Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
999/2014 KI-strukturiert

999/2014 — 999/2014 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 999/2014 (AP_999_2014)
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 999 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Μαρ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 999 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Μαρ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 999/2014

Απόφαση 999 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 999/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Τ. συζ. Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβενιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Μ. Γ. το γένος Ι. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θεοφανίας Μπούκη-Γιάβη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2582/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 26-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 461/2013 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 2582/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Η παράλληλα διατυπούμενη αίτηση για αναίρεση της πρωτοβάθμιας 137/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αξιολογείται ως απαράδεκτη προεχόντων για τον λόγο ότι το δικόγραφο αυτής δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΚΠολ 495§1).

Με την από 7-7-2009 αγωγή της, η αναιρεσίβλητη,με την ιδιότητα της εκμισθώτριας, θέση, στην οποία υπεισήλθε μετά την νόμιμη μεταβίβαση του δικαιώματος άσκησης επικαρπίας από την κυρία του επί της οδού ... και ... καταστήματος επικαλούμενη πάροδο τριετίας από την έναρξη της μισθώσεως και πρόθεση της να το χρησιμοποιήσει, κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως, και ζήτησε από την αναιρεσίβλητη ,(μισθώτρια), την απόδοση του. Επ' αυτής εκδόθηκε η 137/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την έκανε δεκτή και μετά από έφεση της αναιρεσείουσας η προσβαλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία αφού απορρίφθηκε η έφεση, επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που διέταξε την απόδοση του μισθίου στην αναιρεσίβλητης.

Με το άρθρο 3 του ν. 1229/1982 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 813/1978, η οποία όριζε πως "οι διατάξεις των άρθρων 614-618, 1164 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και επί των υπαγομένων εις τον παρόντα νόμον μισθώσεις. Κατόπιν τούτου δεν ισχύει στις μισθώσεις που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 813/1978 και ήδη του π.δ. 34/1995, η ρύθμιση του κοινού δικαίου ως προς την τύχη της μισθωτικής σχέσης σε περίπτωση μεταβίβασης του μισθίου κατά τη διάρκεια αυτής. Στην περίπτωση αυτή η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα χωρεί εκ του νόμου και μάλιστα χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ. έτσι ώστε ο νέος κτήτορας να υπεισέρχεται, από το νόμο, στη μισθωτική σχέση απεριόριστα και αποκτά για λογαριασμό του τα σχετικά δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής (ΟλΑΠ 6/2004). Προκειμένου να χωρήσει κατά τις προηγούμενες διατάξεις υπεισέλευση του νέου κτήτορα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του παλαιού αναφορικά με την εμπορική μίσθωση πρέπει να επέλθει μεταβίβαση του μίσθιου ακινήτου για νόμιμη αιτία και μεταγραφή της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας κατά τα άρθρα 1033,1192 αριθ. 1, 1194 παρ. 1,1198 και 1201 Α.Κ και η υπεισέλευση συντελείται από την μεταγραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου.