9/2015 — 9/2015 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 9 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 9/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Χαράλαμπο Μαχαίρα και ΙωάννÎ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 9/2015
Απόφαση 9 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 9/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ματέλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31035/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 481/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/2/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/2/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 481/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 481/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 28-2-2012 [αρ. έκθ. κατ. δικ. ενδ. μεσ. 708/29-02-2012] έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμό 31035/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε απορρίψει την από 28-3-2002 [αρ. εκθ. κατ. δικ. 18647/2002] αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν επί της άνω αγωγής, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως δανείστρια, επισπεύσασα την αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών εξαιτίας άδικης εκτέλεσης το χρηματικό ποσό των 69.336,52 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].
ΙΙ] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο διατυπωμένος, έστω και ατελώς, στην απόφαση, δικανικός συλλογισμός, ο οποίος συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό). Περαιτέρω, ως πράγματα, τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύουν τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Αφορά δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς. Τέλος, σύμφωνα με τη διατύπωση της διάταξης, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Συνεπώς, οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, β) παράνομη, γ) υπαίτια, δ) επέλευση ζημίας και ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας φέρει ο ζημιωθείς. Αυτός πρέπει να αποδείξει όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και αφετέρου η υπαιτιότητα του τελευταίου. Περαιτέρω, η απόφαση που ακυρώνει την πράξη της εκτέλεσης μετά από ανακοπή του άρθρου 933 είναι απόφαση διαπλαστική. Οι δικαστικές αποφάσεις με διαπλαστικό χαρακτήρα παράγουν τόσο διαπλαστική ενέργεια, όσο όμως και δεδικασμένο. Έτσι, οι αποφάσεις στη δίκη της ανακοπής, από το ένα μέρος αναδίδουν διαπλαστική ενέργεια απέναντι όλων (όταν βέβαια αποδέχονται το σχετικό αίτημα) ως προς την αλλοίωση της έννομης σχέσης που αποτέλεσε το αντικείμενο τους - και από το άλλο (είτε δέχονται, είτε απορρίπτουν το διαπλαστικό αίτημα) παράγουν δεδικασμένο απέναντι στους διαδίκους ως προς το ότι ο συγκεκριμένος ανακόπτων έχει ή δεν έχει το δικαίωμα δικαστικής διάπλασης με βάση τον λόγο που στήριξε την παραδοχή ή αντίστοιχα την απόρριψη του αιτήματος δικαστικής διάπλασης. Η απόφαση, που δέχεται την ανακοπή του άρθρου 933, αναδίδει επομένως διαπλαστική ενέργεια έναντι όλων, έστω και αν πρόκειται για πρόσωπα, που δεν ήταν διάδικοι της δίκης αυτής, για την αλλοίωση της έννομης σχέσης δημοσίου δικαίου, που εγκαθιδρύθηκε με τις πράξεις εκτέλεσης, όπως η αλλοίωση αυτή προήλθε από την ακύρωση της πράξης, που προσβλήθηκε με την ανακοπή. Η διάπλαση αυτή, όχι μόνο ενεργεί με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, που δέχεται την ανακοπή, δυνάμει της ειδικής διάταξης του άρθρου 937 § 1 αρ. 3• ανατρέχει επιπλέον στον χρόνο που επιχειρήθηκε η ελαττωματική πράξη, με αποτέλεσμα να κλονίζεται το κύρος και των μεταγενεστέρων πράξεων εκτέλεσης, αρκεί να προσβληθούν και αυτές με εμπρόθεσμη ανακοπή. Η ακυρωτική ενέργεια των πράξεων εκτέλεσης ενεργεί επομένως και απέναντι στους δανειστές, που αναγγέλθηκαν, ώστε η ακύρωση να συμπαρασύρει και τις αναγγελίες των δανειστών, εκτός αν έχουν τις συνέπειες της