9/2009 — 9/2009 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 9 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 9/2009
Απόφαση 9 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 9/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της εταιρείας με την επωνυμία "Ο.W. BUNKER MALTA LTD" (ΟΟΥ ΝΤΑΜΠΛΙΓΙΟΥ ΜΠΑΝΚΕΡ ΜΑΛΤΑ ΕΛ ΤΙ ΝΤΙ), που εδρεύει στη ...... της ...... και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στον ...... δυνάμει του Α.Ν 89/67 (...... και ......) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Του Ψ1, κατοίκου ...... (οδός ...... αρ. ...) .
2. Της εταιρείας με την επωνυμία "CEDAR ENTERPRISES INC", η οποία κατά το καταστατικό της εδρεύει στη ...... (......), στην πραγματικότητα όμως στον ...... (οδός ...... αρ. ...), όπου ασκείται το σύνολο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και λαμβάνονται όλες οι βασικές για την διοίκησή της αποφάσεις, όπως εκπροσωπείται νόμιμα.
3. Της εταιρείας με την επωνυμία "PRIMRORE VENTURES SA", η οποία κατά το καταστατικό της εδρεύει στη ...... της ...... (......), στην πραγματικότητα όμως στον ...... (οδός ...... αρ. ...), όπου ασκείται το σύνολο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και λαμβάνονται όλες οι βασικές για την διοίκησή της αποφάσεις , όπως εκπροσωπείται νόμιμα.
4. Της εταιρείας με την επωνυμία "OSPREY MARITIME INC", η οποία κατά το καταστατικό της εδρεύει στη ...... της ...... (......), στην πραγματικότητα όμως στον ...... (οδός ...... αρ. ...), όπου ασκείται το σύνολο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και λαμβάνονται όλες οι βασικές για την διοίκησή της αποφάσεις, όπως εκπροσωπείται νόμιμα.
5. Της υπ' αριθμ. 217 / 2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πειραιά, άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Τιμαγένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 217/2007 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιουλίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 14 Μαΐου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ως προς τους τρείς λόγους της και την αναίρεση στο σύνολό της της υπ' αριθ. 217/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρ. 84,105 και 106 του Κ.Ι.Ν.Δ. (νόμος 3816/1988) γίνεται διάκριση, μεταξύ των εννοιών της πλοιοκτησίας, της κυριότητας πλοίου και του εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, έτσι ώστε όταν τα τελευταία αυτά στοιχεία αποχωρίζονται να υπάρχει αφενός κυριότητα του πλοίου και αφετέρου εφοπλισμός. Επομένως, δεν είναι κατά νόμο δυνατή η σύγχρονη επί του ίδιου πλοίου ύπαρξη πλοιοκτήτη και εφοπλιστή. Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 105-106 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εφοπλιστής είναι αυτός που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του το πλοίο, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε άλλο πρόσωπο. Η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κ.λπ.), είτε σε απλή πραγματική κατάσταση. Βασική πάντως προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση που συγκροτεί το πλοίο και εκτός από την απόλαυση των κερδών επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις ο εφοπλιστής οφείλει να δηλώσει στη λιμενική αρχή του τόπου νηολογήσεως από κοινού με τον κύριο του πλοίου, ότι ο πρώτος θα εκμεταλλεύεται τούτο για δικό του λογαριασμό. Εάν δεν γίνει η δήλωση αυτή, παράγεται μαχητό τεκμήριο ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται αυτό για δικό του λογαριασμό, ότι δηλαδή είναι πλοιοκτήτης. Το τεκμήριο όμως αυτό είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και δύναται να αποκρουσθεί από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον, αν αυτός αποδείξει την εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο. Είναι δε ζήτημα πραγματικό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ποιος πράγματι έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλαδή ο κύριος αυτού ή τρίτος. Εξ άλλου, συνήθης μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι εκείνη που ο επιχειρηματίας μη θέλοντας να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά σπουδαίως και όχι εικονικώς μία ή περισσότερες εταιρίες στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, οι οποίες αγοράζουν ένα (μονοβάπορες) ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε άμεσα, είτε με την ανάθεση της διαχειρίσεως των πλοίων τους σε άλλη εταιρία που προϋπάρχει ή ιδρύεται για το λόγο αυτό και ενεργεί για λογαριασμό της. Τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά κατά κανόνα και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που συμμετέχει συνήθως στη διοίκηση τους και το οποίο έτσι κερδοσκοπεί έμμεσα, ως αποκλειστικός μέτοχος, με την απόληψη κερδών και την οικονομική ανάπτυξη της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή, με την προεκτεθείσα έννοια, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιχειρηματία, που όντας συνάμα και αποκλειστικός μέτόχος, ελέγχει ή διοικεί την πλοιοκτήτρια ή και τη διαχειρίστρια. Στην περίπτωση αυτή ότι ακριβώς δεν θέλει να έχει και δεν έχει ο εν λόγω επιχειρηματίας είναι η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου (άμεσα) για λογαριασμό του.