(ΑΠ 1095/2004 Δνη 46.467). Από και δια της μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου, ο προηγούμενος εκμισθωτής δεν νομιμοποιείται ούτε να καταγγείλει τη μίσθωση, για οποιοδήποτε λόγο, ούτε να ζητήσει με αγωγή του την απόδοση του μισθίου, αφού το σχετικό δικαίωμα ανήκει στον νέο κτήτορα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 1142 ΑΚ. επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο πράγμα, που παρέχει στον επικαρπωτή την εξουσία σε πλήρη χρήση και κάρπωση, διατηρώντας, όμως, ακέραιη την ουσία του. Έτσι, κατά την έννοια του νόμου, περιεχόμενο της επικαρπίας είναι η πλήρης άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία απογυμνώνεται και καθίσταται ψιλή. Αντίθετα, η παραχώρηση ορισμένων εξουσιών της κυριότητας, έστω και των περισσοτέρων, δεν έχει την έννοια της επικαρπίας, αλλά αποτελεί είτε ενοχική σύμβαση, είτε περιορισμένη προσωπική δουλεία. Ετσι, ενώ ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα από τη μεταγραφή της συστατικής πράξης της επικαρπίας να λαμβάνει τους φυσικούς και πολιτικούς καρπούς (πχ. μισθώματα από υφιστάμενη μίσθωση), αυτός που αποκτά κατά παραχώρηση από τον κύριο ορισμένες εξουσίες επί του ακινήτου (π.χ άσκηση της επικαρπίας), για να νομιμοποιείται έναντι τρίτου, που κατέχει το πράγμα με βάση κάποια έννομη σχέση, όπως μίσθωση, στην άσκηση των αξιώσεων που θεμελιώνονται σ' αυτήν, απαιτείται να τηρηθούν οι όροι της μεταβίβασης της ενοχικής αυτής σχέσης εφόσον ο μεταβιβάσας την επικαρπία δεν ήταν και εκμισθωτής (ΑΠ 561/10). Στην αντίθετη περίπτωση, μετά την συντέλεση της μεταβιβαστικής του δικαιώματος άσκησης επικαρπίας σύμβασης, ο αποκτών το άνω δικαίωμα υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή, εφόσον αυτός που του μεταβίβασε το σχετικό δικαίωμα ήταν και εκμισθωτής, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που είχε ο αρχικός εκμισθωτής. Με το άρθρο 16 παρ.1 του π.δ. 34/1995 ορίζεται ότι ο εκμισθωτής μπορεί ,μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης και σε κάθε περίπτωση, όχι προτού περάσουν τρία (3) έτη, από την έναρξη της μίσθωσης να την καταγγείλει για την άσκηση στο μίσθιο των δραστηριοτήτων του άρθρου 1 περίπτ. α έως γ', ή ως προς τις μισθώσεις του άρθρου 2, των δραστηριοτήτων κατά το άρθρο αυτό από τον ίδιο τον κύριο, τα τέκνα ή σύζυγο τους (ιδιόχρηση)" Με την παραγρ. δε 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι, "προϋπόθεση της καταγγελίας είναι η πρόθεση και η δυνατότητα ιδιόχρησης, καθώς και η άσκηση επί τριάντα μήνες του επαγγέλματος του εμπόρου ή δραστηριότητας που προστατεύεται από το παρόν". Το δικαίωμα αυτό καταγγελίας, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει μόνο ο εκμισθωτής (ΑΠ 343/1999 Δνη 40,1565), υπόκειται σε έγγραφο συστατικό τύπο, προϋποθέτει έγκυρη μίσθωση που υπάγεται στη ρύθμιση του π.δ. 34/1995, πάροδο τριών (3) ετών από την έναρξη της μισθώσεως, πρόθεση και δυνατότητα ιδιοχρήσεως και προηγούμενη άσκηση προστατευόμενου επαγγέλματος που υπάγεται στο π.δ. 34/1995 επί τριάντα (30) μήνες. Επί εκποιήσεως δε του μισθίου ο νέος κτήτορας υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή στην ίδια έκταση με εκείνον ενώ, ως πρόθεση ιδιόχρησης θεωρείται η δηλωμένη βούληση απασχολήσεως με άσκηση, όπως προαναφέρθηκε, προστατευόμενης δραστηριότητας .

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ υποστηρίζοντας α) ότι κατά παράβαση των διατάξεων των αρθ. 574, 361, 355 ΑΚ και 44 Π.Δ 34 /1995 που προβλέπουν ότι το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως καταστήματος, ασκείται μόνο από τον εκμισθωτή, εντούτοις, έκρινε, ότι η αναιρεσίβλητη, αν και δεν ήταν εκμισθώτρια του μισθίου, δεδομένου ότι από την κυρία του ακινήτου της μεταβιβάστηκε, μόνο το δικαίωμα άσκησης επικαρπίας επί του μισθίου καταστήματος, ότι νομίμως αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως λόγω ιδιόχρησης β) ότι για να συμπληρωθούν τρία έτη συνολικής μίσθωσης επί του καταστήματος και θεμελιωθεί δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης για ιδιόχρηση προσμέτρησε, παρανόμως, στον χρόνο εκμίσθωσης της αναιρεσίβλητης και εκείνον (χρόνο) της αρχικής εκμισθώτριας, παραβιάζοντας έτσι, την διάταξη του αρθ. 16 παρ. 1 ΠΔ 34/1995 που προϋποθέτει, για την παραδοχή του σχετικού αιτήματος απόδοσης του μισθίου λόγω ιδιοχρήσεως, παρέλευση τριών ετών στο πρόσωπο του εκμισθωτή που κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως.