κατάσχεσης [ΚΠολΔ 972 παρ. 2 εδ. β], οπότε δεν θίγονται από τα ελαττώματα της κατάσχεσης. Ανακοπή για την ακύρωση πράξης, που ήδη ακυρώθηκε, η οποία ασκείται από άλλο πρόσωπο, έστω και αν πρόκειται για πρόσωπο που νομιμοποιείται, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού το ακυρωτικό αποτέλεσμα, που με αυτήν επιζητείται έχει ήδη επέλθει έναντι όλων. Αν αντιθέτως, απορριφθεί η ανακοπή, επειδή καμιά διαπλαστική ενέργεια δεν παράγεται από τη διαπλαστική αυτή απόφαση, ούτε όμως και δεδικασμένο έναντι τρίτων, οποιοδήποτε νομιμοποιούμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει νέα ανακοπή κατά της ίδιας πράξης και με επίκληση των ίδιων λόγων, αρκεί αυτή να είναι εμπρόθεσμη. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 20 Σεπτεμβρίου 2000, επισπεύσει της εναγομένης, με την υπ' αριθμό .../20-9-2000 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου εκπλειστηριάσθηκε ενώπιον της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Ι. Μπιλίση - Χρουσαλά, στη Θεσσαλονίκη, αντί ποσού 42.365.000 δραχμών ένα ανεξάρτητο και διηρημένο διαμέρισμα (κατοικία), ιδιοκτησίας του ενάγοντος, που βρίσκεται στον τέταρτο (Δ) πάνώ από το ισόγειο τυπικό όροφο έχει πρόσοψη .... . Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με το υπ' αριθμό .../14-4-1993 συμβόλαιο (δήλωση αποδοχής κληρονομιάς) του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Χατζησώμου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και αριθμό 120. Εκτιμήθηκε ολόκληρο το διαμέρισμα αντί ποσού δρχ. 30.000.000. Τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε το ποσό των 15.000.000 δρχ. Κατόπιν δε καταθέσεως αιτήσεως διορθώσεως της τιμής πρώτης προσφοράς, που συζητήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, η ανωτέρω αξία του ακινήτου προσδιορίστηκε, με την υπ' αριθμό 807/1998 απόφαση Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης στο ποσό των 45.000.000 δρχ. με τιμή πρώτης προσφοράς 22.500.000 δρχ. Το ακίνητο αυτό κατακυρώθηκε στη Δ. Β. του Χ., η οποία υπερθεμάτισε προς τούτο (βλ. την υπ' αριθμ. .../18-7-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακίνητης περιουσίας της Συμ/φου Θεσ/νίκης Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά και την υπ' αριθμό .../20-9-2000 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Ο πλειστηριασμός αυτός επισπεύσθηκε από την Εθνική Τράπεζα με την υπ' αριθμό .../18-7-2000 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού, που δεν πραγματοποιήθηκε της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά, προκειμένου η Εθνική Τράπεζα να πληρωθεί δρχ. 11.750.320. Επισπεύσθηκε δε με αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό με επιταγή προς πληρωμή της υπ' αριθμό 19.975/1996 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει εις ολόκληρον με τον μη διάδικο Ι. Μ. του Β., στην εναγομένη, το ποσό των 19.248.679 δραχμών. Δεν αποδείχτηκε όμως ότι ο ενάγων, επικαλούμενος ότι έχει τις προϋποθέσεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/ 2000, υπέβαλε αίτηση στην εναγομένη τράπεζα, ώστε να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου αυτού και παρά ταύτα η τελευταία επέσπευσε τον πλειστηριασμό του ακινήτου του. Και τούτο διότι απαραίτητο για να υπαχθεί στις ως άνω ευνοϊκές ρυθμίσεις ήταν να το ζητήσει ο ίδιος έχοντας τις προϋποθέσεις προς τούτο. Στην αντίθετη περίπτωση η τράπεζα δεν εμποδιζόταν να επισπεύσει αναγκαστικό πλειστηριασμό κατά της ακίνητης περιουσίας του. Υποβολή δε τέτοιας αιτήσεως δεν επικαλείται ούτε και αποδεικνύει ο ενάγων. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι αυτός, πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2789/ 2000, με το από 14-10-1998 έγγραφο του, το οποίο επέδωσε στην εναγομένη στις 4-11-1998, παραιτήθηκε του δικογράφου και του δικαιώματος από την υπ' αριθμ. 