999/2010 — 999/2010 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 999 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάν...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 999/2010
Απόφαση 999 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 999/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Βερνίκο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Παυλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7169/2001μη οριστική 5195/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5450/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελεσίδικων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2008 αίτησή τους που κατατέθηκε α) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθ. καταθ. 68/2008 και β) στο Εφετείο Αθηνών με αριθ.καταθ. 639/2008).
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται σ' αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη. Τούτο δε διότι η απόφαση αυτή, σε περίπτωση μεν αποδοχής της εφέσεως, εξαφανίζεται, σε περίπτωση δε απορρίψεως της εφέσεως κατ' ουσίαν, ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και συνεπώς σ' αναίρεση υπόκειται μόνο η τελευταία (Ολ. ΑΠ 40/1996). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθ' όσον στρέφεται κατά των κεφαλαίων της 5195/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία προσβλήθηκαν με την από 26-10-2006 έφεση των αναιρεσειόντων κατ' αυτής, είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ. ΑΠ. 18/2004). Η διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου έχει ως προϋπόθεση την παρεμβολή άλλων μεταγενεστέρων όλως εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων, ιδίως δε ενεργειών τρίτων προσώπων, ενώ η παράλειψη του ζημιωθέντος να περιορίσει τη ζημία του παρέχει στον υπόχρεο τη δυνατότητα να προβάλει την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος. Εξ άλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα. Εξ άλλου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε, δυνάμει της από 23-9-1994 έγγραφης σύμβασης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, από την πλοιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία "LOMBARD SHIPOWNERS LTD", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως πλοίαρχος, στο πλοίο της "Μ...", το οποίο διαχειριζόταν η εταιρεία με την επωνυμία "ΕVΑLΕΝD SΗΙΡΡΙΝG CO S.A.", για χρονικό διάστημα εφτά (7) μηνών, αντί αμοιβής 1.200.000 δραχμών μηνιαίως. Προκειμένου να αναλάβει εργασία μετέβη την 25-9-1994 στο λιμάνι της ... των ..., όπου βρισκόταν το άνω πλοίο, πλην κατά την άφιξη του σε αυτό, διαπίστωσε ότι το πλοίο ήταν σε κακή κατάσταση από απόψεως εξοπλισμού γέφυρας - μηχανής και ασφάλειας, καθώς και από απόψεως ενδιαιτήσεως. Για τον λόγο αυτό, με την από 28-9-1994 επιστολή του προς την άνω διαχειρίστρια του πλοίου και τηλεφωνικώς, ζήτησε από αυτή να καθυστερήσει η παραλαβή του πλοίου και να παραμείνει σε αυτό για λίγες ημέρες ο απερχόμενος πλοίαρχος ..., προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα από πιθανό έλεγχο των αμερικανικών λιμενικών αρχών, ο οποίος τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε. Την 4-11-1994, όταν το άνω πλοίο έφθασε στο λιμάνι ... του ..., η τοπική λιμενική αρχή (Coast Guard), με το από 4-11-1994 έγγραφο της, ενημέρωσε τον αναιρεσίβλητο με την άνω ιδιότητα του, ότι θα προβεί σε επιθεώρηση του πλοίου στις 7-11-1994, στο πλαίσιο του ακολουθούμενου από αυτή προγράμματος επιθεώρησης πλοίων. Η εν λόγω λιμενική αρχή του ..., πραγματοποίησε τελικώς τον έλεγχό της επί του άνω πλοίου "Μ...", την 