Το δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον μέρος τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, καθώς και την χωρίς όρκο κατάθεση της ενάγουσας που εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και περιέχονται στα νομίμως, μετ' επικλήσεως, προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του, και από όλα εν γένει τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες του μισθίου και λοιπών καταστημάτων της ενάγουσας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Δυνάμει του από 9-9-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως η Ζ. Κ. εκμίσθωσε στην εναγομένη ένα ισόγειο κατάστημα με πατάρι που βρίσκεται στην Αθήνα επί των οδών ... και ... αρ. 154, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 500 ευρώ, το οποίο θα αναπροσαρμοζόταν, μετά την παρέλευση της συμβατικής πενταετίας, σύμφωνα με τον επίσημο τρέχοντα πληθωρισμό. Η μίσθωση αυτή, μετά την συμβατική λήξη της στις 9-9-2007 παρατάθηκε, (άρθρο 5 του πδ. 34/1995), με καταβαλλόμενο μίσθωμα κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής το ως άνω ποσό των 500 ευρώ. Το μίσθιο χρησιμοποιείται κατά την συμφωνία τους ως πρατήριο άρτου και τυποποιημένων προϊόντων, έχει δε επιφάνεια, ο ισόγειος χώρος 32,19 τ.μ. ,και το πατάρι 13,82 τ.μ. Το έτος 2007 η ως άνω εκμισθώτρια δυνάμει του υπ' αριθμόν .../21-6-2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παπαηλία, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, το μίσθιο στην Ε. Γ. και αυτή δυνάμει του υπ' αριθμόν .../11-5-2009 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε αιτία δωρεάς εν ζωή την επικαρπία του μισθίου στην ενάγουσα, η οποία πλέον από τότε αυτοδικαίως υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ενδίκου μισθωτικής σχέσεως ως εκμισθώτρια. Η τελευταία, ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 16 του π.δ. 34/1995 με την από 7-7-2009 εξώδικη έγγραφη καταγγελία που επέδωσε στην εναγομένη στις 8-7-2009 (βλ. υπ' αριθμ. 8398Γ/8-7- 2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...) κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση λόγω ιδιόχρησης, επικαλούμενη ότι είναι έμπορος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 μηνών και προτίθεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο για την άσκηση της εμπορίας της, ήτοι ως χώρο εκθέσεως και πωλήσεως επίπλων, δηλαδή, δραστηριότητα που προστατεύεται από το π.δ 34/1995. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από το έτος 2002 είναι έμπορος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Εμπορικού Νόμου, ως μετερχόμενη εμπορικές πράξεις κατά κύριο επάγγελμα και συγκεκριμένα ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία ξύλινων επίπλων, καθώς και επιδιορθώσεις των υφασμάτων (ταπετσαρίας) αυτών, προς τούτο δε διατηρεί ατομική επιχείρηση την οποία στεγάζει σε μισθωμένο από τον σύζυγο της κατάστημα επί της οδού ... αρ. 21-23 στην Αθήνα, σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από το επίδικο μίσθιο, (βλ. βεβαίωση ενάρξεως εργασιών φυσικού προσώπου της ΚΑ' ΔΟΥ Αθηνών), όπου απασχολεί και εργατικό προσωπικό (βλ. την από 1-11-2002 αναγγελία πρόσληψης και την από 10-1-2012 βεβαίωση αποδοχών). Το κατάστημα αυτό όπου η ενάγουσα στεγάζει την επιχείρηση της, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, είναι ημιυπόγειο και ως εκ τούτου δεν είναι κατάλληλο για εμπορία και δη για έκθεση εμπορευμάτων, αφού δεν διαθέτει βιτρίνα κατά τρόπο ώστε αυτά να είναι ευκόλως εμφανή στους διερχόμενους, λόγω δε ελλείψεως και του αναγκαίου χώρου, η ενάγουσα αναγκάζεται να στοιβάζει τα έπιπλα σε χώρο όπου είναι και το εργαστήριο της (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες), με αποτέλεσμα να στερείται της δυνατότητας να τα εμπορευθεί αποτελεσματικά. Εξάλλου, η ενάγουσα δεν διαθέτει άλλο ακίνητο στην ίδια περιοχή το οποίο να ανήκει εξ' ολοκλήρου στην αποκλειστική κυριότητα της εκτός από το ένδικο μίσθιο. Σε πολύ μικρή απόσταση από το εν λόγω ακίνητο και δη επί των οδών ... αρ. 63 και ... αρ. 10 ευρίσκεται κατάστημα - αποθήκη, η οποία όμως εκτός του ότι ανήκει στην συγκυριότητα της ενάγουσας και του συζύγου της Μ. Γ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στο οποίο έχουν τοποθετηθεί έπιπλα, επί πλέον, έχει χαρακτηρισθεί ως αποθήκη, όπως προκύπτει από τις σχετικές προσκομιζόμενες καταστάσεις