Συνεπώς το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μια .κεφαλαιουχική εταιρία ΑΕ (άρθρ. 47α παρ. 2 του Ν.2190/1920) ή ΕΠΕ (άρθρ. 43α του Ν.3190/1955) ή ναυτική εταιρεία (άρθρ. 41 παρ. 2 του Ν.959/1979), οι οποίες προσφέρουν σ' αυτόν το πλεονέκτημα του περιορισμού του επιχειρηματικού κινδύνου μόνο στα κεφάλαια της εταιρίας, τα πλεονεκτήματα δε αυτά δόθηκαν στην περίπτωση τη ναυτικής εταιρίας σκόπιμα, ώστε τα .ελληνικά πλοία να προσέλθουν στην ελληνική σημαία και ότι χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας ως "μηχανισμό απορρόφησης" των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν δικαιολογεί την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρία και τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας. Ειδικότερα, το δίκαιο προσέφερε στον επιχειρηματία αυτό τους σχετικούς εταιρικούς τύπους για να μπορεί ακριβώς αυτός να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματά τους. Και όταν ο επιχειρηματίας αξιοποιεί τους εταιρικούς αυτούς τύπους δεν ενεργεί αθέμιτα για να υποστεί ως κύρωση τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (Ολ.Α.Π. 5/1996). Διαφορετικά βέβαια έχει το ζήτημα αν αποδειχθεί ότι οι εταιρίες αυτές: 1) είναι εικονικές, 2) ή χρησιμοποιήθηκαν ως παρένθετο πρόσωπο, με την έννοια της κάλυψης υποκρυπτόμενου προσώπου και 3) ότι δεν έχουν αναπτύξει καθόλου συναλλακτική οργάνωση και δράση ή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι στην πραγματικότητα τη νομή του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση ασκεί ο ως άνω επιχειρηματίας για λογαριασμό του, πράγμα το οποίο συμβαίνει ιδίως, όταν συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει προσωπικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Από τις πιο πάνω τρείς διακριτές περιπτώσεις, η συνδρομή μεμονωμένα της δεύτερης, δηλαδή η άσκηση εμπορίας αφανώς από φυσικό πρόσωπο ...... με ως "παρένθετο" νομικό πρόσωπο, χωρίς άλλο, δεν αποδοκιμάζεται ως εμπορική πρακτική από την έννομη τάξη και αφετηριάζει μόνο τις έννομες συνέπειες: 1) της απόκτησης της εμπορικής ιδιότητας και από το κρυπτόμενο αφενός φυσικό πρόσωπο πίσω από το νομικό πρόσωπο που ενεργεί εμφανώς τις εμπορικές πράξεις (Α.Π. 473/1997, 1046/1990) και 2) την εις ολόκληρο ενοχή τόσο του φαινόμενου νομικού προσώπου σαν εμπόρου, όσο και του κρυπτόμενου πίσω από αυτό φυσικού προσώπου, για τις δημιουργούμενες από τη δράση του φαινόμενου εμπόρου ενοχές, χωρίς η καθιερούμενη αυτή εις ολόκληρο ενοχή να αποτελεί "επέκταση - μετακύλιση" των εννόμων συνεπειών του φαινόμενου νομικού προσώπου στο πλαίσιο "της παραχώρησης της νομικής προσωπικότητας" ή "της άρσης - κάμψης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου" ή "της άρσης του πέπλου - νομικού ενδύματος του φαινόμενου νομικού προσώπου" που θεμελιώνεται μόνον όταν μεσολαβεί κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξής του νομικού προσώπου με τη συνδρομή των στοιχείων που παρατίθενται κατωτέρω. Η άρση αυτή όμως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου προσωρινά και περιωρισμένα δεν σημαίνει ταυτόχρονα και "κατάργηση" ή "άρση" της νομικής προσωπικότητας, με την έννοια ότι το εμφανές νομικό πρόσωπο ευθύνεται σε ολόκληρο με το κυρίαρχο μέλος - μέτοχο του φυσικού προσώπου, αφού παρά την προσωρινή άρση - κάμψη της αυτοτέλειάς του, το νομικό πρόσωπο παραμένει οφειλέτης και αντισυμβαλλόμενος. Ειδικότερα, τα νομικά πρόσωπα της εταιρείας αποτελούν ένα τεχνητό δημιούργημα του νομοθέτη με το οποίο η ισχύουσα έννομη τάξη προσδίδει προσωπικότητα σε ένα υπάρχον κοινωνικό μόρφωμα ή μια κοινωνική πραγματικότητα, τα οποία, ιδίως μέσω της σύμπραξης και της συνεργασίας των εταίρων, που αναπτύσσονται στη βάση συγκεκριμένης έννομης τάξης, αποτελούν αυτόνομη και πρωτογενή πηγή παραγωγής κοινωνικού πλούτου. Ειδικότερα, στην ένωση προσώπων το δίκαιο εξασφαλίζει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στον