9-11-1994 και με την υπό την ίδια ημερομηνία έκθεσή της διαπίστωσε 52 συνολικά παραβάσεις και ελλείψεις, εκ των οποίων ορισμένες ήταν ιδιαίτερα σοβαρές όπως: μη λειτουργία των ραντάρ, των VΗF, του ηλεκτρικού συστήματος πηδαλιούχησης και πυξίδας, ρήγμα στο Νο 20 τανκ, μη λειτουργία του ανιχνευτή πετρελαίου ρύπανσης και του συστήματος, καθαρισμού υδάτων, καθώς και κακή λειτουργία του μηχανισμού διαχωρισμού αποβλήτων πετρελαίου για αποφυγή θαλάσσιας ρύπανσης, ακατάλληλος σωλήνας τροφοδότησης, μη λειτουργία γυαλιών θερμοκρασιών ασφαλείας καζανιού, έλλειψη προστατευτικού ψυγείου κομπρεσέρ, φραγμένο ψυγείο κυρίας μηχανής, φωτιά στη σάρωση της μηχανής και ελατήρια κυλίνδρων σε κακή κατάσταση, σπασμένη εξαγωγή κυρίας μηχανής, έλλειψη σκαλιών στη μηχανή, έλλειψη λαμαρίνας στο κάτω μέρος της μηχανής και προστατευτικών καλυμμάτων μηχανοστασίου και τρύπα σε διαχωριστική λαμαρίνα μηχανοστασίου, διαρροή στην αντλία πυρκαγιάς, βλάβες στις πυροσβεστικές φωλιές και μη λειτουργία συστήματος CΟ2 και κουδουνιών πυρκαγιάς, ελάχιστα τρόφιμα για την διατροφή του πληρώματος, βρώμικα ψυγεία και αποθήκη τροφίμων, τουαλέτες και μπάνια σε ελλιπή αριθμό και κακή κατάσταση, οι χώροι του πλοίου γεμάτοι κατσαρίδες, μη λειτουργία του γενικού συστήματος αναγγελίας κινδύνου στο πλήρωμα, των συστημάτων εξαερισμού, θέρμανσης και φωτισμού για το πλήρωμα και των ψυγείων τροφίμων κ.α. Επίσης, η ίδια ανωτέρω λιμενική αρχή του ... απαγόρευσε τον απόπλου του άνω πλοίου εωσότου περατωθεί η επισκευή των πιο πάνω ελλείψεων που αυτή διαπιστώνει στην άνω έκθεση της, κάλεσε δε αυτή παράλληλα νηογνώμονα και ενημέρωσε το διεθνές συνδικάτο ναυτεργατών "ΙΤF", για τις χαρακτηριζόμενες με την ίδια έκθεση της, ως "απαράδεκτες", συνθήκες διαβίωσης του πληρώματος, εκπρόσωποι του οποίου (συνδικάτου) για το λόγο αυτό επισκέφθηκαν το ανωτέρω πλοίο. Περαιτέρω, την 8-11-1994, επιβλήθηκε κατάσχεση επί του άνω πλοίου "M...", συνεπεία της οποίας παρεμποδίζετο επίσης ο απόπλους αυτού, δυνάμει της από 8-11-1994 διαταγής του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου του Καναδά, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση της τροφοδότριας του πλοίου αυτού εταιρείας, με την επωνυμία "CALOGERAS ΜΑRΙΝΕ ΙΝC" για απαιτήσεις της κατά της άνω πλοιοκτήτριας εταιρείας "LOMBARD SHIPOWNERS LTD" και της διαχειρίστριας εταιρείας "EVALEND SHIPPING CO S.A.". Συνεπεία όλων των ανωτέρω προβλημάτων, που αφορούσαν την κατάσταση του άνω πλοίου και τις συνθήκες εργασίας του πληρώματος σε αυτό, ο αναιρεσίβλητος κατήγγειλε στις 8-11-1994, με φαξ που απέστειλε στην εταιρεία "EVALEND SHIPPING CO S.A.", την από 23-9-1994 άνω ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέβη στα γραφεία όπου έχει την έδρα της η άνω εταιρεία "EVALEND SHIPPING CO S.A.", στον ..., όπου προσκόμισε στους εκπροσώπους της, εναγόμενους, και ήδη αναιρεσείοντες τον λογαριασμό μισθοδοσίας περιόδου από 1-11-1994 έως 12-11-1994, πλην οι τελευταίοι αρνήθηκαν να τον παραλάβουν και για το λόγο αυτό ο αναιρεσίβλητος απέστειλε αυτόν προς αυτούς την 22-11-1994, με συστημένο γράμμα δια μέσου των Ε.Λ.Τ.Α ... . Αποδείχθηκε επίσης ότι η άνω πλοιοκτήτρια εταιρεία απέστειλε στον αναιρεσίβλητο δια μέσου της "Alcan Alyminium limited", ποσό 9.990 δολλαρίων Η.Π.Α, εκ του οποίου ο τελευταίος διέθεσε 4.122 δολλάρια Η.Π.Α για την πληρωμή μισθών του πληρώματος του πλοίου για τον μήνα Οκτώβριο 1994 και με το υπόλοιπο ποσό των 5.868 δολαρίων Η.Π.