μερίδων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, της ενάγουσας και του συζύγου της. Η ενάγουσα προτίθεται να χρησιμοποιήσει το ένδικο μίσθιο ως κατάστημα για την έκθεση των επίπλων που κατασκευάζει το οποίο παρά την μικρή του επιφάνεια, δύναται να εξυπηρετήσει τον σκοπό αυτόν, διότι πέραν της επιφάνειας του ισογείου χώρου, διαθέτει και πατάρι, που μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετος χώρος για την ανάπτυξη της επιδιωκόμενης δραστηριότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν κατασκευάζει μεγάλο αριθμό επίπλων, τα οποία σημειωτέον είναι κλασσικού σχεδιασμού και ο όγκος τους δεν καταλαμβάνει τόσο μεγάλη επιφάνεια όσο των λοιπών. Εκτός αυτού, το ένδικο μίσθιο από άποψη εμπορικής θέσεως υπερέχει, διότι ευρίσκεται σε αρκετά εμπορικό σημείο της πόλης και πλησίον των δικαστηρίων (Εφετείου και Ειρηνοδικείου), από όπου καθημερινά διέρχεται μεγάλος αριθμός πολιτών. Άλλωστε, στην προσκομιζόμενη με αριθμό 290/20-6- 2002 βεβαίωση έναρξης εργασιών φυσικού προσώπου της ΚΑ' ΔΟΥ Αθηνών η ενάγουσα δήλωσε ως δραστηριότητα της επιχειρήσεως της την κατασκευή ξύλινων επίπλων που χρησιμοποιούνται στην κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία, καθιστικό επίπλων γραφείου και καταστημάτων και όχι μόνο τοποθέτηση ταπετσαριών. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα έχει και άλλα ακίνητα στην ίδια περιοχή όπου ευρίσκεται το μίσθιο, τον οποίο επιστηρίζει στο άρθρο 18 του π.δ. 34/1995(ένσταση), δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατά τα ανωτέρω, αφού όπως ανωτέρω αναφέρθηκε το μεν ακίνητο επί της οδού ... αρ. 21-23 ανήκει στο σύζυγο της, κατά κυριότητα, το δε ακίνητο επί των οδών ... και ... αρ. 10 ανήκει στη συγκυριότητα της ίδιας και του συζύγου της και εκτός αυτού δεν είναι πρόσφορο λόγω της θέσεως στην οποία βρίσκονται να εξυπηρετήσουν την εμπορική της δραστηριότητα όπως το ένδικο μίσθιο.

Συνεπώς, η ενάγουσα έχει την πρόθεση και τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το μίσθιο, συντρέχουν δε και οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, όπως στην αρχική σκέψη αναφέρθηκαν, και αποδείχθηκαν για την εγκυρότητα της καταγγελίας της ενδίκου μισθώσεως για ιδιόχρηση στην οποία προέβη, ήτοι πάροδος τριετίας από την έναρξη της μισθώσεως καθώς και η επί τριάντα (30) μήνες πριν από την άσκηση της καταγγελίας, εμπορική δραστηριότητα της. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι πρόθεση της ενάγουσας δεν είναι η ιδιόχρηση αλλά η κατεδάφιση του μισθίου προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως υπαίθριο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων, (πάρκινγκ), όπως έχει κάνει και με το πέριξ αυτού ακάλυπτο τμήμα οικοπέδου, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού το ελεύθερο αυτό τμήμα δεν προέκυψε ότι ανήκει στην ιδιοκτησία της ...". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με το να κρίνει το δικαστήριο ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την μεταβίβαση σ' αυτήν του δικαιώματος άσκησης της επικαρπίας επί του μισθίου καταστήματος από την κυρία αυτού η οποία ήταν και εκμισθώτρια υπεισήλθε αυτοδικαίως στην μισθωτική σχέση χωρίς να είναι απαραίτητο για την υπεισέλευση αυτή και μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των αρθ. 574, 361, 355 ΑΚ και 44 Π.Δ 34/1995 όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και ο σχετικός εκ του αριθμού 1α αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το ίδιο ισχύει και για τον υπό στοιχείο 1β ιδίου άρθρου Κ.Πολ.Δ, λόγο αφού, για την συμπλήρωση τριετίας η οποία απαιτείται ως προϋπόθεση για την νομιμοποίηση του εκμισθωτή στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας λόγω ιδιόχρησης που προβλέπεται στην διάταξη του αρθ. 16 παρ 1 ΠΔ 34/95 αρκεί η παρέλευση της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως και σε κάθε περίπτωση τριετίας από την έναρξη της συμβάσεως μισθώσεως μέχρι τον χρόνο της καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται ο χρόνος αυτός να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του νέου εκμισθωτή ο οποίος υπεισέρχεται στη σύμβαση μίσθωσης αφού μετά την υπεισέλευση δεν δημιουργείται νέα σύμβαση αλλά συνεχίζεται η παλαιά με τους όρους και προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι τότε και προσμετράται ο διαδραμών πριν την υπεισέλευση χρόνος..

