99/2020 — 99/2020 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 99 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 99/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 99/2020
Απόφαση 99 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 99/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Π. Κ. Γ., 2) Γ. Κ. Π., 3) Χ. Κ. Π., κατοίκων ..., 4) Κ. Γ., κατοίκου ..., 5) Μ. Π. Ε., κατοίκου ..., 6) Δ. Π. Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαγεωργίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου-καθ'ής η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6233/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2326/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4098/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/5/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 6/7/2018 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6-7-2018 κλήση των αναιρεσειόντων, εισάγεται για συζήτηση η από 23-5-2016 αίτηση αυτών για αναίρεση της 4098/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 2/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτηση της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επί του ζητήματος αν για τις αποφάσεις, που έχουν δημοσιευθεί πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, όπως στην προκείμενη περίπτωση η πληττόμενη υπόθεση, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ ή η ισχύουσα από 1-1-2016 νέα διετής προθεσμία που ορίζει η ίδια διάταξη, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Ήδη για το άνω ζήτημα εκδόθηκε η απόφαση 10/2018 της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία ερμηνεύοντας τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ.2 του ν. 4335 /2015, έκρινε ότι για αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, ήτοι πριν την 1-1-2016, εκδόθηκαν δε αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά της 4098/28-6- 2013 μη επιδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία κατατέθηκε νομότυπα στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 2-6-2016,ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, είναι παραδεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 971/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου απαιτείται να αναφέρεται η διάταξη του νόμου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίαση της και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την τυχόν παραβίαση. (ΑΠ 1662/2009, ΑΠ 778/2009). Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο.
Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι(ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Τέλος, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση λόγω του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ημέρες ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 111//2015, ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 1323/2011, ΑΠ 1943/2009).
Με τον πρώτο λόγο ανακοπής, από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτους, τους ειδικότερα αναφερόμενους ισχυρισμούς τους, με τους οποίους διευκρίνησαν και επεξήγησαν κάποιους από τους προταθέντες λόγους ανακοπής, σε κάθε δε περίπτωση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 140, 157, 178, 179, 180, 293, 296, 361, 874, 847, 853, 855, 857, 857, 862, 863, 868 ΑΚ, 110, 111, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67, 669 ΕμπΝ,ν. 128/1975, ν.δ.17.7/13-8-1923, ν.2515/1997, ν.2601/1998, ν.2251/1994, δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως τους ίδιους ισχυρισμούς, παρότι καθεμιά από τις αναφερόμενες συμπεριφορές της αντιδίκου τους συνιστά παραβίαση διάταξης αναγκαστικού δικαίου της κείμενης νομοθεσίας, αλλά και αντίθεση στα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με την από 16-5-2007 ανακοπή, οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν την ακύρωση της 3194/2007 Διαταγής Πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ'ης η ανακοπή Τράπεζα, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 146.735,14 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, υπό την ιδιότητά τους ως εκ διαθήκης κληρονόμων του Γ. Κ., ο οποίος είχε συμβληθεί ως εγγυητής στην καταρτισθείσα μεταξύ της καθ' ης και της πρωτοφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία ".... ΑΕΒΕ ..." σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για του ακόλουθους πέντε λόγους, ήτοι, 1) διότι η σε βάρος του διαταγή πληρωμής είναι άκυρη ,επειδή εκδόθηκε για μη νόμιμη αιτία, δηλαδή για απαίτηση υπέρμετρων τόκων, που προέκυψαν από παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, η οποία παράνομα μετακυλίσθηκε στη δανειοδοτούμενη, 2) διότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6-7 περ. ε', στ', ιστ' του ν. 2251/1994, ο υπ' αριθμ. 4.9.2 όρος της σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, για το οριστικό κατάλοιπο της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, με τον οποίο έχει συμφωνηθεί ότι η Τράπεζα δικαιούται να κλείνει την πίστωση χωρίς προηγούμενη καταγγελία ή ειδοποίηση του πιστούχου, και ότι κατά συνέπεια είναι άκυρη η γενόμενη καταγγελία της ένδικης σύμβασης που στηρίχθηκε στον πιο πάνω όρο, 3) διότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6-7 περ. ιγ' του ν. 2251/1994, ο υπ' αριθμ. 