26.993/1996 ανακοπή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της ως άνω υπ' αριθμό 19.975/1996 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου, ώστε αυτή κατέστη τελεσίδικη, παράγοντας δεδικασμένο (βλ. την ως άνω, δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού, διαταγή πληρωμής, έγγραφη παραίτηση από ανακοπή, με την από 4-11-1998 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Κ. και το υπ' αριθμ. 1090/24-11-1998 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγομένη). Για το λόγο δε ότι η απαίτηση της εναγομένης κατά του ενάγοντος επιδικάστηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε τελεσίδικα σ' αυτή, η προσημείωση που είχε εγγράψει η τράπεζα στο ακίνητο του ενάγοντος για την εξασφάλισή της, τράπηκε στις 7-12-1998, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1.277 ΑΚ, σε υποθήκη (βλ. το υπ' αριθμό 37.267/2/7-12-1998 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Θεσσαλονίκης, που η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα).
Συνεπώς, η υπόθεση του ενάγοντος δεν υπήχθη, διότι δεν υπέβαλε σχετική αίτηση στην εναγομένη τράπεζα με αίτημα να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 30 του νόμου 2789/2000. Και τούτο διότι η υπόθεσή του εξαιρέθηκε ρητά από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, σύμφωνα με την παράγραφο 8 εδ. α' του ως άνω άρθρου, γιατί η οφειλή του ενάγοντος προς την εναγομένη από την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, πριν από την έναρξη της ισχύος ανωτέρω νόμου είχε κριθεί τελεσίδικα και δεν εκκρεμούσε στον Άρειο Πάγο. Η διαφορά τους δε αυτή δεν ρυθμίστηκε μεταξύ των διαδίκων με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου. Επομένως ο αγωγικός ισχυρισμός, με τον οποίο ο ενάγων υποστηρίζει ότι η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται στο ότι ο ως άνω πλειστηριασμός, που επισπεύσθηκε από αυτήν έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 30 του νόμου 2789/2000, στον οποίο ρητά ορίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα αναστέλλουν μέχρι της 30-10-2000 όλες τις διαδικασίες πλειστηριασμών και σε ουδεμία πράξη εκτελέσεως δύνανται πλέον να προχωρήσουν πριν την εκπνοή της προθεσμίας αυτής και συνεπώς ήταν άκυρες οι ως άνω πράξεις της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστος με την υπ' αριθμό 1925/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο συνεκδίκασε την από 2-4-2002 και με αριθμό έκθ. κατ. 1.294/4-4-2002 έφεση και πρόσθετους λόγους αυτής της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εναγομένης τράπεζας και την από 29-4-2002 και με αριθμό εκθ. κατ. 1.803/9-4-2002 έφεση της υπερθεματίστριας Δ. Β. κατά της υπ' αριθμ. 32.312/ 2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε επί ανακοπής εκτελέσεως του ενάγοντος ερήμην της εναγομένης, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από την υπερθεματίστρια (βλ. την υπ' αριθμό 1925/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγομένη). Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ο δανειστής του ενάγοντος, Κ. Π., στις 26-7-2000, άσκησε εναντίον της εναγομένης, την υπ' αριθμό κατάθεσης 28.282/2000 ανακοπή εκτελέσεως, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 26-3-2001, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία, με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθμό .../18-7-2000 δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού της εναγομένης, υποστηρίζοντας: α) ότι είχε τηρηθεί εκ μέρους του η προδικασία του πλειστηριασμού του ακινήτου του ενάγοντος και είχε δημοσιεύσει νόμιμα πρόγραμμα πλειστηριασμού του και β) ότι αυτός είχε την πρωτοπραξία του ως άνω πλειστηριασμού από το 1999 και επομένως η δήλωση συνέχισης της εναγομένης δεν επέφερε αποτέλεσμα. Την επομένη ημέρα, ήτοι στις 27-7-2000, ο Κ. Π. κατέθεσε εναντίον των διαδίκων στην προκειμένη δίκη, ήτοι της εναγομένης και του ενάγοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. έκθ. κατ. .../27-7-2000 