Συνεπώς, εφόσον, από την έναρξη της μίσθωσης μέχρι την καταγγελία είχε παρέλθει η πενταετής συμβατική διάρκεια μισθώσεως, δεν παραβιάστηκε η άνω διάταξη και ο σχετικός λόγος αναίρεσης όπως προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την διάταξη του αρθ. 10, 11γ και 20 του αρθ.559 Κ.Πολ,Δ προκύπτει ότι ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως εκ των άνω αριθμών του μεν εκ του αριθμού 10 όταν για τα δεκτά γενόμενα πράγματα δεν έχει προταθεί καμία απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά, εκ του αριθμού 11γ αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης και εκ του αριθμού 20 όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την διάγνωση του περιεχομένου ενός εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλομένη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη είχε πρόθεση αξιοποίησης του μισθίου απορρίπτοντας χωρίς να τάξει οποιαδήποτε απόδειξη, τους ισχυρισμούς της περί του αντιθέτου, έλαβε υπόψει της για την διαμόρφωση του δικανικού της πορίσματος έγγραφα, ήτοι φωτογραφίες που απεικόνιζαν το κατάστημα παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των αφού δέχθηκε ότι είναι ημιυπόγειο και, όχι ισόγειο όπως είναι πραγματικά, και, ως εκ τούτου ακατάλληλο για την άσκηση της εμπορίας της, ήτοι για θέμα που ήταν σημαντικό για την διαμόρφωση του διατακτικού της. Οι άνω λόγοι όμως πρέπει γα απορριφθούν ως αβάσιμοι αφού στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε μετά από εξέταση μαρτύρων και εκτίμηση των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι, και έλαβε υπόψει του τις φωτογραφίες που επικαλέστηκε, ενώ, δεν προσκομίζονται οι τελευταίες (φωτογραφίες) για να κριθεί η βασιμότητα του τελευταίου λόγου (εκ του αριθμού 20).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό της εκ του αρθ. 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας για ιδιόχρηση για πλημμέλεια εκ του άνω αριθμού (19 αρθ. 559 Κ.ΠολΔ) διότι, το δικαστήριο περιέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό περί τούτου έλεγχο. Κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου έγιναν δεκτά κατά το ενδιαφέρον άνω μέρος τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω, όσον αφορά στον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας για ιδιόχρηση από την ενάγουσα για τους λόγους ότι: α) προέβη σ' αυτήν, μετά από μεθόδευση μετά της θυγατέρας της, η οποία είναι καθηγήτρια μουσικής και μη δυναμένη να ασκήσει το δικαίωμα ιδιόχρησης μεταβίβασε στην μητέρα της την επικαρπία του επιδίκου μισθίου, χωρίς η τελευταία να έχει πραγματική πρόθεση ιδιόχρησης, β) η ενάγουσα είναι ηλικίας 64 ετών και σε ένα έτος συνταξιοδοτείται, γ) η εναγομένη είναι ηλικίας 63 ετών, σε δύο χρόνια συνταξιοδοτείται και η αποβολή της από το μίσθιο θα της προκαλέσει ανήκεστο βλάβη, μη δυνάμενη να εξακολουθήσει στην ασφάλιση της, καθώς είναι αδύνατον να ανεύρει στην ίδια περιοχή, όπου είναι και η πελατεία της άλλο μίσθιο κατάστημα, δ) η ενάγουσα έχει και άλλο ιδιόκτητο ακίνητο στην ίδια περιοχή επί της οδού ... 63, το οποίο ήδη χρησιμοποιεί ως έκθεση επίπλων, ε) από το έτος 2002 η ενάγουσα εκμεταλλεύεται ως έκθεση επίπλων και το ακίνητο επί της οδού ... αρ. 21-23 ιδιοκτησίας του συζύγου της, στ) εκμεταλλεύεται το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου 150 τ.