Α ήτοι 1.338.960 δραχμές (= 5.868 Χ 228,18 δρχ. η ισοτιμία δολλαρίου την 5-11-1994), κράτησε για τον εαυτό του και κάλυψε δεδουλευμένα από 1-11-1994 έως 12-11-1994, ποσού 480.000 δραχμών και μέρος της αποζημίωσης, λόγω της γενομένης από αυτόν καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του οφείλετο και ήταν ίση με αποδοχές ενάμιση μήνα, ποσού 1.800.000 δραχμών. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, εκ των οποίων ο πρώτος (Χ1) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "EVALEND SHIPPING CO S.A." και ο δεύτερος εργαζόταν με σχέση προστήσεως με αυτή ως υπεύθυνος του Τμήματος Ασφαλειών των υπό την διαχείριση της εταιρείας πλοίων και των ευθυνών της (εταιρείας) απέναντι προς τρίτους ιδίως ναυλωτές και ιδιοκτήτες φορτίων και είχε σημαίνουσα θέση στην εταιρεία, ασχολήθηκε δε προσωπικά με το άνω ζήτημα που προέκυψε στο πλοίο "M...", στο λιμάνι ... στον ..., αλλά και από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ήταν χωρίς αμφιβολία οι συντάκτες του παρακάτω από 23-11-1994 τέλεξ, το οποίο απέστειλαν από 23-11-1194 και έπειτα, σε όλα τα ναυτιλιακά γραφεία του ..., με το παρακάτω περιεχόμενο: "Προς : Όλα τα ναυτιλιακά γραφεία/ Από : EVALEND SHIPPING/ Σας ενημερώνουμε ότι ο πλοίαρχος Ψ, κάτοχος διπλώματος αρ. .../1977, Μεθ.37806Α, ηλικίας 50 ετών και έχοντας υπηρεσία επί του πλοίου μας περίπου 45 ημερών, ως πλοίαρχος στο λιμάνι ... κάλεσε Coast Guard - νηογνώμονα πλοίου ως και ΙTF καταγγέλοντας ότι το πλοίο είναι αναξιόπλουν αφού προηγουμένως απέκρυψε προδήλως σκόπιμα την ύπαρξη τυπικών και επουσιωδών ελλείψεων του πλοίου και δεν φρόντισε να ενημερώσει σχετικά τον πλοιοκτήτη παρά το ότι είχε ερωτηθεί σχετικώς και τούτο με προμελετημένο σκοπό να ζητήσει επαναπατρισμό για υπαιτιότητα πλοίου, απαίτησε μέσω ΙTF αποζημίωση 7 μισθών (Διάρκεια συμβάσεως του) και έξοδα επαναπατρισμού, προκαλώντας στην εταιρεία προβλήματα, μεγάλη καθυστέρηση πλοίου, μεγάλα έξοδα και προπαντός να τη δυσφημήσει. Λάβετε υπόψη σας, ότι το πλοίο είναι κατασκευής 1982 σε άριστη κατάσταση και είχε προσεγγίσει πρόσφατα σε λιμάνια ... και ..., χωρίς κανένα πρόβλημα. Κατά του άνω πλοιάρχου, θα κατατεθεί σχετική μήνυση για σωρεία αδικημάτων που διέπραξε, εν εκ των οποίων είναι ότι δεν απέδωσε λογαριασμούς πλοιάρχου και παρακράτησε ποσό 10.000 USD που είχε σταλεί για προκαταβολές πληρώματος/ "ΕVΑLEND SHIPPING". Tο περιεχόμενο του ανωτέρω τέλεξ, αποδεικνύεται ψευδές και οι αναιρεσείοντες με αυτό, που το κοινοποίησαν και περιήλθε σε γνώση μεγάλου αριθμού προσώπων του επαγγελματικού κύκλου στον οποίο εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος υποστήριξαν και διέδωσαν αναληθείς ειδήσεις γνωρίζοντες την αναλήθεια αυτών που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον αυτού (αναιρεσιβλήτου) και με την άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους προσέβαλαν την προσωπικότητα του, αφού, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω ο απόπλους του πλοίου "M..." στο λιμάνι ... απαγορεύτηκε αφενός από τη λιμενική αρχή αυτού για τις ανωτέρω σοβαρές παραβάσεις και ελλείψεις που διαπίστωσε κατά τον έλεγχο που διενήργησε την 9-11-1994 και αφετέρου συνεπεία της επιβληθείσης κατασχέσεως δυνάμει της από 8-11-1994 διαταγής του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου του Καναδά, για οφειλόμενα χρέη της άνω πλοιοκτήτριας και διαχειρίστριας εταιρείας του πλοίου, ο δε αναιρεσίβλητος προηγουμένως είχε ενημερώσει τηλεφωνικώς και εγγράφως, την πιο πάνω διαχειρίστρια εταιρεία "ΕVΑLEND SHIPPING CO S.A." του ως άνω πλοίου και περαιτέρω αυτός κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο, ήτοι για όλα τα ανωτέρω σοβαρά προβλήματα που αναφερόντα στην κακή κατάσταση λειτουργίας του πλοίου και τις κακές συνθήκες εργασίας του πληρώματος ενώ επίσης, αφού η πλοιοκτήτρια εταιρεία αρνήθηκε να παραλάβει, ο αναιρεσίβλητος απέστειλε σε αυτή, την 22-11-1994, τον άνω λογαριασμό περιόδου 1-11-1994 έως 12-11-1994, από τον οποίο προέκυπτε ότι το αποσταλέν σε αυτόν ποσό των 9.990 δολλαρίων Η.