9/2011 — 9/2011 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 9 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Κ. Αριθμός 9/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ----- ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Î...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 9/2011
Απόφαση 9 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Κ.
Αριθμός 9/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Ε. συζ. Α. Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σπάχο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ" που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "… Α.Ε" η οποία εδρεύει στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα 2. Ανώνυμης εταιρίας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ALICO - EUROBANK ΑΝΏΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", νομίμως εκπροσωπουμένης, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2501/2002 μη οριστική, 3658/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2867/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαρτίου 2008 αίτησή της ως και τους από 20 Αυγούστου 2010 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνον δια δικογράφου το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την συζήτηση της αιτήσεως, επιδίδεται δε στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως, ως και την σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρον του οικείου Τμήματος κατά το άρθρο 568 παρ. 2, όχι δε και η μεταγενέστερη μετ` αναβολή εξ αυτής ή ματαίωση προσδιορισθείσα (Ολ. ΑΠ 143/84, 654/84). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 20- 8- 2010 δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου την 24-8-2010, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο της αρχικώς ορισθείσης ( 12-1-2009) δικασίμου. Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που χορήγησε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν. Αντίθετα ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας. Από την αυτή ως άνω διάταξη (ΑΚ 922) προκύπτει επίσης ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ` αυτόν. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 19 παρ.2, 20 παρ. 1, 5, 21 και 30 εδ. α'- του Ν. 1969/1991, προκύπτει ότι για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, τα οποία ύστερα από άδεια συστάσεως που χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθίστανται αντικείμενο διαχείρισης Ανώνυμης Εταιρίας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, απαιτούνται: α) γραπτή αίτηση προς την ΑΕ Διαχείρισης, β) αποδοχή του Κανονισμού του αμοιβαίου Κεφαλαίου και γ) ολοσχερής καταβολή στον θεματοφύλακα της τιμής διάθεσης των μεριδίων σε μετρητά ή κινητές αξίες, εφόσον η ΑΕ δεχθεί τις τελευταίες. Η ΑΕ Διαχείρισης μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της, ως αντιπρόσωποι της δε μπορούν να ενεργούν μόνο Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρίες και μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ενώ αποκλείεται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι άλλα πρόσωπα. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Η πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη είναι ασφαλιστική εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στις ασφαλίσεις του κλάδου ζωής και προσωπικών ατυχημάτων. Η εν λόγω εταιρία δεν προσφέρει στο κοινό χρηματοοικονομικά προγράμματα, ούτε διαχειρίζεται αμοιβαία κεφάλαια ή ομόλογα, ούτε παρέχει η ίδια άλλης φύσεως επενδυτικές υπηρεσίες προς τους πελάτες της. Η δεύτερη των εναγομένων και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ) και στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής, διαθέτει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων σε υποψήφιους αγοραστές. Για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας χρησιμοποιεί και το δίκτυο των εταιριών που συμμετέχουν σ' αυτή ως μέτοχοι, και μεταξύ αυτών είναι και η ως άνω πρώτη εταιρία. Η εν λόγω όμως εταιρία αποτελεί χωριστό και ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο, διαφορετικό εκείνου της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Η τελευταία, στα πλαίσια των ασφαλιστικών της δραστηριοτήτων, είχε καταρτίσει με τον τρίτο των εναγομένων Γ. Β. (μη διάδικο στη παρούσα δίκη) την από 21-10-1983 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης δυνάμει της οποίας ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να ιδρύσει και να λειτουργήσει στην περιοχή των Αθηνών πρακτορείο και να μεσολαβεί για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων. Δυνάμει του όρου 8 των συνημμένων στη σύμβαση γενικών όρων, ορίζεται ότι ο ως άνω εναγόμενος είναι ελεύθερος επαγγελματίας και είναι ελεύθερος να εκλέγει κατά την κρίση του τους συνεργάτες του ασφαλειομεσίτες και τους πελάτες τους οποίους επιδιώκει να ασφαλίσει, αποκλείσθηκε δε η έμμισθη σχέση. Δεν είχε δικαίωμα εκπροσώπησης της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρίας, με εξαίρεση την υπογραφή και παράδοση των δεσμευτικών αποδείξεων αυτής και την προσυπογραφή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς επίσης την είσπραξη των ασφαλίστρων. Στα πλαίσια της σχέσης αυτής είχε συστήσει ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ. Β. Σία. Ε. Ε.", διατηρούσε δε γραφείο της εταιρίας του στην … επί … αρ….