χρόνο οντότητα, ενώ διακρίνει απολύτως αυτήν από τα πρόσωπα που την αποτελούν. Μεταξύ των βασικών συνεπειών της νομικής προσωπικότητος είναι η ικανότητα δικαίου την οποία αποκτά το νομικό πρόσωπο, η ικανότητα δηλαδή να είναι αυτό, φορέας περιουσίας χωρισμένης από τις περιουσίες των μελών του, από την οποία απορρέει περαιτέρω και η ικανότητα ευθύνης, και δη αποκλειστικής, που σημαίνει διακριτής από την ευθύνη των μελών του νομικού προσώπου, με πρακτική συνέπεια να είναι υπέγγυα στους εταιρικούς δανειστές μόνο η περιουσία του νομικού προσώπου και όχι η περιουσία των μελών του. Το γεγονός όμως ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μία κεφαλαιουχική εταιρεία, ανώνυμη ή ναυτική εταιρεία ή τοιαύτη περιωρισμένης ευθύνης δεν δικαιολογεί αυτό καθ' εαυτό, όπως προαναφέρθηκε, την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρεία και την μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Για να υποστεί τις συνέπειες αυτές πρέπει να συντρέχουν, να προτείνονται και ν' αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποίας να μαρτυρούν ότι έγινε κακή χρήση των εταιρικών τύπων, ακριβέστερα ότι έγινε κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς τους, ειδικώτερα στην περίπτωση κατά την οποία η επίκληση αυτής και του χωρισμού που αυτή συνεπάγεται, παρίσταται είτε ως κατάχρηση της εταιρικής σχέσης ως θεσμού άσκησης επαγγελματικής - επιχειρηματικής δράσης στο πεδίο της εφαρμογής του Συνταγματικού Δικαίου (άρθρα 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 3 και 25 παρ. 1γ του Συντάγματος), είτε ως κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 Α.Κ., με την έννοιαν ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας αποτελούν στην πραγματικότητα πράξεις του κυριάρχου μετόχου ή εταίρου της, οι οποίες σκοπίμως παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται προς την εταιρεία από την οποία αθεμίτως επιχειρούν ν' αποκοπούν. Ο κανόνας αυτός απορρέει από την θεωρία της παραμέρισης της νομικής προσωπικότητος ή άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ή ακόμη της ταυτίσεως του νομικού προσώπου με τον υποκείμενο οργανισμό του. Η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθέντος και λειτουργούντος νομικού προσώπου δεν δικαιολογείται μόνο από τη συγκέντρωση του συνόλου ή των περισσοτέρων μετόχων στο πρόσωπο ενός μετόχου ή από τη συμμετοχή μόνο τούτου στα όργανα της εταιρείας και την εντεύθεν καθοριστική συμβολή του στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων. Επίσης, δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης. Η κατάχρηση της νομικής προσωπικότητος υπάρχει όταν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτο δανειστή ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Ενδεικτικά κριτήρια τέτοιας κατάχρησης αποτελούν η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας σε αντίθεση με προηγούμενη συμπεριφορά του, η σύγχυση της νομικής και εταιρικής περιουσίας, ή αποφυγή παροχής εγγυήσεων του κυρίου ή μοναδικού μετόχου υπέρ του νομικού προσώπου παρά την προηγούμενη αντίθετη πρακτική του. Αλλά και η ταύτιση των συμφερόντων νομικού και φυσικού προσώπου, η κυρίαρχη θέση του φυσικού προσώπου στην εταιρεία, την οποία επιβεβαιώνει ο ίδιος με αντίστοιχη δηλωτική συμπεριφορά του, όταν συντρέχουν και με τα προαναφερθέντα ειδικά αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια, θεμελιώνουν κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας, εάν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο και να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους δανειστές του, με την αποφυγή εκπλήρωσης έναντι εκείνων των κατ' ουσίαν ατομικών υποχρεώσεών του, ιδιαίτερα όταν οι αντισυμβαλλόμενοι δανειστές οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς κατάστασης, στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματικότητα και την πρόθεση καταστρατήγησης του κυρίαρχου μετόχου.