Π.Α, ο τελευταίος διέθεσε για την πληρωμή δεδουλευμένων μισθών του πληρώματος και του ιδίου και σε οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση συνεπεία της για τον άνω σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεώς του. Ο δεύτερος αναιρεσείων, (Χ2) καταδικάστηκε μάλιστα, σε ποινή φυλάκισης οχτώ (8) μηνών, τελεσιδίκως, με την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο (και εκτιμώμενη ως τεκμήριο) με αριθμό 4180/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, για συκοφαντική δυσφήμηση, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι συνιστούν τα άνω περιστατικά που περιέχονται στο από 23-11-1994 τέλεξ. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο (αναιρεσίβλητος) την 10-1-1995 συνήψε σύμβαση εργασίας με την εταιρεία "INTERNATIONAL MARINE SERVICES LTD (IMS)", προκειμένου να εργασθεί στο πλοίο αυτής "Ζ...", για χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών, αντί αμοιβής 1.400.000 δραχμών μηνιαίως, πλην η πρόσληψη αυτού ματαιώθηκε γιατί περιήλθε σε γνώση της εταιρείας αυτής το άνω τέλεξ, με συνέπεια να απολέσει μισθούς του άνω χρονικού διαστήματος των επτά (7) μηνών συνολικού ποσού 9.800.000 δραχμών (=7 μήνες Χ 1.400.000 δρχ. μηνιαίως), ήδη 28.760,09 ευρώ, που με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από την εταιρεία "ΙΜS", αν δεν μεσολαβούσε η άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και υπέστη για τον λόγο αυτό ισόποση ζημία. Επίσης, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος από την εις βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 14.673,51 ευρώ. Με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 297, 198 και 914 ΑΚ ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της από αυτήν ζημίας του αναιρεσιβλήτου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ίδιο ζήτημα, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις. Ειδικότερα, με την ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης, ότι "ναι μεν οι μάρτυρες του ενάγοντος καταθέτουν ότι αυτός, το ίδιο διάστημα (μέσα Ιανουαρίου έως μέσα Ιουλίου 1995), είχε τη δυνατότητα να εργασθεί ως πλοίαρχος με μηνιαίες αποδοχές 1.100.000 δραχμών στη ναυτιλιακή εταιρία "PALMYRA", όπως έκανε και στο παρελθόν (τα έτη 1984 - 1994), πλην όμως το γεγονός τούτο δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αδικοπραξίας των εναγομένων και ζημίας του ενάγοντος, αφού η αποστολή του τέλεξ των πρώτων στην "IMS" επέφερε στον δεύτερο την απώλεια εργασίας και αποδοχών (υψηλοτέρων κατά 300.000 δραχμές από τις προσφερόμενες από την "PALMYRA", που του προσέφερε η "IMS", δεν παραβίασε το Εφετείο τις παραπάνω διατάξεις, αφού εκ μόνης της παραλείψεως του ζημιωθέντος να αποτρέψει ή περιορίσει τη ζημία του δεν διακόπτεται κατά τα προεκτεθέντα ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά παρέχεται η δυνατότητα στον υπόχρεο να προβάλει την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία "ένας μέσος άνθρωπος, αδικαιολογήτως και μη ευλόγως αρνείται να προσληφθεί σε πρώην εργοδότη του (στον οποίο μάλιστα είχε επί 10ετία εργασθεί και με τον οποίο διατηρούσε πολύ καλή σχέση) με μισθό ελαφρώς μικρότερο εκείνου που τους προσέφερε αρχικώς- και αργότερα υπαναχώρησε - άλλος