάνω περιεχόμενο, ως προς την βάση της που στηρίζεται στον ισχυρισμό αυτών, ότι οι ένδικες συμβάσεις τους, ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και τα συνακόλουθα αιτήματα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, της αποδοχής της εργασίας τους, της καταβολής των αιτουμένων μισθών υπερημερίας, άλλως καταβολής αποζημίωσης απόλυσης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος των νομικών σκέψεων που προηγήθηκαν: Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή (αγωγή), οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που ήταν ο εργοδότης αυτών, με τις συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας) που προεκτέθηκαν και υπέγραψαν με το δεύτερο εναγόμενο, δηλαδή συμβάσεις, που, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό τους, καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, που στο άρθρο 11 του οποίου περιέλαβε ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την προσαρμογή στην Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και συνεπώς αυτές (συμβάσεις) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες με την εργασία τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει αυτό (πρώτο-εναγόμενο), δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με τους ενάγοντες, μη εφαρμοζόμενης, όπως προαναφέρθηκε, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ ως μη έχουσας άμεση ισχύ στην ημεδαπή έννομη τάξη, ούτε είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων των εναγόντων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως, ως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αφού το εναγόμενο, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 6/2014 ΑΠ 885/2014, ΑΠ 914/2013). Ούτε συντρέχουν υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα οι προϋποθέσεις, για το έγκυρο συνάψεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 21 του ν.2190/1994 και στις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Π.Δ. 164|2004, που ρυθμίζουν τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 885/2014, ΑΠ 6/2014, ΑΠ 1686/2012, ΑΠ 852/2011, ΑΠ 590/2011 ), καθότι η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που επικαλούνται οι ενάγοντες δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη (ΑΠ 18/2014, ΑΠ 852/2011 οπ) και συνεπώς ως, προς τη βάση της αυτή η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Περαιτέρω, τα συμφωνητικά συνεργασίας που καταρτίσθηκαν με το δεύτερο εναγόμενο και ανανεώθηκαν άπαξ, σκοπό είχαν την υλοποίηση του προγράμματος για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στο γνωστικό αντικείμενο που παρέχει ο φορέας, είχαν χρονική διάρκεια και προέβλεπαν την μισθολογική παροχή, το ωράριο απασχόλησης επτά ωρών, τον έλεγχο από το δεύτερο εναγόμενο της υλοποίησης του προγράμματος, κατόπιν ενημέρωσης από το πρώτο εναγόμενο. Πρόκειται δηλαδή για γνήσιες συμβάσεις μαθητείας με προέχοντα στοιχεία την παροχή εκπαιδεύσεως στους μαθητευόμενους αλλά και την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των, όπως αναφέρεται ρητά στο σκοπό του προγράμματος, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όσον αφορά τους όρους αμοιβής, το χρόνο απασχόλησης και τους λοιπούς όρους απασχόλησης, στους οποίους υπήχθησαν- σι ενάγοντες, καθένας ατομικά, με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας, που υπέγραψαν, τα οποία είχαν ορισμένο χρόνο λήξης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και τις συνέπειες αυτής, αφού τα σχετικά θέματα που τους αφορούν, ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις υλοποίησης προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και οι ενάγοντες μετά το πέρας της χρονικής διαρκείας των εν λόγω προγραμμάτων και την μη ανανέωση αυτών, δεν μπορούσαν να προσφέρουν την εργασία τους.

Συνεπώς οι ενάγοντες δεν δικαιούνται, αποζημίωση απόλυσης ούτε ευθέως εκ του νόμου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται στην αγωγή, αφού τέτοια αποζημίωση δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, οι εργαζόμενοι που συνδέονται έστω με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 60/2008 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ),

7. Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, ως προς τις βάσεις της για ύπαρξη έγκυρης σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως ορισμένου χρόνου, με συνέπεια να δικαιούνται διαφορές αποδοχών, ως εργαζόμενοι με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως ορισμένου χρόνου, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του 648 και 649 ΑΚ, του Π.Δ. 164/2004, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον αριθμό 2 της αποφάσεως αυτής, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις διατάξεις αυτές, ειδικότερα δε, καθόσον αφορά την (έμμεση) αναγνώριση, περί υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, κατά το μέρος δε που αφορά τον ισχυρισμό, περί σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου, αυτός προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ κατά το μέρος που πλήττουν την ως άνω κρίση του Εφετείου, αναφορικά με την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης, είναι αβάσιμοι.

8. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τη βάση της, για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί, όπως οι ίδιοι εκθέτουν στην αγωγή τους, με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, όπως αυτοί ισχυρίζονται. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει την αγωγή, κατά τις ως άνω βάσεις της, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649 ΑΚ, 8 Ν.2112/1920, Π.Δ.164/2004, άρθρ. 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β`, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον αριθμό 2 της παρούσας και είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.

9. Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβανόταν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 (και όχι 8) του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, ότι ο ενάγων εξέθετε λεπτομερώς στην αγωγή του ότι η επίδικη σύμβαση που τον συνέδεε με τους εναγομένους ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβαση μαθητείας, αφού κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου και δεν αποτελούσε σύμβαση μαθητείας. Ο αναιρετικός λόγος αυτός, αληθώς εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς που περιλαμβανόταν στην αγωγή στους οποίους προσέδωσε, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, όπως ήδη περιλαμβάνεται στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους. 10. Ο από τον αρ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, περί μη λήψεως υπόψη προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου (ανεξαρτήτως του αν το επικαλούμενο έγγραφο αποτελεί αποδεικτικό μέσο) είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο από την εν λόγω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της αλήθειας ή μη των πραγματικών περιστατικών της αγωγής και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει περί της νομικής βασιμότητας της αγωγής.

11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται ελλείψει σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-7-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2007/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.