Όπως προκύπτει από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του δικογράφου της από 8.10.2004 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα εξέθεσε σ' αυτήν τα ακόλουθα: "Κατόπιν σύναψης συμβάσεων πώλησης, ενεργήσασα αυτή στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, ως δραστηριοποιουμένη στον τομέα πωλήσεως καυσίμων σε ποντοπόρα πλοία, επώλησε προς εκάστη των τριών πρώτων εναγομένων εταιρειών, ως πλοιοκτήτρια των πλοίων "......", "......" και "......" αντιστοίχως, και παρέδωσε επί τούτων κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες στους λιμένες όπου ναυλοχούσαν τις απαιτούμενες για τις ανάγκες τους ποσότητες καυσίμων, ειδικώτερα προσδιοριζόμενες κατ' είδος, ποσότητα και αξία, εξέδωσε δε τα σχετικά τιμολόγιά της, συνολικής αξίας 13.119,21, 121.296,33 και 123.808,09 δολλαρίων ΗΠΑ, τα οποία ήσαν κατά τα συμφωνηθέντα πληρωτέα μέχρι την 11.6.2003, 5.5.2003 και 20.4.2003 αντιστοίχως. Ο τέταρτος των εναγομένων, ως επικεφαλής οικογενειακού ομίλου, αποτελουμένου εκ πλοιοκτητριών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και οι τρείς πρώτες των εναγομένων, ήταν ο μοναδικός ουσιαστικός μέτοχος, τις ήλεγχε αμέσως και προσωπικώς, ελάμβανε δε όλες τις κρίσιμες για την λειτουργία και δραστηριότητά τους αποφάσεις, χορηγώντας ταυτόχρονα προσωπικές εγγυήσεις στις χρηματοδότριες Τράπεζες και σε πιστωτές. Αυτός αποτελούσε ουσιαστικό πλοιοκτήτη και ήταν το πρόσωπο εκείνο το οποίο ελάμβανε τα κέρδη από την εκμετάλλευσή τους, κατά τρόπον ώστε η ατομική του περιουσία να ταυτίζεται με την περιουσία των εν λόγω εταιρειών. Τις εταιρείες αυτές χρησιμοποιούσε ως παρένθετα νομικά πρόσωπα με μοναδικό σκοπό την αποφυγή ανάληψης ατομικών ευθυνών κατά την διενέργεια των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων και με στόχο την καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα, εντεύθεν ευθύνεται από κοινού και σε ολόκληρον με τις πλοιοκτήτριες του ομίλου δια τα χρέη τους προς τους εκάστοτε πιστωτές τους. Βάσει των ανωτέρω και μετά τον παραδεκτά με τις προτάσεις γενόμενο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής μόνο σε αναγνωριστικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε ν' αναγνωριστεί ότι οφείλουν σε ολόκληρον προς αυτήν: α) η πρώτη και ο τέταρτος των εναγομένων ποσόν 13.119,21 δολλ. ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο τούτων σε ευρώ κατά την αναφερομένη επίσημον ισοτιμία, άλλως κατά τον χρόνο πληρωμής, β) η δεύτερη και ο τέταρτος τούτων ποσόν 121.296,33 δολλ. ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο τούτων σε ευρώ κατά το ανωτέρω και γ) η Τρίτη και ο τέταρτος τούτων ποσόν 123.808,89 δολλ. ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο τούτων σε ευρώ κατά τα προεκτεθέντα και τα ποσά ταύτα, νομιμοτόκως κατά τις εν τη αγωγή διακρίσεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των τριών πρώτων εναγομένων κατ' αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, η υπ' αριθμ. 1373/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν στην αναιρεσείουσα τα προαναφερθέντα ποσά. Με το περιεχόμενο αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η αγωγή της αναιρεσείουσας ήταν νόμιμη καθόσον αφορά την αγωγική ευθύνη των λοιπών, πλην του πρώτου αναιρεσίβλητου, εταιρειών, που δεν αίρεται με την επίκληση της άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς τους, ως προϋπόθεσης θεμελίωσης και της αγωγικής ευθύνης του πρώτου αναιρεσίβλητου. Η προσβαλλόμενη επομένως απόφαση, που έκρινε αντίθετα, και αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων εταιρειών εξαφάνισε της αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τις λοιπές πλην του πρώτου αναιρεσίβλητου εταιρείας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ. και πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης με τον οποίον βάσιμα προβάλλεται αντίστοιχη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. να αναιρεθεί, καθ' όσον αφορά τις λοιπές, πλην του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αναιρεσίβλητες εταιρείες. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό 217/2007 έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο Όμιλος Ψ1 ήσκει ναυτιλιακάς επιχειρήσεις, δηλονότι τοιαύτας εκμεταλλεύσεως πλοίων επί κέρδει. Στον Όμιλο ανήκον 14 πλοία, υπό αλλοδαπήν σημαίαν ως επί το πλείστον, έκαστον των οποίων ανήκε στην πλοιοκτησία μιας προς τούτο συσταθείσης εταιρείας, συμφώνως προς τις διατάξεις του Νόμου της Λιβερίας περί Επιχειρήσεων και Εταιρειών και του αντιστοίχου Νόμου του Παναμά. Οι εταιρείες αυτές ήσαν οι συνεστημένες κατά τον Νόμον της Λιβερίας : Cardinal Ventures Inc., Kestrel Maritime Inc., Primrose Ventures S.A., Noble Company Limited, Levant Maritime Inc., Osprey Maritime Inc., Eleonora Maritime Inc., Imperial Development Corp., Temple Enterprises S.A. και οι συνεστημένες κατά το νόμο του Παναμά Cedar Enterprises Inc. και Νavis Maritime Inc., στις οποίες ανήκον αντιστοίχως τα εξής πλοία (ΜΤ): ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ......, ...... . Μέτοχος των ανωτέρω πλοιοκτητριών ετύγχανε η εν ...... εδρεύουσα εταιρεία χαρτοφυλακίου (Ηoldings) υπό την επωνυμίαν "ΖΙΟΝ ΕΝΤΕRΡRISES S.Α." ενώ η τελευταία αυτή ήτο κατά 100% θυγατρική της εν ...... εδρευούσης εταιρείας χαρτοφυλακίου υπό την επωνυμίαν "ΑΧΑ ΗΟLDΙNGS S.Α.". Εις τον ανωτέρω Όμιλο ανήκον επίσης οι συνεστημένες κατά τον Νόμον της Λιβερίας εταιρείες "ΤWIΝ SΕΑS SΗΙΡΡΙΝG CΟ.", "ΑLCHΕΜΥ SΗΙΡΡΙΝG CΟ." και "ΜΥSTRAS ΜΑRΙΤΙΜΕ CΟ." πλοιοκτήτριες των υπό σημαίαν Λιβερίας πλοίων ......, ...... και ......, αντιστοίχως. Την διαχείριση των πλοίων είχε αναλάβει η προς τούτο συσταθείσα κατά τους Νόμους της Λιβερίας εταιρεία υπό την επωνυμία "ΑRRΟW CΟΜΡΑΝΥ LΙΜΙΤΕD" η οποία εγκατέστησε γραφείο εν Ελλάδι συμφώνως προς τις διατάξεις του Α.Ν. 89/67, 378/68 και Ν 27/1975. Της αναλήψεως της διαχειρίσεως, προηγείτο έγγραφος σύμβαση, καταρτιζόμενη μετά της πλοιοκτήτριας και της διαχειρίστριας, νομίμως εκπροσωπουμένων (βλ. προσκομιζ. συμβάσεις διαχειρίσεως) ωρίζετο δε συγκεκριμένο ποσόν δι' αμοιβήν διαχειρίσεως. Ο Όμιλος Ψ1 είχε εγκαταστήσει τα γραφεία του εν Πειραιεί και επί της οδού ...... αριθμ. ..., ένθα ησκείτο πράγματι η διοίκηση και διαχείριση των πλοιοκτητριών και της διαχειρίστριας. Ο ανωτέρω Όμιλος είχε ιδρύσει επίσης την Ρegasus Ocean Services Ltd., η οποία ήτο αντιπρόσωπος (agent) της ΑRRΟW στο ...... . Η διαχειρίστρια εταιρεία ΑRRΟW είχε εσωτερική οργάνωση κατά τμήματα ως τμήμα Ναυτιλιακής Διευθύνσεως (Οperatiοη Department), Τεχνικό Τμήμα (Technical Department), Τμήμα Προμηθειών (Supply Department), Τμήμα Πληρωμάτων (Crew Department), Τμήμα Λογιστηρίου (Accounting Department) τα οποία διευθύνοντο υπό διορισμένων προς τούτο Διευθυντών, το δε σύνολο του προσωπικού ανήρχετο σε 36 άτομα. Η ως άνω διαχειρίστρια εταιρεία επελαμβάνετο των θεμάτων της διαχειρίσεως των πλοίων, και δη των επισκευών, της προσλήψεως πληρωμάτων, του εφοδιασμού των δια τροφοεφοδίων, καυσίμων κλπ. Τις αποφάσεις δια την διαχείριση των πλοίων ελάμβαναν τα ειδικευμένα επαγγελματικά στελέχη, τα οποία επελαμβάνοντο των αναφυομένων ζητημάτων και επέλυον τα ανακύπτοντα σε καθημερινή σχεδόν βάση θέματα είτε αυτοτελώς είτε εν συνεργασία. Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες είχον ανεξάρτητα διοικητικά συμβούλια και παρηκολουθούντο λογιστικώς. Δι' εκάστην πλοιοκτήτρια συνετάσσετο ισολογισμός, στον έλεγχο του οποίου προέβαινον Ορκωτοί Ελεγκταί των ΜΟΟRΕ STEPHENS (ΜΟΥΡ ΣΤΗΒΕΝΣ) (βλ. προσκομιζ. έγγραφα). Ενεργήσασα εντός των πλαισίων της ως άνω επιχειρηματικής των δραστηριότητος η ειρημένη διαχειρίστρια, δια των οργάνων της, και δη του Διευθυντού του Τμήματος Προμηθειών Α, ήλθε εις επαφήν κατά μήνα Σεπτέμβριον μετά του διευθυντού της εναγούσης Χ και ητήσαντο όπως η τελευταία προμηθεύς τα υπό διαχείριση πλοία της ΑRRΟW δια καυσίμων και λιπαντικών. Κατόπιν επελθούσης συμφωνίας η ενάγουσα επώλησε προς εκάστη των τριών πλοιοκτητριών και παρέδωσε κατά τις 19.2.2003, 7.3.2003 και 19.2.2003 στα δεξαμενόπλοια ......, ...... και ...... αντιστοίχως μη αμφισβητούμενες ποσότητες καυσίμων και λιπαντικών συνολικής αξίας 123.808, 09, 121.269, 33 και 13.119, 21 δολλαρίων ΗΠΑ αντιστοίχως, εξέδωσε δε τα σχετικά τιμολόγια της. Υπόχρεοι δια την καταβολήν των ανωτέρω ποσών τυγχάνουν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες, οι οποίες ήσαν οι αγοράστριες των πωληθεισών ποσοτήτων. Ο τέταρτος των εναγομένων ετύγχανε κύριος μέτοχος των ειρημένων εταιρειών χαρτοφυλακίου "ΑΧΑ Ηοldings S.Α." και "ΖΙΟΝ Εnterprises S.Α." δια των οποίων ηλέγχοντο οι θυγατρικές πλοιοκτήτριες εταιρείες. Ούτος, διαμένων εν ......, απησχολείτο κυρίως με τις ναυτιλιακές υποθέσεις του Ομίλου Ι εντός των πλαισίων της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας PEGASUS.