εργοδότης για την ίδια εργασία (δηλαδή αυτή του πλοιάρχου ποντοπόρου φορτηγού πλοίου), εν όψει μάλιστα του ότι η άρνηση του αυτή θα επέφερε την επί 7μηνο αδυναμία απασχόλησής του και την συνακόλουθη αντίστοιχη περιουσιακή του ζημία", είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως του αν τα ανωτέρω αποτελούν ή όχι διδάγματα της κοινής πείρας, η σχετική αιτίαση αφορά στη μη χρησιμοποίηση διδαγμάτων κοινής πείρας όχι για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σαυτόν (κανόνα δικαίου) των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το Εφετείο, αλλά για την έμμεση απόδειξη και για την εκτίμηση των αποδείξεων.
-Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ προκύπτει ότι όταν στην γέννηση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος ή όταν ο τελευταίος (ζημιωθείς) παρέλειψε να αποτρέψει ή περιορίσει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό για αποκλειστική υπαιτιότητα. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προβάλλεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα συνιστώντα αυτόν πραγματικά περιστατικά και με σχετικό αίτημα (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), μη δυνάμενος να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔικ, με τις οποίες επιβάλλεται η εφαρμογή του συγκεντρωτικού δικονομικού συστήματος, προκύπτει ότι τα μέσα επιθέσεως και άμυνας, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια, όπως είναι και εκείνοι που τείνουν στην κατάλυση του καταγομένου σε δίκη δικαιώματος με την μορφή ενστάσεως κατά της αγωγής, πρέπει με ποινή απαραδέκτου να προτείνονται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αν τηρείται η ήδη καταργηθείσα με το ν. 2915/2001 γνήσια διαδικασία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπου προβλέπονται περισσότερες συζητήσεις, μέχρι το πέρας της πρώτης συζήτησης, που αποτελεί το έσχατο όριο προβολής των επί της ουσίας αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων. Από τις ρυθμίσεις αυτές, σε συνδυασμό και με την παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔικ, που ορίζει ότι η ένσταση πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, συνάγεται ότι για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα η ένσταση πρέπει να έχουν προταθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια. Εάν αυτά έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο Εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται κατ' αρχήν στην απαγόρευση. Εξαίρεση από την απαγόρευση προβλέπεται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 269, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 (έχοντος εφαρμογή ως εκ του χρόνο εκδόσεως τόσο της προσβαλλόμενης, όσο και της πρωτόδικης απόφασης), σε συνδυασμό και με το άνω άρθρο 527 ΚΠολΔικ, πλην άλλων περιπτώσεων και όταν το δικαστήριο κρίνει ότι η ένσταση δεν προβλήθηκε εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία ή αν αποδεικνύεται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο διάδικος πρέπει αν επικαλεσθεί και αποδείξει, με ελεύθερη απόδειξη, ότι η καθυστερημένη προβολή του ισχυρισμού του οφείλεται σε συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος ανταποκρίνεται στην νομική έννοια της δικαιολογημένης αιτίας. Η κρίση δε του δικαστηρίου, ως προς το δικαιολογημένο της καθυστέρησης είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. (ΑΠ 883/2001). Εξάλλου, έγγραφη απόδειξη, κατά την έννοια του άρθρου 269 παρ. 2δ ΚΠολΔ, αποτελεί το δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και όχι η εισηγητική έκθεση ως προς τις περιεχόμενες σε αυτή καταθέσεις μαρτύρων. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης προκύπτει ότι αυτοί προέβαλαν ότι "είναι αναληθές ότι ο ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημία, αφού προφανώς για άλλους λόγους δεν προσλήφθηκε από την εταιρία, αν όντως δεν προσλήφθηκε από καμία". Από δε τις προτάσεις τους της μετ' απόδειξη στον πρώτο βαθμό συζήτησης προκύπτει ότι αυτοί προέβαλλαν ότι "από την κατάθεση της συζύγου του ενάγοντα προκύπτει ότι αυτός αρνήθηκε να προσληφθεί σε πλοίο της εταιρίας ΠΑΛΜΥΡΑ, στα πλοία της οποίας παρείχε επί πολλά έτη τις υπηρεσίες του, με αποτέλεσμα να μην είναι η αποστολή του επίδικου τέλεξ εκείνη που του στέρησε τη δυνατότητα απασχόλησης επί επτάμηνο, αλλά η δική του επιλογή με συνέπεια τη συνδρομή περίπτωσης έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας" και ότι "είναι πασιφανές, ότι τον Ιανουάριο 1995, πριν ή έστω μετά την απόρριψη του από την IMS, ο ενάγων αρνήθηκε να αποδεχθεί την ναυτολόγησή του σε πλοίο της εταιρίας ΠΑΛΜΥΡΑ, όπου συνήθως εργαζόταν, αρνηθείς πρόταση ναυτολογήσεώς του αντί μηνιαίου μισθού, μεταξύ 1.100.000 και 1.200.000 δραχμών". Από την έφεση των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι ίδιοι επανέφεραν τους παραπάνω ισχυρισμούς και προέβαλαν για πρώτη φορά με αυτή, ότι τα προβληθέντα με τους εν λόγω ισχυρισμούς περιστατικά στοιχειοθετούν την ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ για συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου στη ζημία του. Το Εφετείο έκρινε ότι " όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων που υπέβαλαν κατά την πρώτη συζήτηση επί της αγωγής, οι τελευταίοι δεν υπέβαλαν ένσταση, όπως υποστηρίζουν με το δεύτερο λόγο της έφεσης, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος διότι αυτός κατά το επίδικο διάστημα παρέλειψε να εργασθεί στην εταιρία "ΠΑΛΜΥΡΑ" αντί μηνιαίου μισθού 1.200.000 δραχμών, γεγονός που πληροφορήθηκαν κατά το στάδιο των διεξαγωγών, ώστε με τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό να θεμελιώσουν ένσταση από το άρθρο 300 του ΑΚ και να ταχθεί το οικείο θέμα απόδειξης με την ως άνω προδικαστική απόφαση, αλλά ούτε και με τις προτάσεις της μεταγενέστερης μετ' απόδειξη συζήτησης στον πρώτο βαθμό, αλλά και τον παρόντα επικαλούνται με πληρότητα περιστατικά που να δικαιολογούν την μεταγενέστερη δικαιολογημένη προβολή της, αρκούμενη μόνο στην επίκληση ότι πληροφορήθηκαν μεταγενεστέρως τα θεμελιούντα αυτή περισταστικά". Με τους πρώτο (κατά το δεύτερο μέρος του) και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, (όπως εκτιμώνται), υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στο Εφετείο πράγματι οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις ότι Α) παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων 1) περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτών και της παραπάνω ζημίας του αναιρεσιβλήτου, με την απόρριψη από αυτόν (αναιρεσίβλητο) της πρότασης της εταιρίας Παλμύρα να προσφέρει την εργασία του ως πλοίαρχος σε πλοίο της από το μήνα Ιανουάριο 1995 με μηνιαίο μισθό 1.200.000 δρχ. και 2) περί συντρέχοντος, για τον ίδιο λόγο, πταίσματος του αναιρεσιβλήτου στη ζημία του και Β) κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο τον εν λόγω περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό τους, παρότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη (υπό στοιχ. Α1 και 2), διότι το Εφετείο με τις εκτεθείσες παραδοχές του έλαβε υπόψη και απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς δεχθέν