4.24.2 όρος της σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, για το οριστικό κατάλοιπο της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, με τον οποίο έχει συμφωνηθεί παραίτηση του εγγυητή από τις ενστάσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 866, 867και 868 ΑΚ., 4) διότι ο εγγυητής της ένδικης σύμβασης πίστωσης, του οποίου είναι κληρονόμοι, κατά την υπογραφή της σύμβασης, είχε ουσιώδη πλάνη σχετικά με το είδος της και τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του και 5) διότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι αόριστη, αφού δεν προσδιορίζεται σε αυτήν το ακριβές επιτόκιο υπερημερίας. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 2326/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2012 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 4098/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, με την ανωτέρω έφεσή τους και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, προέβαλαν για πρώτη φορά λόγους, τους οποίους δεν είχαν προβάλλει με την από 16-5-2007 ανακοπή τους, 1)περί κατάχρησης δικαιώματος εκ μέρους των υπαλλήλων -βοηθών εκπληρώσεως της καθ' ης η ανακοπή και περί καταχρηστικότητας του όρου 19 της επίδικης σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο, κάθε αναγνώριση οφειλής από τον οφειλέτη υποχρεώνει και τον εγγυητή (20ς λόγος έφεσης), 2) περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής διότι α) αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, β) δεν αναφέρονται η αιτία της πληρωμής, το κατάλοιπο κατά το χρόνο του θανάτου του εγγυητή και κατά το χρόνο αύξησης του πιστωτικού ορίου και ο λόγος κλεισίματος του λογαριασμού, γ) παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 862 ΑΚ, με συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος της καθ' ης (3ος λόγος έφεσης), 3) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή λόγω αδράνειάς της για την άσκηση του ένδικου δικαιώματος της (5ος λόγος έφεσης), 4) περί εξόφλησης της οφειλής τους, ακυρότητας της διαταγής πληρωμής λόγω μη προσκόμισης αναγκαίων στοιχείων για την έκδοσή της, ακυρότητας του γενικού όρου της επίδικης σύμβασης περί υπολογισμού του τόκου με βάση το έτος των 360 ημερών αντί έτους 365 ημερών, περί απόσβεσης της εγγύησης κατ' άρθρο 862 ΑΚ και εν γένει καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης (με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου). Όλοι οι ανωτέρω λόγοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκαν το πρώτον με το δικόγραφο της έφεσης και των προτάσεων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν την παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, καθόσον στην ένδικη ανακοπή δεν περιλαμβάνονται οι με αριθμούς 1-4 λόγοι και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, κρίνει μόνο με βάση τους παραδεκτά προτεινόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι οριοθετούν δεσμευτικά το αντικείμενο της δίκης και συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς, διότι ακόμη και αν οι νέοι λόγοι ανακοπής αφορούν ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 527 αρ. 3 ΚΠολΔ, (που όμως δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση), έπρεπε να προβληθούν με πρόσθετους λόγους ανακοπής, για το λόγο ότι έναντι των γενικών διατάξεων κατισχύει η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής. Επομένως, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω απαραδέκτως υποβληθέντες ισχυρισμούς δεν παραβίασε, όπως προαναφέρθηκε, την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος και συνεπώς αβάσιμος, αφού το Εφετείο για την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών των αναιρεσειόντων δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 140, 157, 178, 179, 180, 293, 296, 361, 874, 847, 853, 855, 857, 857, 862, 863, 868 ΑΚ, 110, 111, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 ,669 ΕμπΝ,ν. 128/1975, ν.δ 17.7/13-8-1923, ν.2515/1997, ν.2601/1998, ν.2251/1994, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες. Επίσης, με το συναφή τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 847, 848, 851, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ,47, 64-67 του ν.δ 17.7/13-8-1923, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την "ένσταση εξόφλησης", που προέβαλαν με τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις τους, και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό τους περί απόσβεσης της ευθύνης του Γ. Κ., εγγυητή της επίδικης σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο (ανοικτό) λογαριασμό από την οφειλή του οριστικού καταλοίπου του λογαριασμού, επειδή δεν είχε εγγυηθεί και την πρόσθετη πράξη αύξησης του ορίου της σύμβασης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν εκτίθενται οι παραδοχές του Εφετείου επί του ισχυρισμού αυτού ,το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της απόφασης, παρά μόνο νομικές σκέψεις για την έννοια των διατάξεων των άρθρων 361,874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕΝ,47 και 64-67 του ΝΔ της 17.7/13-8-1923, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος και συνεπώς αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι το Εφετείο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο, κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος τα έγγραφα, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη των εγγράφων με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για την πληρότητα της σχετικής αίτησης πρέπει σαφώς να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου του αιτούντος, αφού αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης προς επίδειξη. Επιπρόσθετα, απαιτείται το προς επίδειξη έγγραφο να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερομένη σε τέτοιο ισχυρισμό του αντιδίκου του αιτούντος. Η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης προεχόντως ως απαράδεκτης (ΑΠ 409/2016, ΑΠ 1844/ 2011, ΑΠ 546/2010).