αίτηση του περί αναστολής εκτελέσεως της υπ' αριθμ. .../2000 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της εναγομένης, καθώς και των περαιτέρω πράξεων εκτελέσεως, υποστηρίζοντας ότι είναι ο πρώτος επισπεύδων και συνεπώς ότι έχει την πρωτοπραξία του πλειστηριασμού του παραπάνω ακινήτου του ενάγοντος μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ως άνω ασκηθείσας ανακοπής του. Με το δικόγραφο της προαναφερθείσας αίτησης αναστολής εκτελέσεως της υπ' αριθμ. .../2000 δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της εναγομένης, ο Κ. Π. υπέβαλε και αίτηση χορήγησης προσωρινής διαταγής, που έγινε δεκτή από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και του χορηγήθηκε αυθημερόν η υπ' αριθμό .../27-7-2000 προσωρινή διαταγή, με την οποία απαγορεύθηκε στην εναγομένη τράπεζα η διενέργεια περαιτέρω πράξεων εκτελέσεως στο ακίνητο του ενάγοντος, μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της ανωτέρω αιτήσεως του Κ. Π., η οποία προσδιορίσθηκε να δικασθεί στις 16-10-2000, με τον όρο να εκδικασθεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά της προσωρινής διαταγής που προαναφέρθηκε, την οποία ο Κ. Π. επέδωσε στην εναγομένη, η τελευταία άσκησε την από 14-9-2000 και με αριθμό εκθ. κατ. .../15-9-2000 αίτηση ανάκλησης της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμό 23828/20-9-2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και διατάχτηκε η ανάκλησή της (βλ. τις ως άνω αιτήσεις, προσωρινή διαταγή και απόφαση ανάκληση της, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγομένη). Στη συνέχεια η τελευταία, όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα υπ' αριθμό .../26-9-2000 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της συμ/φου Θεσ/νίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά, χωρίς να εμποδίζεται πλέον από την ως άνω προσωρινή διαταγή, η οποία είχε ήδη ανακληθεί, την ίδια ημέρα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2000, επίσπευσε τον πλειστηριασμό του ακινήτου του ενάγοντος, ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου. Συνακόλουθα και ο αγωγικός ισχυρισμός, με τον οποίο ο ενάγων υποστηρίζει ότι η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται στο ότι ο ως άνω πλειστηριασμός, που επισπεύσθηκε από αυτήν έγινε κατά παραβίαση της ως άνω προσωρινής διαταγής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι έναντι της απαίτησης της εναγομένης, που της επιδικάστηκε με την υπ' αριθμό 19.975/1996 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ύψους (κεφάλαιο 19.248.697 δραχμές + 8.758.270 δραχμές για τόκους και Ε.Φ.Τ.Ε.) 28.006.947 δραχμών, εισπράχθηκε αναγκαστικά μέχρι τον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του ενάγοντος στις 20-9-2000 από την εναγομένη τράπεζα το ποσό των 16.256.627 δραχμών και της οφειλόταν ακόμη υπόλοιπο ύψους 11.750.320 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 1-7-1999 μέχρι εξοφλήσεως, 300.700 δραχμές για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, 40.000 δραχμές για έξοδα και τέλη απογράφου και 3.750 δραχμές για σύνταξη της εντολής εκτέλεσης και συνολικά το ποσό των (11.750.320 + 300.700 + 40.000 + 3.750=) 12.094.770 δραχμών ή 35.594,55 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων (βλ. την ως άνω υπ' αριθμό .../20-9-2.000 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμ/φου Θεσ/νίκης Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Πρέπει να σημειωθεί, ότι στο ποσό αυτό δεν είχαν προστεθεί μη νόμιμοι τόκοι από την εναγομένη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι έναντι του ως άνω ποσού των 12.094.770 δραχμών ή 35.594,55 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων της απαίτησης της, η εναγομένη εισέπραξε, μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, κάποιο ακόμη ποσό από τους οφειλέτες της, από την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ώστε