ότι οι αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν κατά την πρώτη συζήτηση επί της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε κατά τον προαναφερθέντα τρόπο ο αναιρεσίβλητος, ούτε κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση στον πρώτο βαθμό και στην κατ' έφεση δίκη επικαλέσθηκαν με πληρότητα περιστατικά που να δικαιολογούν τη μεταγενέστερη προβολή του ως άνω ισχυρισμού τους. Και ως προς την δεύτερη αιτίαση διότι, όπως συναφώς αναπτύχθηκε, η ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από τις αποδείξεις, η δε κρίση του Εφετείου, ότι δεν αποτελεί δικαιολογημένη αιτία, μεταγενέστερης προβολής της ένστασης αυτής το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες πληροφορήθηκαν μεταγενέστερα τα θεμελιούντα αυτήν (ένσταση) περιστατικά, εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ η επίκληση προς απόδειξη της εν λόγω ενστάσεως, των περιεχομένων στην υπ' αριθ. 534/2002 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτυρικών καταθέσεων δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, έγγραφη απόδειξη κατά την έννοια του άρθρου 269§2 Κ.Πολ.Δ.
Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η διακριτική ευχέρεια όπως, ύστερα από εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίζοντας συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο. Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί τούτου κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Εξ άλλου, μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι, εκτός των άλλων οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της γενόμενης προσβολής και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών. Περαιτέρω, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρηθώς καθιερωθεί στο άρθρο 25§1 του Συντάγματος, οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο. Έτσι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη, ενώ δεν εφαρμόζεται η αρχή αυτή απ' ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο της συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαίωμα. Αυτό σημαίνει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ.. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης ικανοποιήσεως, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και εντός των πλαισίων που αυτά παρέχουν (Ολ.ΑΠ 6/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση την εκτεθείσα υπαίτια και παράνομη αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας προσδιόρισε σε 14.673.51 Ευρώ. Για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού έλαβε υπόψη την βαρύτητα της προσβολής, την υπαιτιότητα και τον βαθμό της και την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων μερών. Αφού δε η κρίση αυτή του Εφετείου, ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ανωτέρω ποσό, δεν υπόκειται κατά τα προεκτεθέντα στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 14673.51 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ και 25 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι η εκτεθείσα κρίση του για την πρόκληση στον αναιρεσίβλητο ηθικής βλάβης και για τον καθορισμό του ύψους χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται νόμιμης βάσης, είναι αόριστος, γιατί δεν εξειδικεύεται το σχετικό σφάλμα, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών και ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2008 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 5450/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 5195/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