Μεταγενεστέρως, η ανάμειξη του στις ναυτιλιακές υποθέσεις του Ομίλου εγένετο πλέον ενεργός, ιδίως όταν έδει να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις λόγω της κακής πορείας των οικονομικών υποθέσεων των εταιρειών. Την 19.7.2001 παρείχε προσωπικώς εγγύηση προς την Τράπεζα Πειραιώς, προκειμένου ή παρά της Τραπέζης δανειζόμενη "ΑΧΑ Ηοldnings S.Α." να λάβη ως δάνειο ποσόν 10.000.000 δολλ. ΗΠΑ και να το εισφέρη ως κεφάλαιο στην ΖΙΟΝ Εηterprises και δι' αυτής στις θυγατρικές της και υπ' αυτής ελεγχόμενες ως άνω πλοιοκτήτριες εταιρείες επί σκοπώ καλύψεως μέρους του τιμήματος αγοράς των προαναφερθέντων πλοίων τους. Η πτώση των ναύλων και η αδυναμία εξευρέσεως ναυλωτών δι' όλα τα πλοία εδημιούργησε οικονομικές δυσχέρειες στον Όμιλο, εφ' όσον πρωτίστως έπρεπε να καλυφθούν οι δόσεις των αναληφθέντων δανείων. Ανεζητήθησαν νέοι προμηθευταί δια να καλυφθούν οι ανάγκες των ποντοπόρων δεξαμενόπλοιων, ως προμήθεια καυσίμων και λιπαντικών, τροφοεφοδίων κλπ. Τις διαπραγματεύσεις διενήργησε ο Διευθυντής του Τμήματος Προμηθειών της ΑRRΟW Α, ο οποίος ήλθε εις επαφήν με τους νομίμους εκπροσώπους των προμηθευτριών εταιρειών. Ούτω κατά μήνα Σεπτέμβριον ο ειρημένος ήλθε εις επαφήν μετά του διευθυντού του εν ...... γραφείου της εναγούσης Χ και ητήσατο την σύναψη συμφωνίας δια την προμήθειαν των πλοίων του Ομίλου δια καυσίμων και λιπαντικών με επιμήκυνση του συνήθους χρονικού ορίου πιστώσεως του τιμήματος εις 60 ημέρες δια τα καύσιμα και 90 ημέρες δια τα λιπαντικά. Ο Α παρέσχε ζητηθείσες διαβεβαιώσεις ότι το τίμημα των πωλήσεων θα καταβάλλετο κανονικώς και ότι δεν υπήρχε ανησυχία, εφ' όσον ο Όμιλος ανήκε στον Ψ1. Τους ενδοιασμούς της εναγούσης διεσκέδασε ο ίδιος ο Ψ1, ο οποίος εις τηλεφωνικήν επικοινωνίαν μετά του ως άνω διευθυντού της εναγούσης επιβεβαίωσε την κυριαρχική του θέση στον Όμιλο και εδήλωσε ότι υπεύθυνος δια την εξόφληση του τιμήματος θα ήτο ο ίδιος. Ενώ κατά τους πρώτους μήνες η συνεργασία εξειλίχθη ομαλώς και τα τιμολόγια της εναγούσης εξωφλήθησαν, τα οφειλόμενα ποσά δια γενόμενες κατά τον Φεβρουάριο και Μάρτιο πωλήσεις καυσίμων και λιπαντικών δεν επληρώθησαν. Εις τα αιτήματα των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγούσης, οι οποίοι επεσκέφθησαν τα γραφεία του Ομίλου επί της οδού ......, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ΑRRΟW διαβεβαίωσαν ότι η καθυστέρηση οφείλεται εις πρόσκαιρον οικονομική αδυναμία και ότι οι απαιτήσεις των θα ικανοποιούντο. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις περί πληρωμής των τιμολογίων παρέσχε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας και ο Ψ1 (βλ. καταθέσεις μαρτύρων εναγούσης). Τελικώς, οι δανείστριες Τράπεζες κατήγγειλαν τις συμβάσεις δανείων, ανεζήτησαν εξ ολοκλήρου τα δανεισθέντα ποσά και προέβησαν εις δέσμευση ορισμένων πλοίων. Συνεπεία του τοιούτου γεγονότος ο Όμιλος Ψ1 κατέρρευσε. Εκ των ως άνω αποδειχθέντων περιστατικών δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση χρησιμοποιήσεως υπό του τετάρτου εναγομένου Ψ1 της νομικής προσωπικότητος των ανωτέρω πλοιοκτητριών εταιρειών προς καταστρατήγηση του νόμου ή προς δολίαν αποφυγήν της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του. Ως προελέχθη, ο ως άνω εναγόμενος ετύγχανε ο κυρίαρχος μέτοχος των εταιρειών χαρτοφυλακίου στις οποίες ανήκον οι πλοιοκτήτριες εταιρείες και η συμβολή του στην λήψη των εταιρικών αποφάσεων, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ήτο καθοριστική, εφ' όσον ούτος είχε τον έλεγχο της διαχειρίστριας εταιρείας και των πλοιοκτητριών εταιρειών. Επίσης παρέσχε ούτος προσωπική εγγύηση προς εξασφάλιση ληφθέντος δανείου παρά της ηγέτιδος μετόχου εταιρείας "ΑΧΑ ΗΟLDINGS S.