Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
998/2025 KI-strukturiert

998/2025 — 998/2025 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 998/2025 (AP_998_2025)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 998 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνη...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 998 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνη...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 998/2025

Απόφαση 998 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ζίτσας, Ο.Τ.Α. Α' βαθμού, που εδρεύει στην Ελεούσα Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Πανταζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "Δ. ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Εθνική Οδό Ιωαννίνων - Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 440/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 16-9-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 440/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 29-11-2018 έφεση του εκκαλούντος/αναιρεσείοντος ΟΤΑ κατά της εφεσίβλητης/αναιρεσίβλητης και της υπ'αριθ. 204/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία ο εναγόμενος/αναιρεσείων Ο.Τ.Α υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα/αναιρεσίβλητη το ποσό των 13.554,60 ευρώ νομιμοτόκως για την σ'αυτήν αναφερόμενη αιτία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 18-7-2022, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων στις 16-9-2022 (άρθ. 495, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξεως, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από το νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του, εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, που προβλέπεται στο νόμο, και, γι' αυτό, δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 361/2019, ΑΠ 148/2017, ΑΠ 1819/2012). Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 § 1 ΑΚ, η οποία επανεκκινεί από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ'άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Εξ άλλου, ο ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1-1-2015 ν.4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας -Δημόσιο Λογιστικό) όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ. 1, 141 του ν. 4270/2014 ), τα ακόλουθα: α) Το άρθρο 90 παρ. 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β) το άρθρο 91 εδ. α`: "Επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) αντιστοίχως στα άρθρα 304 εδ. α, β και 276 παρ. 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά των ΟΤΑ παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως. Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Ως δικαστική δε επιδίωξη της αξίωσης νοείται κατ'άρθ. 251 ΑΚ η έλλειψη νομικών λόγων που να καθιστούν τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησης αδύνατη, όπως ορισμένες αναβλητικές ενστάσεις (π.χ. η ένσταση του μη απαιτητού του χρέους προ της οχλήσεως κατ'άρθ. 340 ΑΚ ή προ της παρελεύσεως της δήλης ημέρας κατά την 341 ΑΚ) ή λόγοι που αναφέρονται στο νόμο. Στις απαιτήσεις δε κατά του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α., οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, περιλαμβάνονται τόσο εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία όσο και εκείνες που πηγάζουν από αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1264/2019, ΣτΕ 2748/2017). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α., στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όπως προαναφέρθηκε, και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης, σε καμία περίπτωση ο χρόνος της παραγραφής δεν μπορεί να υπερβαίνει την πενταετία (ΑΠ 1039/2017, ΑΠ 284/2011, ΑΠ 1310/2009, ΣτΕ 2748/2017). Η πενταετής αυτή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 399/2021,ΑΠ 125/2020, 1264/2019, ΑΠ 303/2016), δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 33/1988, ΑΠ 303/2016, ΑΠ 1372/2010, ΑΠ 1310/2009). Η διακοπή δε της παραγραφής των απαιτήσεων αυτών, κατά του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α., επέρχεται μόνο με τους ειδικά προβλεπόμενους στο άρθρο 93 του ως άνω ν. 2362/1995 (και ήδη άρθρο 143 του ν. 4270/2014) τρόπους, μεταξύ των οποίων η υποβολή της υπόθεσης στο Δικαστήριο, με έγερση σχετικής αγωγής, οπότε αρχίζει νέα παραγραφή από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 261 του ΑΚ και 106 και 262 του ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης, κατά του Δημοσίου ή ΟΤΑ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, (ΟλΑΠ 22/2005), ενώ αντίθετα, η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους αναφερόμενους στο άνω άρθρο 93 του ν. 2362/1995 τρόπους, μεταξύ των οποίων και η υποβολή της υπόθεσης στο Δικαστήριο, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να τη λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο (ΑΠ 1310/2009, ΑΠ 281/2009). Βέβαια, η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. τελ. του ν. 2362/95 είναι ότι, για να λάβει το Δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αφενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου παραγραφής, αφετέρου η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το σύνηθες συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 672/2018, ΑΠ 570/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 593/2015, ΑΠ 2203/2014, ΑΠ 1279/2014). Ας σημειωθεί δε ότι, για την, κατά το άρθρο 93 περ. α' του ν. 2362/1995, διακοπή της παραγραφής αξίωσης κατά του Δημοσίου (και Ο.Τ.Α.) (όμοια διάταξη είχε θεσπισθεί με το άρθρο 51 του ν. δ. 496/1974), αρκεί η κατάθεση σχετικού δικογράφου αγωγής στη γραμματεία του δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται και επίδοση αυτής στο αντίδικο Δημόσιο (ή Ο.Τ.Α.). Τέλος, από τη διάταξη του άρθ. 513 ΑΚ προκύπτει ότι κύριες υποχρεώσεις του πωλητή από τη σύμβαση πωλήσεως είναι: α)να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος, β) να παραδώσει αυτό στον αγοραστή, γ)το πράγμα να είναι ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων (νομικά ελαττώματα) και δ)το πράγμα να έχει τις συνομολογημένες ιδιότητες και να μην εμφανίζει πραγματικά ελαττώματα, του δε αγοραστή: α) να καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα και μάλιστα, όπως στο πλαίσιο κάθε αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, να το καταβάλει ταυτόχρονα με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν την προκαταβολή του τιμήματος ή την πίστωσή του και β) να παραλάβει το πράγμα (ΑΠ 1421/2000, ΑΠ 304/1993).