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μόνο κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 10 και 11 της ίδιας διάταξης) οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο απορρίπτοντας το κατά το άρθρο 450 ΚΠολΔ αίτημά τους για επίδειξη των αναφερόμενων εγγράφων, που ήταν απαραίτητα για την απόδειξη της αλήθειας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση Στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα ακόλουθα σχετικά με το υποβληθέν από τους αναιρεσείοντες αίτημα για επίδειξη εγγράφων που κατείχε η αναιρεσίβλητη: "Εξάλλου, οι εκκαλούντες, με τις προτάσεις που κατάθεσαν νομοτύπως ενώπιον του παρόντος (δευτεροβάθμιου) Δικαστηρίου, ζητούν κατ' άρθρον 450 ΚΠολΔ- να προσκομίσει η καθ' ης η ανακοπή : Α) Το φάκελο του δανείου, το αίτημα και την έγκριση Β) την position - θέση της "... Α.Ε.B.Ε. ..." και τον διακριτικό τίτλο "..." με έδρα το ..., οδός ..., Γ) τα εντάλματα πληρωμής με τα οποία πραγματοποιήθηκε η εκταμίευση της πρόσθετης πράξης με ημερομηνία 21-12-2001, Δ) το δικαιολογητικό - πιστοποιητικό αφαίρεσης του Γ. Κ. ως εγγυητή από την πρόσθετη πράξη της 21-12-2001 με αρ. σύμβασης ...54/5-4-1999. Εν γένει το φάκελο της έγκρισης της χρηματοδότησης και τη σχετική αλληλογραφία της πρωτοφειλέτριας που αφορά στην από 21-12-2001 πρόσθετη πράξη, καθώς αυξήθηκε το όριο μέχρι του ποσού των 100.180.500 δραχμών, και δη να προσκομίσει τα έγγραφα σύμφωνα με τα οποία δικαιολογήθηκε από τα αρμόδια στελέχη της αντιδίκου (όπως επί λέξει εκθέτουν οι εκκαλούντες): "α) η αύξηση του εν λόγω ορίου, δηλαδή σε ποια οικονομικά στοιχεία στηρίχθηκε αναφορικά με την αξιολόγηση της πιστοληπτικής δυνατότητας της πρωτοφειλέτριας και δη χωρίς τη σύμπραξη του εγγυητή Γ. Κ., ο οποίος είχε προαποβιώσει και ήταν σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της αντιδίκου ο μόνος φερέγγυος καθώς κατέθεσε επί λέξει ότι "καμία τράπεζα δεν του έδινε λεφτά άμα δεν είχε την εγγύηση Κ.", (σελίδα 9 των πρακτικών), συμπεριφορά της τράπεζας παντελώς αντίθετη στα χρηστά ήθη και στη συνήθη τραπεζική πρακτική β) Γιατί η αντίδικος δεν μας ενημέρωσε, ως κληρονόμους του προηγούμενου εγγυητή, και δη του μόνου φερέγγυου κατά την κατάθεση του μαρτυρά της, και μάλιστα πριν την υπογραφή της εν λόγω ανανέωσης του ορίου (καθώς διπλασίασε το όριο του αλληλόχρεου λογαριασμού), ώστε σύμφωνα με τα χρηστά ήθη αλλά και τη συνήθη τραπεζική πρακτική να συνυπογράφουμε την εν λόγω ανανέωση, αλλά θυμήθηκε την ύπαρξη μας τέλος του 2006, ήτοι 6 χρόνια μετά, καταθέτοντας την από 22-12-2006 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής - Ε) Το φάκελο της έγκρισης της χρηματοδότησης και την σχετική αλληλογραφία της πρωτοφειλέτριας που αφορά στην από 9-5-2002 πρόσθετη πράξη καθώς αυξήθηκε το όριο μέχρι του ποσού των 900.000 ευρώ. Ζ) Το φάκελο της έγκρισης της χρηματοδότησης και την σχετική αλληλογραφία της πρωτοφειλέτριας που αφορά στην από 6-2-2004 πρόσθετη πράξη καθώς αυξήθηκε το όριο μέχρι του ποσού των 1.000.000 ευρώ. Η) Τυχόν άλλες συμβάσεις που υπέγραψε η πρωτοφειλέτρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε. ..." και τον διακριτικό τίτλο "..." (..., ...) με την "...", Θ) Τυχόν άλλες συμβάσεις που υπέγραψε ο Γ. Κ. με την ...", Ι) έγγραφα νομικών ενεργειών της "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα κατά της πρωτοφειλέτριας "... Α.Ε.Β.Ε. ..." και τα αποτελέσματα των σχετικών νομικών ενεργειών και εάν έχει εισπραχθεί οποιοδήποτε σχετικό ποσό μέχρι το θάνατο του Γ. Κ. ή μετά το θάνατο του. Κ) έγγραφα που να αποδεικνύουν ποια ήταν τα δυσμενή στοιχεία που είχε η πρωτοφειλέτρια "... Α.Ε.Β.Ε. ..." α) πριν την υπογραφή και β) μετά την υπογραφή της με αριθμό ...54/5-4-1999 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και όλων των τροποποιήσεων αυτής, μέχρι και το κλείσιμο του.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το ως ανωτέρω αίτημα των εκκαλούντων, τα αιτούμενα από αυτούς προς προσκόμιση έγγραφα συναρτώνται με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν απαραδέκτως (κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά), το πρώτον, με το δικόγραφο της εφέσεως και τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και, επομένως, τα έγγραφα αυτά, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι, δεν είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των αιτούντων ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού της αντιδίκου της καθ' ης η ανακοπή. Κατά συνέπεια, το σχετικό αίτημά τους πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο". Τα ανωτέρω αιτούμενα προς επίδειξη έγγραφα, δεν ήταν πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη οποιουδήποτε από τους παραδεκτά ανωτέρω αναφερόμενους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, δεν υπήρχε έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων προς υποβολή του αιτήματος αυτού, το οποίο ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται ότι αν, γινόταν δεκτό το αίτημα, θα επηρεαζόταν ευνοϊκά γι' αυτούς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1098/2008), κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 675/2013).