νόμιμα προς ικανοποίηση της απαίτησης της επέσπευσε τον ως άνω πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου. Κατά συνέπεια, και ο αγωγικός ισχυρισμός, με τον οποίο ο ενάγων υποστηρίζει, ότι η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται στο ότι ο ως άνω πλειστηριασμός, που επισπεύσθηκε από αυτήν, έγινε παρά την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι με επίσπευση διαφόρων δανειστών του ενάγοντος και τελικά του προαναφερθέντος Κ. Π., δυνάμει τίτλου εκτελεστού και συγκεκριμένα της υπ' αριθμό 19.096/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμό .../8-9-1999 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χουρσαλά κατασχέθηκε αναγκαστικά το διαμέρισμα του ενάγοντος που προαναφέρθηκε. Μετά από αλλεπάλληλες ματαιώσεις του πλειστηριασμού, με την υπ' αριθμό 459/22-5-2000 Α' επαναληπτική περίληψη του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Κ. ορίσθηκε ως ημέρα διενέργειας αυτού η 26-7-2000. Πριν όμως διενεργηθεί ο πλειστηριασμός, η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" με την υπ' αριθμό .../18-7-2000 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χουρσαλά δήλωσε στην τελευταία επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, ότι αυτή πλέον συνεχίζει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του ενάγοντος οφειλέτη της Κ. Μ. προς ικανοποίηση της προαναφερθείσας απαίτησής της, με τίτλο εκτελεστό την υπ' αριθμό 19.975/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με τη δήλωση ορίσθηκε ως ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 20-9-2000. Ο Κ. Π. όμως άσκησε κατά της παραπάνω δηλώσεως επίσπευσης πλειστηριασμού της εναγομένης Τράπεζας νομότυπα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθμό κατ. 28.282/26-7-2000 ανακοπή εκτελέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προβάλλοντας αντιρρήσεις κατ' αυτής και ζητώντας την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι ακύρως η εναγομένη Τράπεζα επισπεύδει αναγκαστικό πλειστηριασμό κατά της ακίνητης περιουσίας του ενάγοντος οφειλέτη του Κ. Μ., διότι ο ίδιος ο Κ. Π., έχοντας τηρήσει όλες τις νόμιμες διατυπώσεις για τη διενέργεια του επέσπευδε νόμιμα τον πλειστηριασμό. Επί της προαναφερόμενης ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 21.543/30-7-2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε νόμιμος και έγινε δεκτός και ως κατ' ουσία βάσιμος ο παραπάνω λόγος ανακοπής και κατ' επέκταση και η ανακοπή και ακυρώθηκε η ανωτέρω δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού της εναγομένης Τράπεζας. Η απόφαση μάλιστα αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη, όπως προέκυπτε από το με αριθμό πρωτ. 4.632/30-10-2001 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθμό 5693/28-9-2001 έκθεση επιδόσεως της υπ' αριθμό 21.543/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην Τράπεζα του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Π.. Παρά ταύτα και ενώ η με αριθμό 4.456/12-12-2001 έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως, που ασκήθηκε από την εδώ εναγομένη, τρίτη των καθ' ων στη δίκη εκείνη, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα, μετά την τελεσιδικία της εν λόγω αποφάσεως, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1.764/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ' αριθμό 21.543/30-7-2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και απορρίφθηκε η ανακοπή του Κ. Π.. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε αναίρεση ο τελευταίος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 241/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση του ακυρωτικού αναιρέθηκε η υπ' αριθμό 1.764/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε εξαφανισθεί η υπ' αριθμό 21.543/30-7-2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε η ανακοπή του Κ. Π., διότι η έφεση της εναγομένης ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης τόσο στην εναγομένη Τράπεζα όσο και στον αναγκαίο ομόδικο της ενάγοντα (βλ. τις ανωτέρω αποφάσεις που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Έτσι αναβίωσε η ισχύς της υπ' αριθμό 21.543/30-7-2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε νόμιμος και έγινε δεκτός και ως κατ' ουσία βάσιμος ο παραπάνω λόγος ανακοπής και κατ' επέκταση και η ανακοπή του ενάγοντος και ακυρώθηκε η ανωτέρω δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού της εναγομένης. Με τον τρόπο αυτό κρίθηκε αμετακλήτως, ότι είναι άκυρη η υπ' αριθμό .../18-7-2000 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού, που δεν πραγματοποιήθηκε, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χουρσαλά, η οποία έγινε από την εναγομένη Τράπεζα, με αποτέλεσμα να είναι ακυρώσιμος και ο πλειστηριασμός του ως άνω διαμερίσματος του ενάγοντος, που διενεργήθηκε από την εναγομένη βάσει της ως άνω άκυρου δηλώσεως επίσπευσης πλειστηριασμού, διότι η ακυρότητα της δήλωσης επιδρά ακυρωτικώς και στον πλειστηριασμό. Αυτό συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 933 και 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τις οποίες και ενόψει του ότι, η κατά το σύστημα του ΚΠολΔ λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας, καθιστά αναγκαία την προσβολή των άκυρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειές τους μέχρι να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητά τους, οπότε και επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους (ΑΠ 1905/2011 δημ. Νόμος). Παρά δε την μεταξύ αυτών αυτοτέλεια των διαδοχικών πράξεων εκτέλεσης, από άποψη τόπου και χρόνου ενέργειας, αυτές συνδέονται οργανικώς και αποτελούν τους συνδετικούς κρίκους της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα οποιασδήποτε από τις διατυπώσεις να επιδρά ακυρωτικά στον πλειστηριασμό. Για να κηρυχθεί όμως άκυρος ο πλειστηριασμός πρέπει να προσβληθεί με ανακοπή από οποιοδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. γ.' του ΚΠολΔ, άλλως η ακυρότητα αυτού θεραπεύεται. Στην περίπτωση αυτή και για να μην αποκλεισθεί η ενδεχόμενη δυνατότητα προσβολής και ακύρωσης του πλειστηριασμού σε περίπτωση μεταγενέστερης έκδοσης απόφασης ακυρωτικής των προηγουμένων πράξεων, είναι δυνατή η άσκηση ανακοπής προς ακύρωση του πλειστηριασμού για τον ανωτέρω λόγο, εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠολΔ, η αποδοχή ή μη της οποίας θα τελεί υπό την αίρεση της ακύρωσης με την πρώτη ανακοπή των προγενέστερων πράξεων (άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ ....). Αυτά δέχτηκε και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμό 1.929/2008 απόφαση του, η οποία εκδόθηκε επί της από 8-1-2003 και με αρ. κατ. 59/9-1-2003 έφεσης της εναγομένης και της από 7-10-2003 και με αρ. κατ. 3.863/7-10-2003 έφεσης της ως άνω υπερθεματίστριας - καθ' ων η ανακοπή κατά της υπ' αριθμό 23.909/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η υπ' αριθμό εκθ. κατ. 38218/20-10-2000 ανακοπή του Κ. Π. και ακυρώθηκαν η υπ' αριθμ. .../20-9-2000 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση -Χουρσαλά και η υπ' αριθμό .../11-10-2000 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας συμβολαιογράφου (βλ. την απόφαση αυτή που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων). Αντίθετα, το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμό 1.925/2008 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε επί της από 2-4-2002 και με αριθμό κατ. 1.294/4-4-2002 έφεσης της εναγομένης με τους πρόσθετους λόγους αυτής και της από 29-4-2002 και με αριθμ. κατ. 1.803/9-5-2002 έφεσης της ως άνω υπερθεματίστριας - καθ' ων η ανακοπή, κατά της υπ' αριθμό 32.312/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή από 17-10-2000 και με αρ. εκθ. κατ. 37.814/2000 ανακοπή του ενάγοντος με αίτημα την ακύρωση της υπ' αρ. .../20-9-2000 