μ. ,εντός του οποίου ευρίσκεται και το μίσθιο ως υπαίθριο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων (πάρκινγκ), ζ) κατά την υπογραφή του από 9-9-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως κατέβαλε ως "αέρα" και το ποσό των 3.000.000 δραχμών, η τότε δε ιδιοκτήτρια Ζ. Κ. την είχε διαβεβαιώσει ότι επί δώδεκα (12) έτη δεν θα προέβαινε σε ιδιόχρηση του μισθίου και η) το ένδικο μίσθιο λόγω της μικρής του επιφάνειας είναι ακατάλληλο για χρήση εκθέσεως επίπλων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι όσον αφορά στην υπό στοιχείο δ περίπτωση θεμελιώνεται ένσταση του αρθ. 18 του π.δ. 34/1995, η οποία οδηγεί στην ακυρότητα της καταγγελίας λόγω συνδρομής της προϋποθέσεως αυτής και όχι ακυρότητα λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και συνεπώς μη νομίμως προβάλλεται στη περίπτωση αυτή, όσον δε αφορά στις υπό στοιχεία ε' και στ' περιπτώσεις έχει ήδη ανωτέρω αναφερθεί ότι δεν έχει στην ίδια περιοχή άλλο ακίνητο κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, και επί πλέον ακόμη και αν εκμεταλλεύεται το ακάλυπτο τμήμα του οικοπέδου όπου ευρίσκεται το μίσθιο, αυτό δεν αναιρεί τη πρόθεση της να ιδιοχρησιμοποιήσει και το τελευταίο για την αποδοτικότερη εκμετάλλευση της επιχειρήσεως της, ούτε καταχρηστική την άσκηση της καταγγελίας. Εξάλλου, ούτε η ηλικία της ενάγουσας καθιστά άκυρη την καταγγελία, αφού η επιχείρηση της είναι δυνατόν να συνεχισθεί, σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως της, από άλλο μέλος της οικογενείας της. Επίσης, όσον αφορά στην εναγομένη είναι δυνατόν στην ίδια περιοχή και σε πολύ μικρή απόσταση από το επίδικο μίσθιο να εύρη άλλο μίσθιο, για την συνέχιση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, καθόσον, λόγω και της οικονομικής κρίσεως, υπάρχουν αδιάθετα ακίνητα στην ίδια περιοχή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες της ενάγουσας. Η δε υπόσχεση που όπως ισχυρίζεται της έδωσε η αρχική ιδιοκτήτρια του μισθίου περί μη καταγγελίας της μισθώσεως για ιδιόχρηση δεν δύναται να δεσμεύσει και την ενάγουσα ...". Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα με στοιχ. (α)-(γ) πραγματικά περιστατικά συνιστούν άρνηση της προθέσεως και δυνατότητάς της αναιρεσίβλητης ιδιοχρήσεως του μισθίου καταστήματος και εντεύθεν του δικαιώματός της για καταγγελία, ο λόγος αυτός εκτός του ότι πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού, δεν προσδιορίζει ποια στοιχεία θα έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση και παραλείφθηκαν ώστε η περί τούτου κρίση της να είναι σαφής και πλήρης για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, προκύπτει σε κάθε περίπτωση ότι η απόφαση διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς την συγκεκριμένη ένσταση και ειδικότερα την δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να συνεχίσει την εμπορία της με άλλα μέλη της οικογένειας της χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα αυτής να προσδιοριστούν τα πρόσωπα αυτά και η δυνατότητα των να ασκήσουν την συγκεκριμένη εμπορία, ούτε είναι αναγκαίο να περιληφθούν εκτενέστερες αιτιολογίες για την επιβεβαίωση της δυνατότητας της για μετεστέγαση σε άλλο οίκημα ώστε να διατηρηθεί η πελατεία της. Με βάση όλα τα ανωτέρω θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και το ΤΑΧΔΙΚ και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό 461/2013 αίτηση αναίρεσης της 137/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 2582/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.

Διατάσσει την εισαγωγή των τριών παραβόλων με αριθμούς 1560877, 1560878, 1560879 σειρά Α στο Δημόσιο Ταμείο και των με αριθμούς 029334, 029335, 029336 σειρά Α στο ΤΑΧΔΙΚ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4-4-2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7-5-2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