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και το πρώτο μέρος του έβδομου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του ν. 128/1975, απέρριψε το λόγο ανακοπής τους περί μη νόμιμης μετακύλισης της εισφοράς του ν.128/1975 στο λογαριασμό της σύμβασης πίστωσης και περί μη νομίμου ανατοκισμού των κονδυλίων που προέρχονται από τη χρέωση της εν λόγω εισφοράς. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για την απόρριψη του ανωτέρω λόγου ανακοπής, αφενός δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός είναι αόριστος και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη νόμιμα μετακύλησε στην πιστούχο εταιρία την εισφορά του ν. 128/1975, περιλαμβάνοντας για την περί αοριστίας κρίση τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Σε κάθε, όμως, περίπτωση, εφόσον, περαιτέρω, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η ανακοπή ανατοκίζει παράνομα τα ποσά της παραπάνω εισφοράς του ν. 128/1975, τα οποία έχει ενσωματώσει στην επιδικασθείσα με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής απαίτηση, για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται, ποια είναι τα ποσά των τόκων που χρεώθηκαν από την καθ' ης ώστε να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης, για οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής" και συνεχίζει "Όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνονται σ' αυτό τα επικαλούμενα ως καταλογισθέντα σε βάρος των ανακοπτόντων κονδύλια, που κατά τους ισχυρισμούς τους παρανόμως ανατοκίσθηκαν, καθώς και τα ποσά των μη συννόμως επιδικασθέντων σε βάρος τους ανατοκισμών (παρά μόνο ενδεικτικώς ποσό των τόκων καθόσον αυτοί αφορούν κονδύλια της εισφοράς του ν. 128/1975, με την επί λέξει αναφορά "... π.χ. την 11.11.2004 μας καταλογίστηκαν τόκοι, περιόδου ύφους 3.690,21 ευρώ οι οποίοι έχουν υπολογιστεί επί προηγουμένου υπολοίπου εκ ποσού 341.568,42,το οποίο έχει ούτως διαμορφωθεί συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς του Ν. 128/75 που την 30.9.2004 ανήρχετο σε 644,45 ευρώ"), με αποτέλεσμα να μην δύναται το μεν Δικαστήριο να τάξει τα θέματα αποδείξεως, η δε καθ' ης να αμυνθεί. Όμως, όπως γίνεται δεκτό στη μείζονα σκέψη, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εκτίθεται ποια είναι τα ποσά των τόκων που χρεώθηκαν από την καθής (όπως και των εξόδων κλπ), ώστε να μπορούν αυτά να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης, για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. Αλυσιτελώς δε προβάλλεται από τους εκκαλούντες ότι δεν είχαν τη δυνατότητα της εκθέσεως των κονδυλίων αυτών, λόγω της αοριστίας της αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή και της επ' αυτής εκδοθείσας προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, αφού δεν προέβαλαν περί τούτου παραδεκτώς (με την ανακοπή ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων) λόγο ανακοπής, εν πάση δε περιπτώσει η αοριστία του δικού τους (εκκαλούντων) δικογράφου κρίνεται αυτοτελώς. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον ως ανωτέρω λόγο εφέσεως κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος εφέσεως". Η ανωτέρω ορθή, κατά νόμο, επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την αοριστία του πιο πάνω λόγου ανακοπής των αναιρεσιβλήτων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο με κανένα άλλο λόγο. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη μείζονα σκέψη, κρίνεται αλυσιτελείς και απορριπτέοι. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 8 παρ. 6 του ν. 1083/1980, 296 ΑΚ, 110, 111, 112 ΕισΝΑΚ, και της 289/1980 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής, απέρριψε τους ισχυρισμούς τους περί αοριστίας της διαταγής πληρωμής αφενός διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας και αφετέρου διότι δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ο λόγος που τέθηκε ως εναρκτήρια ημερομηνία τοκοδοσίας η 12-11-2004, ενώ η καταγγελία της σύμβασης τους επιδόθηκε στις 21-11-2006. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι για τη θεμελίωσή του οι αναιρεσείοντες εκθέτουν μόνο τις νομικές σκέψεις του Εφετείου για την ερμηνεία των άνω διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τον προταθέντα από τους ίδιους ισχυρισμό, χωρίς να εκθέτουν με ποιο τρόπο απέρριψε το Δικαστήριο τον ισχυρισμό αυτό, σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ήτοι η νομική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την παραβίαση, στοιχεία που απαιτούνται για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.6 του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, για τη θεμελίωσή του δε εκθέτουν τη μείζονα σκέψη του Δικαστηρίου για την έννοια της ανωτέρω διάταξης, καθώς και αυτών των άρθρων 851 και 852 ΑΚ, τους προβληθέντες από αυτούς με το δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας του όρου της ένδικης σύμβασης που δίνει δικαίωμα στην αναιρεσίβλητη να λύσει τη σύμβαση χωρίς ορισμένο και ειδικό σπουδαίο λόγο και τις παραδοχές του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επ' αυτών ,χωρίς να εκθέτουν, όπως απαιτείται, με ποιο τρόπο απέρριψε το Εφετείο τους ισχυρισμούς αυτούς, σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ήτοι η νομική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, και ποια η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε με βάση την παραβίαση, στοιχεία που απαιτούνται για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός.