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση -Χουρσαλά και της υπ' αρ. .../11-10-2000 περιλήψεως κατακυρωτικής έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας συμβολαιογράφου, έγιναν δεκτές οι εφέσεις της εναγομένης και της υπερθεματίστριας, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η ανακοπή του ενάγοντος, ώστε αυτός απώλεσε το διαμέρισμα του (βλ. τις ως άνω αποφάσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι). Κατά συνέπεια, ο αγωγικός ισχυρισμός, με τον οποίο ο ενάγων υποστηρίζει, ότι η υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται σε άδικη εναντίον του εκτέλεση καθότι ο ως άνω πλειστηριασμός, που επισπεύσθηκε από αυτήν κατά της ακίνητης περιουσίας του, έγινε παρά την υφιστάμενη πρωτοπραξία άλλου δανειστή, με την κατάθεση από την εναγομένη της υπ' αριθμό .../18-7-2000 άκυρης δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, είναι ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω πρέπει να αναφερθεί ότι και στην περίπτωση που ο καθ' ου η εκτέλεση δεν ασκήσει εμπρόθεσμη ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, ή αυτή που άσκησε απορριφθεί και η ακυρότητα του θεραπευθεί, όπως εν προκειμένω, ο υπερθεματιστής διατηρεί την κυριότητα του επί του πλειστηριασθέντος, ενώ ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή την απόδοση του πλειστηριάσματος, πέραν της επί πλέον αποζημιώσεως με τους όρους του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. (.....), ή αποζημίωση με τους όρους των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ασκώντας προς τούτο, όπως προαναφέρθηκε ...., αυτοτελή αγωγή για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης, οπότε και το Δικαστήριο προβαίνει σε παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ' ου η εκτέλεση, πριν αυτή ακυρωθεί αμετάκλητα. Συνακόλουθα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο καθ' ου η εκτέλεση και ήδη ενάγων ως οφειλέτης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια εναγομένη αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις της αδικοπραξίας, εξαιτίας άδικης εκτέλεσης. Η θετική ζημία που υπέστη ο ενάγων από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνίσταται στην πραγματική αξία του διαμερίσματος του κατά το χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συζήτησης (....), ήτοι στις 25-5-2011, μείον το ποσό της οφειλής του προς την εναγομένη, το οποίο εξοφλήθηκε από το εκπλειστηρίασμα προς ικανοποίηση της απαίτησής της. Η πραγματική αξία του διαμερίσματος του ενάγοντος, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, ανέρχεται στο ποσό των εκατόν δέκα επτά χιλιάδων είκοσι εννέα ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (117.029,93 ευρώ). Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την αντικειμενική αξία του διαμερίσματος που σύμφωνα με το υπ' αριθμ.18237/12-11-2008 έγγραφο προσδιορισμού της από το αρμόδιο όργανο της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, στις 12-11-2008 ανερχόταν σε 195.049,89 ευρώ, τη διαφορά της αντικειμενικής με την εμπορική αξία του ακινήτου και την μείωση της αγοραστικής του αξίας, που επήλθε λόγω της παρέλευσης του χρονικού διαστήματος από 12-11-2008 μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής (25-5-2011), ήτοι της παλαίωσης του, δεδομένου ότι η ηλικία της οικοδομής υπερέβαινε τα είκοσι (20) έτη και της μείωσης των τιμών πώλησης των ακινήτων εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, η οποία (μείωση της αξίας του) ανέρχεται συνολικά σε ποσοστό 40% επί του ανωτέρω ποσού, με αποτέλεσμα η πραγματική του αξία κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο να ανέρχεται στο ως άνω ποσό των (195.049,89 ευρώ επί 60%) 117.029,93 ευρώ. Από το ποσό αυτό των 117.029,93 ευρώ πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της οφειλής του ενάγοντος προς την εναγομένη, το οποίο, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. .../7-11-2000 