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 578 ΚΠολΔ, "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Εσφαλμένο αιτιολογικό, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 732/2018, ΑΠ 315/2017, AΠ 95/2014). Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.1 (ή, αντιστοίχως, 560 αριθ. 1) του ΚΠολΔ, εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 82/2013). Έτσι, η μη αναφορά του προσήκοντος κανόνα δικαίου ή η αναφορά μη εφαρμοστέων κανόνων και γενικά κάθε ατέλεια στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν θεμελιώνει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, αν η πλημμέλεια αυτή δεν θίγει την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης και δεν αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου της. Αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επάγεται τις έννομες συνέπειες που αυτό δέχθηκε (ΑΠ 1126/2006). Τέλος, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 547/2018).

Ο αναιρεσείων ΟΤΑ με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 48,49, 51 , 53 παρ.3 του ΝΔ 496/1974, ενώ, αφού δέχθηκε ότι η επίδικη έννομη σχέση αφορά αξίωση της αναιρεσίβλητης εταιρίας κατ'αυτού ως ΟΤΑ, εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις των άρθ. 90 επ. του Ν.2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού".

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ομοίως από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 48 επ. του ΝΔ 496/1974, άλλως αυτές των άρθ. 90 επ. του ν. 2362/1995 δεχθέν ότι η πενταετής παραγραφή άρχισε από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη ήτοι με αφετηρία αυτής την 1-11-2011, από 1-1-2012 και συμπληρώθηκε προ της ασκήσεως της αγωγής, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις, θα έκανε δεκτό ότι, εφόσον τα προϊόντα παραδόθηκαν στις 31-12-2010, αυτή ήταν και η ημερομηνία ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής, η οποία έληξε την 31-12-2010 και τούτο ανεξάρτητα του αν υπήρξε πίστωση του τιμήματος, αφού η παραγραφή δεν παρεκτείνεται για κανένα λόγο ει μη μόνον αν συντρέχουν οι στα άρθ. 92 και 93 προβλεπόμενες περιπτώσεις αναστολής ή διακοπής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία στα πλαίσια των εμπορικών δραστηριοτήτων της την 31/12/2010 παρέδωσε στον τέως Δήμο Πασσαρώνος προϊόντα συνολικής αξίας 11.020 ευρώ, στα οποία αναλογούσε για ΦΠΑ 23% το ποσό των 2.534,60 ευρώ, ειδικότερα παρέδωσε α) μία επιγραφή πρόσοψης για το κτίριο Δημαρχείου Ζίτσας 1070 ευρώ, β) μία επιγραφή πρόσοψης για το κτίριο ΔΕ Ζίτσας αξίας 1700 ευρώ, γ) μία επιγραφή πρόσοψης για το κτίριο ΔΕ Εκάλης αξίας 1700 ευρώ, δ) μία επιγραφή πρόσοψης για το κτίριο ΔΕ Μολοσσών αξίας 1760 ευρώ, ε) μία επιγραφή πρόσοψης για το κτίριο ΔΕ Ευρυμένων αξίας 1790 ευρώ και στ) δώδεκα ενημερωτικές πινακίδες οριοθέτησης Δήμου Ζίτσας (χάρτες 100 X 150) συνολικής αξίας 3000 ευρώ, για τα οποία εξέδωσε το επισυναπτόμενο στην αγωγή υπ' αριθμ. ...-2010 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το από 31/12/2010 πρωτόκολλο παραλαβής προμήθειας της Επιτροπής Παραλαβής Προμηθειών του Δήμου Πασσαρώνος, φωτοαντίγραφο του οποίου προσκομίζουν με επίκληση αμφότεροι οι διάδικοι. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2010 απόφαση του τέως Δήμου Πασσαρώνος, ο τελευταίος αναμόρφωσε τον προϋπολογισμό εσόδων-εξόδων οικονομικού έτους 2010 μεταφέροντας, από τον κωδικό ... "Αποθεματικό Κεφάλαιο", πίστωση ύψους 13.500 ευρώ για την δημιουργία νέου κωδικού, ήτοι του ... με τίτλο "Προμήθεια πινακίδων- επιγραφών κτλ. για ανάγκες Καλλικρατικού "Δήμου Ζίτσας" και στην συνέχεια ο τότε Δήμαρχος του Δήμου Πασσαρώνος εξέδωσε το υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2010 έγγραφο με θέμα "Απευθείας ανάθεση προμήθειας πινακίδων", στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται επί λέξει "...σας υποβάλλω μια προσφορά: της Δ. Εκτυπωτική ΑΕ- ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ- 6° χιλ. Ιωαννίνων-Αθηνών, με την οποία μας προσφέρει τις εξής τιμές για τα παρακάτω είδη, παραδοτέα στο Δήμο μας και παρακαλούμε για την γνωμοδότησή σας...", πλην όμως δεν περιέχεται η αναφερόμενη προσφορά, ούτε προκύπτει ότι η ενάγουσα υπέβαλε οποιαδήποτε έγγραφη πρόταση της προς τον τέως Δήμο Πασσαρώνος, που να αφορά την πώληση των επίδικων προϊόντων. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 636/20-12-2010 απόφαση του Δημάρχου, με την οποία αποφασίστηκε η ανάθεση προμήθειας πινακίδων για τα πρώην Δημαρχεία των ΔΕ του νέου Καλλικρατικού Δήμου Ζίτσας στην Δ. ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΕ - ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ - 6° χιλ. Ιωαννίνων-Αθηνών έναντι του ποσού των 13.554,60 ευρώ, την οποία προσκομίζει με επίκληση το εναγόμενο και δυνάμει της ως άνω απόφασης συντάχθηκε και η με αριθμ. πρωτ. ...-2010 σύμβαση προμήθειας πινακίδων με την οποία ο τέως Δήμος Πασσαρώνος ανέθετε στην Δ. ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΑΕ-ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ-6ο χιλ. Ιωαννίνων- Αθηνών την επίδικη προμήθεια προϊόντων, και η οποία φέρει υπογραφή μόνο από τον Δήμαρχο και νόμιμο εκπρόσωπο του τέως Δήμου Πασσαρώνος, ενώ δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε υπογραφή κάτω από τη θέση "Ο ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ". Τα ανωτέρω έγγραφα, που εκδόθηκαν από τον τέως Δήμο Πασσαρώνος, πέραν του γεγονότος ότι δεν αναγράφουν σωστά την επωνυμία της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε ότι δημοσιεύθηκαν ή περιήλθαν με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση της ενάγουσας, ώστε να αποτελούν έγγραφη πρόταση προς την τελευταία για σύναψη της επίδικης σύμβασης, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ανέλαβε να προμηθεύσει τον τέως Δήμο Πασσαρώνος, κατόπιν άτυπης προφορικής συμφωνίας, που καταρτίστηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας και του τότε Δημάρχου του ως άνω Δήμου (βλ. υπ' αριθμ. .../2016 ένορκη βεβαίωση του Δ. Κ., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα).