Συνεπώς ο έκτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 2§6 του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ) δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή (Ολομ. ΑΠ 15/2007). Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι ΓΟΣ, που μεταξύ άλλων ... επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού (ΑΠ 1437/2014).
Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν.2251/1994 ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμων (ΑΠ 369/2019, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1437/2014). Όμως, η άσκηση του δικαιώματος αυτού ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1689/2013), για το παραδεκτό της οποίας πρέπει να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο, κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα.
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά ίο δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν. 2251/1994, απέρριψε τον προβληθέντα με το λόγο ανακοπής ισχυρισμό τους περί καταχρηστικότητας του όρου της ένδικης σύμβασης αναφορικά με τη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης τράπεζας να κλείνει οποτεδήποτε το λογαριασμό. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του ανωτέρω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων το Εφετείο δέχτηκε τα εξής :"Ο δεύτερος λόγος αυτής (εννοείται της έφεσης των αναιρεσειόντων), με τον οποίο παραπονούνται (εννοείται οι εκκαλούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι) για την απόρριψη ως αόριστου του δεύτερου λόγου της ανακοπής, ισχυριζόμενοι ότι σύμφωνα με τον ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, είναι καταχρηστικός ο όρος 4.9.1 της από 27-1-2000 πρόσθετης πράξης στην ένδικη σύμβαση πιστώσεως, ο οποίος προβλέπει ότι η Τράπεζα δικαιούται σε κάθε περίπτωση να αναστέλλει τη χρήση της πιστώσεως, να την περιορίζει ή και να την κλείνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο και πριν από οποιαδήποτε χρήση της χωρίς καμία ειδοποίηση του πιστούχου και ο όρος 4.9.2 της ως άνω πρόσθετης πράξης ο οποίος προβλέπει ότι η Τράπεζα δικαιούται κατά την κρίση της, για οποιονδήποτε λόγο, και σε οποιονδήποτε χρόνο, ... να κλείνει οριστικά την πίστωση ... χωρίς προηγούμενη καταγγελία ή ειδοποίηση του πιστούχου" και συνεπώς η καταγγελία που στηρίχθηκε σ' αυτούς τους όρους είναι άκυρη και ανίσχυρη. Όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που (με την εκκαλούμενη απόφαση) απέρριψε ως αόριστο τον ως άνω δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, δεν έσφαλε, καθόσον δεν εκτίθενται στο δικόγραφο υπό ποιες συνθήκες προέβη η Τράπεζα σε κλείσιμο της πίστωσης και σε καταγγελία της συμβάσεως, ήτοι πώς εκινείτο η πίστωση και εάν αυτή εξυπηρετείτο εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, ώστε να δύναται να κριθεί το συμφέρον της καθ' ης για κλείσιμο της πίστωσης και καταγγελία της σύμβασης, σε σχέση με το συμφέρον του δικαιοπαρόχου των ανακοπτόντων ή και των ίδιων των ανακοπτόντων για εξακολούθηση της ισχύος της. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσεως του ως άνω λόγου θα έπρεπε στην ανακοπή να μνημονεύονται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η μονομερής εκ μέρους της Τράπεζας λύση της σύμβασης έλαβε χώρα παρότι δεν συνέτρεχε ειδικός και σπουδαίος λόγος προς τούτο, διότι μόνο σ' αυτή την περίπτωση θα καθίστατο καταχρηστικός ο ως άνω όρος της συμβάσεως (πρβλ. ΑΠ 1352/2011 σε ΝΟΜΟΣ και ΕΕΜΠΔ 2012/417, ΧρΙΔ 2012/663). Σημειώνεται δε ότι εφόσον οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους στον αλληλόχρεο λογαριασμό και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει σχετικός όρος στη σύμβαση μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να κλείνει τον λογαριασμό, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως (πράγμα που σημαίνει ότι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό λόγο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό -πρβλ. ΑΠ 263/1998 ΔΕΕ 1998, 614), για την πληρότητα] σχετικού ισχυρισμού -και του παραδεκτού του από άποψη χρόνου προβολής του - ότι ο σχετικός όρος της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, που επιφυλάσσει το δικαίωμα καταγγελίας στην Τράπεζα, είναι καταχρηστικός, απαιτείται να εκτίθενται αναλυτικά και σαφώς στο δικόγραφο όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από την τράπεζα (ΑΠ 1097/1999 ΕλλΔνη 40, 1541, ΑΠ 309/1999 ΕλλΔνη40, 1317). Εν όψει δε ότι, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά (βλ. μείζονα σκέψη), είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ορίζεται ότι η τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να κλείνει οριστικά την πίστωση και το λογαριασμό που συμφωνήθηκε να τηρείται για την εξυπηρέτησή της σε οποιονδήποτε χρόνο, αλυσιτελώς προβάλλεται και ότι το κλείσιμο του λογαριασμού πραγματοποιήθηκε μονομερώς και εν αγνοία τους, αφού δεν συνδέεται με την ακυρότητα κάποιου συγκεκριμένου κονδυλίου του λογαριασμού ή κάποιου ποσού που επιδίκασε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω δε, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, ο εγγυητής στη σύμβαση τραπεζικής πιστώσεως δεν παρίσταται ως αποδέκτης των υπηρεσιών της τράπεζας, δηλαδή ως καταναλωτής, ώστε δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή, ενώ, κατά το άρθρο 851 ΑΚ, "ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος η της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη". Εν όψει των ανωτέρω- και εφόσον οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομιάς διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός- αλυσιτελώς επικαλούνται οι ανακόπτοντες τη νομοθεσία περί προστασίας καταναλωτή στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, κατά το σκέλος του που κρίθηκε παραδεκτός, απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος από τους λόγους εφέσεως". Το Εφετείο δεχόμενο α) ότι ο περιεχόμενος στην ένδικη σύμβαση όρος, ο οποίος προβλέπει ότι η Τράπεζα δικαιούται να κλείνει οριστικά την πίστωση, χωρίς προηγούμενη καταγγελία ή ειδοποίηση του πιστούχου, είναι έγκυρος, εφόσον ο νόμος το επιτρέπει, β) ότι η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, πλην όμως δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της ανακοπής πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του και ως εκ των ανωτέρω αλυσιτελώς προβάλλεται και ότι το κλείσιμο του λογαριασμού πραγματοποιήθηκε μονομερώς και εν αγνοία τους, αφού δεν συνδέεται με την ακυρότητα κάποιου συγκεκριμένου κονδυλίου του λογαριασμού ή κάποιου ποσού που επιδίκασε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 69 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 και συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι, αφού η ανωτέρω ορθή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται τελεσφόρως, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένη κρίσης ως προς την επάλληλη αιτιολογία ότι δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 2251/1994 αλυσιτελώς προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν.
Από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 851, 852 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από τις ενστάσεις που ορίζονται στα άρθρα 852 επ. του ΑΚ. Η σχετική συμφωνία είναι έγκυρη, αφού δεν απαγορεύεται από το νόμο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 συμβατικής ελευθερίας, να καθιερώνεται στενότερη ή ευρύτερη ευθύνη του εγγυητή (ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 27/2010). Η ανωτέρω παραίτηση ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για τη θεμελίωση της οποίας πρέπει να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 217, 585 παρ. 2, 632, 633 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής που τον υποχρεώνει στην καταβολή χρηματικού ποσού, επικαλούμενος ως λόγους ακύρωσης αυτής, είτε την έλλειψη διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης. Οι λόγοι ανακοπής, που αποτελούν ενστάσεις, επέχοντες θέση ιστορικής βάσης, πρέπει να είναι ορισμένοι με την επακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στην αίτηση ή τη διαταγή πληρωμής πλημμέλεια, γιατί αλλιώς απορρίπτονται ως ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης, προτείνονται δε παραδεκτά μόνο με το δικόγραφο της ανακοπής ή πρόσθετους λόγους και όχι με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας ή της κατ' έφεση δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων έφεσης (ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1094/2006). Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο (αγωγής, ανακοπής κλπ) σε σχέση με όσα απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση, του καταγομένου προς κρίση δικαιώματος χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, τελικά, ορισμένη την αγωγή (ανακοπή κλπ), αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει αόριστη την αγωγή ή την ανακοπή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998).