σε μισθωμένο διαμέρισμα το οποίο είχε μισθώσει η εν λόγω εταιρία (βλ. το από1-1-1990 ιδιωτ. συμφωνητικό μισθώσεως). Απασχολούσε προσωπικό, απέκτησε δε μεγάλη φήμη ως ασφαλιστικός πράκτορας, με μεγάλο κύκλο πελατών στους οποίους είχε γίνει γνωστός με την ιδιότητά του αυτή. Υπό τα περιστατικά αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι ο Γ. Β. ήταν διευθυντής της πρώτης εναγομένης, όπως αυτός αναληθώς ισχυριζόταν κυρίως ενώπιον υποψηφίων επενδυτών, το ότι δε στο ως άνω γραφείο της εταιρίας του είχε αναρτήσει πινακίδα, με τον διακριτικό τίτλο ALICO, καθώς και το ότι η εν λόγω εταιρία ενίοτε τον αποκαλούσε με την ιδιότητα αυτή και στο τεύχος Νοεμβρίου 1999 του περιοδικού ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ αποκαλείται από τον συντάκτη διευθυντής της ΑΛΙCΟ, δεν οδηγούν σε διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι η μορφή συνεργασίας αυτού με τη πρώτη εναγομένη εταιρία καθοριζόταν σαφώς από τη πιο πάνω σύμβαση, όπως αυτή προαναφέρθηκε και με την οποία αποκλείσθηκε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αρχές του έτους 1998 ο Γ.Β. εκμεταλλευόμενος τη φήμη του ως ασφαλιστικού πράκτορα και τις πολλές γνωριμίες του, άρχισε να αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα ως προς την προσέλκυση επενδυτών, πράγμα που κατάφερε, αφού αρκετοί του εμπιστεύθηκαν τα χρήματά τους για να επενδύσουν άλλοι σε αμοιβαία κεφάλαια και άλλοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του αυτής, τον Νοέμβριο 1999 επισκέφθηκε, μαζί με την τέταρτη εναγομένη Β. Ζ., σύζυγό του και απασχολούμενη στο γραφείο του και την πέμπτη εναγόμενη Ά. Λ., η οποία και αυτή εργαζόταν στο γραφείο του(μη διαδίκους στη παρούσα δίκη), τα Ιωάννινα, με σκοπό να προσελκύσει επενδυτές για επενδύσεις στο ΧΑΑ. Έτσι τον γνώρισε και η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην οποία, παρουσία και της τέταρτης εναγομένης, παρουσίασε ένα πρόγραμμα επένδυσης με γρήγορη και υψηλή απόδοση. Συγκεκριμένα τη διαβεβαίωσε πως αν τοποθετούσε χρήματα προς αγορά μετοχών εταιριών νεοεισαγομένων στο Χρηματιστήριο, θα είχε απόδοση ίση με το 60% των χρημάτων που θα τοποθετούσε (κεφάλαιο), σε χρονικό διάστημα 55 ημερών. Πεισθείσα η ενάγουσα στις διαβεβαιώσεις του αυτές, κατέθεσε σε λογαριασμό του ιδίου που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, το ποσό των 106.613.000 δραχμών, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απόδειξη από τον ίδιο. Ποτέ όμως δεν έλαβε την απόδοση της επένδυσής της που της είχε υποσχεθεί ο ως άνω εναγόμενος, αλλά ούτε και το καταβληθέν κεφάλαιο, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν προέβη στην αγορά μετοχών εταιριών νεοεισαγομένων στο ΧΑΑ για λογαριασμό της, αλλ' αντίθετα ιδιοποιήθηκε παράνομα το ως άνω χρηματικό ποσό με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της ενάγουσας. Τη μέθοδο αυτή χρησιμοποίησε, όπως προαναφέρθηκε, σε ικανό αριθμό προσώπων από τους οποίους απέσπασε σημαντικά χρηματικά ποσά, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον Ιανουάριο 2000, εξαφανίστηκαν και αυτός και η σύζυγος του και το θέμα είχε λάβει μεγάλη δημοσιότητα. Με την υπ' αρ. 2775/2005 απόφαση του Τριμελούς Κακουργημάτων Αθηνών κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για τις πράξεις της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' επάγγελμα και η Β. Ζ. κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε για την πράξη της κατ' εξακολούθηση απλής συνέργειας σε μερικότερες πράξεις κακουργηματικής απάτης που τέλεσε ο πρώτος, πράξεις που όλες διαπράχθηκαν στα πλαίσια της πιο πάνω δραστηριότητάς του για προσέλκυση επενδυτών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση η ενάγουσα περισσότερο απέβλεψε στο πρόσωπο του ίδιου του Γ. Β., παρά στην ιδιότητα του διευθυντή της πρώτης εναγομένης, που αυτός κατά τα προαναφερόμενα, χρησιμοποιούσε. Και τούτο διότι, όπως καταθέτει ο μάρτυρας της ενάγουσας Β. Γ., πρώην διευθυντής της ΕΤΕ όπως ο ίδιος δηλώνει στην κατάθεση του, η ενάγουσα κατέθεσε τα χρήματά της στην Εμπορική Τράπεζα σε λογαριασμό του Β. και συνεχίζοντας καταθέτει ότι "Η συμφωνία που έκανε η Λ.με τον Β., όπως και ο Π.επί παραδείγματι, ήταν ότι τα χρήματα που του κατέβαλε θα τα επένδυε σε νεοεισερχόμενες μετοχές στο Χρηματιστήριο και μετά από δύο περίπου μήνες θα τις απέδιδε το κεφάλαιο και τα κέρδη, παρακρατώντας το 40 με 45%" και πέραν αυτών, ο Γ. Β.ς στη δοσοληψία του αυτή με την ενάγουσα δεν αποδείχθηκε ότι χρησιμοποίησε κάποιο έγγραφο (πλαστό ή γνήσιο) με το λογότυπο των εναγομένων εταιριών, όπως, κάποια βεβαίωση ή απόδειξη καταβολής χρημάτων, όπως έπραξε σε άλλες περιπτώσεις, ούτε άλλωστε η ενάγουσα επικαλείται την ύπαρξη τέτοιου εγγράφου. Εξάλλου, η πρώτη εναγομένη, σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν δραστηριοποιείται η ίδια στη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων ή ομολόγων, ούτε προσέφερε στο κοινό χρηματοοικονομικά προϊόντα και είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο από τη δεύτερη εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, όταν δε πληροφορήθηκε τη δραστηριότητα αυτή του Γ. Β., στις 3-12-1999, κατήγγειλε την πιο πάνω σύμβαση πρακτόρευσης.