πρόσκληση δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χουρσαλά, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 20-11-2000 και την οποία ο τελευταίος επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, ανέρχεται σε 19.659.031 δραχμές ή 57.693,41 ευρώ και εξοφλήθηκε από το εκπλειστηρίασμα, με αποτέλεσμα να μειωθεί κατά το ποσό αυτό η ζημία του, και να του επιδικασθεί το υπόλοιπο των (117.029,93 μείον 57.693,41) 59.336,52 ευρώ ως θετική του ζημία. Τέλος, εξαιτίας του ψυχικού πόνου που δοκίμασε ο εφεσίβλητος, της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε από τη στέρηση της κατοικίας του από την οποία αποβλήθηκε βιαίως με την υπ' αριθμό 225/20-10-2000 έκθεση βιαίας αποβολής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ν. Γ., που αυτός επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, και της μείωσης της προσωπικότητάς του τόσο από την πραγματοποίηση του πλειστηριασμού όσο και τη δημοσιότητα, που έλαβε το γεγονός αυτό, υπέστη ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός, του βαθμού του πταίσματος, τόσο των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης όσο και του ενάγοντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, ήτοι του ενάγοντος ως επιχειρηματία και της εναγομένης ως ισχυρής οικονομικά τράπεζας, καθώς και των κανόνων της κοινής πείρας, το Δικαστήριο κρίνει, ότι το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί ανέρχεται σε 10.000,00 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει τις ένδικες αγωγικές του αξιώσεις και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει για την περιουσιακή και μη περιουσιακή του ζημία, συνολικά, το ποσό των [59.336,52 + 10.000,00=] 69.336,52 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 972 επ. του ΚΠολΔ, είναι δε αβάσιμα όσα υποστηρίζονται περί του αντιθέτου, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον άρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στα πραγματικά περιστατικά της ένδικης αγωγής θεμελιούνταν οι άνω αυτοτελείς αξιώσεις από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 298 και 299 ΑΚ, που έθεταν τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, τη συνδρομή των οποίων επικαλέσθηκε και απέδειξε ο ζημιωθείς, που είχε το βάρος της επίκλησης και απόδειξης αυτών. Ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο και της υπαγωγής αυτών στις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ότι δεν υπήρξε παραβίασή τους, κάτι που, εφόσον η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, είναι φανερό από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπροσθέτως, προέκυψαν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που ήσαν αναγκαία για την κρίση, ότι συνέτρεξαν οι όροι των εφαρμοσθεισών διατάξεων.
Συνεπώς, αφού συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις των εφαρμοσθεισών διατάξεων και δεν στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης είναι απορριπτέα επίσης ως αβάσιμη η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Τέλος, ο από τον αρ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα λόγος αναίρεσης, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ότι ουδεμία υπαιτιότητα την βάρυνε συνδεόμενη με γνώση ή άγνοια λόγω βαριάς αμέλειας για την έλλειψη δικαιώματος διενέργειας του πλειστηριασμού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής, η οποία δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [Κ.Πολ.Δ. 495 παρ.4 εδ.4] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου [άρθρ.183 Κ.Πολ.Δ.], που κατάθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2014 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 481/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου [4939255/2014 διπλοτύπου εισπράξεως, ΤΥΠΟΥ Α'] στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια [2.700] Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