Με το τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση αυτού, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 851-859, 281, 288 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο έφεσής τους περί εσφαλμένης απόρριψης από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του λόγου ανακοπής τους καταχρηστικότητας του όρου παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 802 έως 869 ΑΚ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο τρίτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλούμενη πλημμελώς και παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, περί καταχρηστικότητας του όρου παραιτήσεως του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 802 έως 869 ΑΚ. Όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι δεν μνημονεύονται σ' αυτήν τα αναγκαία για το ορισμένο της ιστορικής βάσης του ισχυρισμού τους πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται εάν αμφισβητούν και για ποιες αιτίες το εκάστοτε σε βάρος τους χρεωστικό κατάλοιπο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι τυχόν καταχρηστικότητα του όρου αυτού δεν μπορεί να κριθεί εν γένει, αλλά μόνο με στάθμιση της τυχόν ζημιάς που επήλθε στους ανακόπτοντες από την εφαρμογή του όρου και εφόσον οι ανακόπτοντες δεν αμφισβητούν κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο του επίδικου λογαριασμού, του οποίου να ζητούν την ακύρωση, η επικαλούμενη από αυτούς ακυρότητα καμία νομική ωφέλεια δεν τους παρέχει. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος με την έφεση ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε διότι η ζημία τους είναι ολόκληρο το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής ποσό, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται πώς η παραίτηση από τον εγγυητή (δικαιοπάροχο των εκκαλούντων), από τις ενστάσεις των άρθρων 802 έως 869ΑΚ, συνετέλεσε στη διαμόρφωση του οριστικού καταλοίπου του υπ' αριθμ ...001403 λογαριασμού της πιστώσεως στο ποσό των ευρώ 283.221,67, εκ του οποίου -σημειωτέον- ο ως άνω εγγυητής ευθυνόταν για το ποσό των ευρώ 146.735,14. Επομένως και ο λόγος αυτός της εφέσεως, κατά το σκέλος του που κρίθηκε παραδεκτός, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 851-859, 281, 288 ΑΚ, καθόσον, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής ο σχετικός λόγος της ανακοπής περί καταχρηστικότητας του όρου παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 802 έως 869 ΑΚ. (στην πραγματικότητα των άρθρων 853 επ. ΑΚ), έπασχε από νομική αοριστία, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η παραίτηση από τις ενστάσεις είναι έγκυρη, η δε καταχρηστικότητα της παραίτησης, κρίνεται μόνο με στάθμιση της τυχόν ζημιάς που επήλθε στους ανακόπτοντες από την παραίτηση ,πλην όμως οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται ζημία, αφού δεν αμφισβητούν κάποιο συγκεκριμένο κονδύλιο του επίδικου λογαριασμού, του οποίου να ζητούν την ακύρωση, με συνέπεια η επικαλούμενη από αυτούς ακυρότητα να μην τους παρέχει καμία νομική ωφέλεια. Aκόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ως ζημία τους ολόκληρο το επιδικασθέν με τη διαταγή πληρωμής ποσό και πάλι ο σχετικός λόγος ανακοπής είναι αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται πώς η παραίτηση από τον εγγυητή (δικαιοπάροχο των εκκαλούντων), από τις ανωτέρω ενστάσεις, συνετέλεσε στη διαμόρφωση του οριστικού καταλοίπου του ένδικου λογαριασμού Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Με το τέταρτο σκέλος του έβδομου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 140, 141, 147, 178, 179, 281 και 288 ΑΚ, απέρριψε τον ισχυρισμό που προέβαλαν με την ανακοπή και επανέφεραν με τον τέταρτο λόγο έφεσης, "ότι η σύμβαση εγγύησης του κληρονομηθέντος απ' αυτούς Γ. Κ. είναι άκυρη, επειδή ο εγγυητής υπέγραψε αυτήν ένεκα ουσιώδους πλάνης σχετικά με το είδος της εγγύησης και τις απορρέουσες απ' αυτήν υποχρεώσεις, η οποία (πλάνη) οφείλετο στα κενά μνήμης που κατά καιρούς εμφάνιζε λόγω γήρατος, δεδομένου ότι (όπως προβλήθηκε και με την ανακοπή) κατά την ημερομηνία σύναψής της, ο εγγυητής διήγε το 86° έτος της ηλικίας του και, ως εκ τούτου, διέθετε, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του, περιορισμένες πνευματικές και νοητικές ικανότητες, γεγονός, εξαιτίας του οποίου τελούσε σε κατάσταση ουσιώδους πλάνης ως προς τη φύση και το είδος της συμβατικής δέσμευσης, που αναλάμβανε ως εγγυητής", ενώ αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, εκμεταλλεύθηκε την κουφότητα, αμεριμνησία και αδιαφορία για τις συνέπειες των πράξεων του ανωτέρω εγγυητή, ο οποίος διήγε το 86° έτος της ηλικίας του κατά την υπογραφή της εγγύησης. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη του τέταρτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επί μέρους λόγων αναίρεσης. Δεν αρκεί δε η αποσπασματική μνεία των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ^σχετικά με την κατάρτιση διαθήκης από τον εγγυητή σε μεταγενέστερο χρόνο, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει η καλή νοητική κατάσταση του διαθέτη- εγγυητή.
Από τη διάταξη του άρθρου 293 εδ. γ' ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, συνάγεται ότι δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1587/2019, ΑΠ 942/2002).