Συνεπώς υπό τα περιστατικά αυτά δεν αποδείχθηκε ότι ο Γ. Β.ς και η σύζυγος του τέταρτη εναγομένη, στην ένδικη περίπτωση ενήργησαν ως προστηθέντες αυτής (πρώτης εναγομένης), ώστε να υφίσταται ευθύνη της σύμφωνα, με το άρθρο 922 AΚ, για τις προαναφερόμενες πράξεις τους. Όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη, ο εν λόγω διάδικος Γ. Β.ς ήταν ενταγμένος στο δίκτυό της και μεσολαβούσε ως ελεύθερος επαγγελματίας στη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων που αυτή διαχειριζόταν, όπως η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της, πλην όμως στην ένδικη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε ως προστηθείς αυτής. Η συμπεριφορά του , όπως αυτή έχει ήδη αναφερθεί, δεν τελούσε σε αιτιώδη σχέση με τα καθήκοντα που είχε αναλάβει έναντι της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, ως μεσολαβητής στη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων και ήταν ξένη με τη συμφωνημένη παροχή των υπηρεσιών του αυτών, και σε κάθε περίπτωση δεν τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες της, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, απέσπασε τα χρήματα της ενάγουσας με την ψευδή υπόσχεση ότι θα προέβαινε σε επενδύσεις στο ΧΑΑ και όχι σε αμοιβαία κεφάλαια (η επένδυση στα οποία, ας σημειωθεί, γίνεται με τις διατυπώσεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη), όπως ο ίδιος δε αναφέρει στην απολογία του στη δίκη ενώπιον του πιο πάνω ποινικού Δικαστηρίου, τα χρήματα τα έπαιρνε ο ίδιος και όχι η εταιρία, ο ίδιος είχε συστήσει ΑΕΛΔΕ με την επωνυμία EQUITAS και μετήλθε τη μέθοδο της αγοράς μετοχών νεοεισαγομένων εταιριών στο Χρηματιστήριο προκειμένου να ανακάμψει ο ίδιος οικονομικά (με χρήματα που δεν του ανήκαν), από προηγούμενη δραστηριότητά του επίσης στο Χρηματιστήριο. Με βάση τα περιστατικά αυτά, και ως προς τη δεύτερη εναγομένη δεν υφίσταται ευθύνη αυτής προς αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, κατά τις διατάξεις για την πρόστηση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και ως προς τις εναγόμενες αυτές και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το σχετικό της μέρος απέρριψε την αγωγή ως προς τις εναγόμενες αυτές. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για' την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου .Τούτο δε ειδικότερα διότι με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν καταφάσκεται ευθύνη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εταιριών προς αποζημίωση της ενάγουσας από αδικοπραξία και ειδικότερα με βάση σχέση πρόστησης αλλά ούτε και υποπρόστησης.
Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος και τρίτος αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμοι Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό και με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής όπου μάλιστα γίνεται και ειδική αναφορά στην υπ. αριθ. 2775/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την απόφαση αυτή με όλες τις διαλαμβανόμενες σ'αυτή μαρτυρικές καταθέσεις που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1) . Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτό. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη και τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη αγωγικό ισχυρισμό, περί του ότι μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων εταιριών υπήρχε σχέση συνεργασίας σύμφωνα με την οποία η πρώτη είχε αναλάβει την προώθηση στο καταναλωτικό κοινό μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων τη διαχείρηση των οποίων είχε η δεύτερη της οποίας η πρώτη εναγομένη αποτελούσε νόμιμη αντιπρόσωπο και επί πλέον ότι είχε παράσχει εντολή η πρώτη ως εταιρία ασφαλίσεων πρακτορευόμενη από τον τρίτο εναγόμενο, σε αυτόν που ήταν προστηθείς, όπως και οι λοιπές εναγόμενες για τη διαχείριση των μεριδίων των περί ων πρόκειται αμοιβαίων κεφαλαίων και τον απέρριψε εκ του πράγματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαρτίου 2008 αίτηση της Α. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2867/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 20 Αυγούστου 2010 πρόσθετους λόγους. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