Α." και προσωπική εγγύηση στην προμηθεύτρια εταιρεία "ΒUΝΚΕR ΑΝΟ FΙΝΑΝCΕ SERVICES S.Α." προς εξασφάλιση απαιτήσεων της εξ εφοδιασμού των πλοίων του Ομίλου ύψους 2.850.000 Δολλ. Η.Π.Α., ενώ συνήνεσε εις έγγραφην προσημειώσεως επί ακινήτων του (βλ. προσαγόμενα έγγραφα) τα δε συμφέροντα του εταυτίζοντο προς τα συμφέροντα των εταιρειών, ενώ ενεφανίζετο ούτος, ως ουσιαστικός φορεύς της επιχειρήσεως. Πλην τα γεγονότα ταύτα δεν αρκούν κατά νόμον δια την θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητος νομίμως συσταθέντων και λειτουργούντων νομικών προσώπων, ως οι προαναφερθείσες πλοιοκτήτριες εταιρείες, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη. Εξ άλλου, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι επήλθε σύγχυση της ατομικής και της εταιρικής περιουσίας. Εκάστη πλοιοκτήτρια εταιρεία είχε οικονομική αυτοτέλεια και δια της εκμεταλλεύσεως του πλοίου της κατεβάλετο προσπάθεια ώστε να εξοφληθούν πρωτίστως οι προς την δανείστρια Τράπεζα υποχρεώσεις και ακολούθως οι προς τους τρίτους (προμηθευτές) υποχρεώσεις, αφού προηγουμένως κατεβάλοντο οι μισθοί του πληρώματος. Ούτε η παρασχεθείσα προσωπική εγγύηση προς εξόφληση δανείου των εταιρειών και προς εξόφληση αξιώσεων εκ πωληθέντων καυσίμων προς τα πλοία αποδεικνύει ταύτιση περιουσιών. Υπό τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά δεν απεδείχθη ότι εγένετο κακή χρήση των εταιρικών τύπων, ότι δηλονότι εγένετο κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας των. Οι επίδικες συναλλαγές αφεώρων εταιρικές υποθέσεις και εγένοντο εντός των συνήθων πλαισίων επιχειρηματικής λειτουργίας και δραστηριότητος των πλοιοκτητριών εταιρειών. Δεν απετέλουν πράξεις του κυριάρχου μετόχου, οι οποίες σκοπίμως παρηλλάσσοντο, αλλά συνήθη μορφή ναυτιλιακής δραστηριότητος. Οι πλοιοκτήτριες εταιρείες ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα ήσαν φορείς κεχωρισμένης περιουσίας (δηλ. του πλοίου) το οποίο ήτο υπέγγυο στους εταιρικούς δανειστάς. Η ίδια η ενάγουσα ως προμηθεύτρια, κινούμενη επαγγελματικώς εντός των πλαισίων της παγκοσμίως ασκούμενης ναυτιλιακής δραστηριότητος εγνώριζε, δια των οργάνων της, ότι υπέγγυος περιουσία δια την εξασφάλιση των εκάστοτε απαιτήσεων της ετύγχανε το πλοίο, το οποίο ανήκε σε μία πλοιοκτήτρια εταιρεία. Επίσης εγνώριζε την επιχειρηματική δραστηριότητα του τετάρτου των εναγομένων και την ιδιότητα υπό την οποίαν ενήργει. Η παρουσία τούτου απετέλει εγγύηση όχι διότι θα ήτο προσωπικώς υπεύθυνος, αλλά διότι η επιτυχημένη επιχειρηματική δράση τούτου και του Ομίλου επί σειράν ετών εξησφάλιζε κατά το δυνατόν την ομαλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, την οικονομική ευρωστία, εντεύθεν την δυνατότητα εκπληρώσεως των αναληφθεισών υποχρεώσεων. Το γεγονός ότι ο ειρημένος διωχέτευε θεμιτώς την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε "μονοβάπορες" εταιρείες εντεταγμένες σε ένα ναυτιλιακό επιχειρηματικό Όμιλο και εχρησιμοποίει την νομική προσωπικότητα τούτων ως "μηχανισμό απορροφήσεων" των δυσμενώς συνεπειών της τοιαύτης δραστηριότητος δεν δικαιολογεί την ταύτιση τούτου με εκάστη των εταιρειών και την μεταφορά στον ίδιο της βαρυνούσης το νομικό πρόσωπο της εταιρείας ευθύνης.