Με το πέμπτο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, από το άρθρο 559 αρ. 14, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 623, 624 και 626 ΚΠολΔ, απέρριψε τον με την ανακοπή προβληθέντα ισχυρισμό τους, που επανέφεραν με λόγο έφεσης ,περί ακύρωσης της διαταγής πληρωμής λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτή το επιτόκιο υπερημερίας. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ανακοπής, της έφεσης και της με αριθμό 3914/2007 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της ένδικης ανακοπής τους, ζήτησαν την ακύρωση της ανωτέρω σε βάρος τους εκδοθείσας, με αίτηση της αναιρεσίβλητης, διαταγής πληρωμής, λόγω αοριστίας της, αφού δεν προσδιορίζεται σ'αυτή το επιτόκιο υπερημερίας, τον λόγο δε αυτό επανέφεραν στο Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο πέμπτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα απερρίφθη ο πέμπτος λόγος της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν (κατά το σκέλος που προσβάλλεται η απόρριψη του λόγου αυτού της ανακοπής- αφού δεν πλήττεται ως προς το σκέλος του που αφορά στην ημεροχρονολογία έναρξης της τοκοφορίας - βλ. τέλος σελ. 30 αρχή σελ.31 της εφέσεως) ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι αόριστη επειδή δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν το επιτόκιο υπερημερίας, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος νομιμότητας. Λαμβανομένου, όμως, υπόψη ότι, κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, αφού μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος και ο λόγος αυτός της εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Η ανωτέρω διαταγή πληρωμή, με την οποία οι αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 146.221,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 12-11-2004, ήταν ορισμένη, αφού περιείχε το ποσό του κεφαλαίου που οφείλουν να καταβάλουν οι αναιρεσείοντες και το χρόνο έναρξης της υπερημερίας και συνεπώς εκτοκισμού, χωρίς να είναι αναγκαίο να ορίζει το ύψος του επιτοκίου, καθόσον αυτό το ορίζει ο νόμος και η εξεύρεση του οφειλόμενου ποσού των τόκων είναι με βάση τα παραπάνω στοιχεία ζήτημα μαθηματικού υπολογισμού.
Συνεπώς, το Εφετείο ορθά δεν ακύρωσε την ένδικη διαταγή πληρωμής λόγω μη προσδιορισμού του ύψους του επιτοκίου και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης και επομένως ,ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά τη διάταξη αυτή, θεωρούνται και οι νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση λόγων ανακοπής (ενστάσεων) προς ακύρωση Διαταγής Πληρωμής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός (λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής), είναι μη νόμιμος, αόριστος, απαράδεκτος ή αλυσιτελής, διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 14/2004), καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο ουσιαστικό ή τυπικό (Ολ. ΑΠ 12/1991, ΑΠ 1323/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του όγδοου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με την ανακοπή ισχυρισμούς τους 1) περί παράνομης μετακύλισης της εισφοράς του ν. 128/1975, 2) περί ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, 3) περί καταχρηστικής παραίτησης από τις ενστάσεις των άρθρων 802- 868 ΑΚ ,4) περί ακυρότητας της αναληφθείσας εγγύησης λόγω πλάνης του εγγυητή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατά τον τρόπο που αναλυτικά ανωτέρω αναφέρεται.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγος, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, απορρίπτεται ως αβάσιμος ,όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα (ΑΠ 1479 /2011). Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2008). έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Δεν αποτελούν όμως έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως οι ένορκες βεβαιώσεις. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο συγκεκριμένος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενα που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο (ΑΠ 25/2011).
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά το έτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση αυτού, αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Π. και Ν. Κ., τις 11343/15-2-2013, 11344/15-2-2013 και 11345/18-2-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Κ., καθώς και τα ειδικότερα αναφερόμενα έγγραφα, άλλως ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων ανακοπής. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, όσον μεν αφορά την παραμόρφωση των καταθέσεων των μαρτύρων και των ενόρκων βεβαιώσεων, αφού δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, όσον αφορά δε τα λοιπά έγγραφα, καθόσον δεν παρατίθεται το περιεχόμενό τους ούτε τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων, των διαδίκων, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες από τους αναιρεσείοντες τρεις ένορκες βεβαιώσεις και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μετά των άλλων αποδείξεων και τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων αλλά και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες για την κατ' ουσίαν απόρριψη του παραδεκτά προβληθέντος λόγου ανακοπής ότι ο εγγυητής της ένδικης σύμβασης πίστωσης ,του οποίου είναι κληρονόμοι, κατά την υπογραφή της σύμβασης είχε ουσιώδη πλάνη σχετικά με το είδος της και τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του, ο οποίος είναι και ο μοναδικός λόγος της ανακοπής που εξετάστηκε κατ' ουσία .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως αόριστη, ή μη νόμιμη, ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ. ΑΠ 44/1990, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011).
Συνεπώς, ο όγδοος λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση γενικώς έλλειψη, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της ένστασης του άρθρου 862 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως αόριστος ο νόμιμα προβληθείς λόγος ανακοπής περί καταχρηστικότητας του όρου παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις των άρθρων 802-869 ΑΚ, μεταξύ των οποίων υπάγεται και αυτή του άρθρου 862 ΑΚ, επί της οποίας, επίσης, δεν έκρινε επί της ουσίας . Ενόψει όλων αυτών, αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23 Μαΐου 2016 αίτηση των 1) Π. Κ. Γ., 2) Γ. Κ. Π., 3) Χ. Κ. Π., 4) Κ. Γ., 4) Μ. Π. Ε. και 6) Δ. Π. Ε. για αναίρεση της 4098/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