Συνεπώς, δεν υπεχρεούτο ούτος να καταβάλη τα παρά της εναγούσης αιτούμενα ποσά, τα αποτελούντα το τίμημα των γινομένων πωλήσεων προς τα αυτοτελή νομικά πρόσωπα των πλοιοκτητριών εταιρειών". Το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, την οποία, αφού εξαφάνισε, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας και κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 281 και 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ανελέγκτως ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: 1) Ο όμιλος επιχειρήσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος απαρτιζόταν από 14 πλοιοκτήτριες εταιρείες (μεταξύ των οποίων και οι τρεις τελευταίες αναιρεσίβλητες), δύο εταιρείες χαρτοφυλακίου (holding) και δύο διαχειρίστριες εταιρείες, ήταν γνωστός ως "Όμιλος Ψ1", 2) Ο πρώτος αναιρεσίβλητος ήταν ο ουσιαστικός κύριος μέτοχος όλων των πλοιοκτητριών εταιρειών του ομίλου του, 3) Τα συμφέροντα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ταυτίζονταν προς τα συμφέροντα των εταιρειών, ενώ εμφανιζόταν ως ουσιαστικός φορέας της επιχείρησης, 4) Δημιούργησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος δύο διαφορετικές εταιρείες χαρτοφυλακίου για να ελέγχει τις 3 θυγατρικές πλοιοκτήτριες εταιρείες μέσω αυτών, 5) Παρείχε προσωπική εγγύηση ύψους 10.000.000 Δολλ. Η.Π.Α. προς μία τράπεζα για να δανειοδοτηθούν οι πλοιοκτήτριες εταιρείες, 6) Παρείχε δεύτερη προσωπική εγγύηση ύψους 2.850.000 Δολλ. Η.Π.Α. προς έναν προμηθευτή καυσίμων προκειμένου να εξασφαλιστούν απαιτήσεις από τον εφοδιασμό των πλοίων, 7) Προσημείωσε την ατομική του περιουσία για να λάβουν εξασφαλίσεις οι δανειστές των πλοιοκτητριών εταιρειών, 8) Η συμβολή του στην λήψη των εταιρικών αποφάσεων κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ήταν καθοριστική, εφ όσον είχε τον έλεγχο της διαχειρίστριας εταιρείας και των πλοιοκτητριών εταιρειών, 9) Ο υπάλληλος της διαχειρίστριας εταιρείας των πλοίων παρείχε στην αναιρεσείουσα ζητηθείσες διαβεβαιώσεις ότι το τίμημα των πωλήσεων θα καταβάλλετο κανονικώς και ότι δεν υπήρχε ανησυχία εφ' όσον ο Όμιλος ανήκε στον Ψ1, 10) Ο ίδιος ο πρώτος αναιρεσίβλητος σε τηλεφωνική του επικοινωνία με το διευθυντή της αναιρεσείουσας επιβεβαίωσε την κυριαρχική του θέση στον Όμιλο και δήλωσε ότι υπεύθυνος δια την εξόφληση του τιμήματος θα ήταν ο ίδιος, 11) Ο πρώτος αναιρεσίβλητος διασκέδασε τους ενδοιασμούς της αναιρεσείουσας για την παροχή πιστώσεων, τονίζοντας ότι υπεύθυνος για την εξόφληση του τιμήματος των καυσίμωνθα ήταν ο ίδιος και 12) Διοχέτευε την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε "μονοβάπορες" εταιρείες εντεταγμένες σε ένα ναυτιλιακό επιχειρηματικό Όμιλο και χρησιμοποιούσε την νομική προσωπικότητα τούτων ως "μηχανισμό απορροφήσεων" των δυσμενώς συνεπειών της τοιαύτης δραστηριότητος, πληρούν συνεκτιμώμενα στο σύνολό τους το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου των λοιπών αναιρεσίβλητων εταιρειών και δικαιολογούν την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς τους και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσείουσας σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου σ' ολόκληρο και με τις λοιπές αναιρεσίβλητες. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα, και πρέπει να γίνει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 217/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