Συνεπώς, εφόσον δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος είτε για την πρόταση είτε για την αποδοχή της προφορικής πρότασης, παρά το γεγονός ότι εκτελέστηκε κατά τα προφορικώς συμφωνηθέντα, η σύμβαση είναι άκυρη και η ενάγουσα έχει αξιώσεις μόνο κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όσον αφορά την ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης λόγω παρέλευσης πέντε ετών από την 31/12/2010 μέχρι την άσκηση της αγωγής, που παραδεκτά πρότεινε το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, είναι μεν νόμιμη, πλην όμως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση του εκδοθέντος από την ενάγουσα τιμολογίου με ημερομηνία 31/12/2010, προκύπτει ότι η παράδοση των εμπορευμάτων έγινε με πίστωση του τιμήματός τους. Συγκεκριμένα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης στην προσκομισθείσα με επίκληση ένορκη βεβαίωσή του, για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, καθώς αυτός ήταν παρών κατά τις διαπραγματεύσεις του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας με τον Δήμαρχο του τέως Δήμου Πασσαρώνος, για την πώληση των εν λόγω εμπορευμάτων, το τίμημα θα εξοφλούνταν από τον εναγόμενο Δήμο εντός του έτους 2011. Στα παραπάνω συνηγορεί και το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2010 απόφασης του τέως Δήμου Πασσαρώνος, ο τελευταίος αναμόρφωσε τον προϋπολογισμό εσόδων-εξόδων οικονομικού έτους 2010 μεταφέροντας, από τον κωδικό ... "Αποθεματικό Κεφάλαιο", πίστωση ύψους 13.500 ευρώ για την δημιουργία νέου κωδικού, ήτοι του ... με τίτλο "Προμήθεια πινακίδων-επιγραφών κτλ. για ανάγκες Καλλικρατικού "Δήμου Ζίτσας". Επομένως, η παραγραφή της αξίωσης της ενάγουσας δεν εκκίνησε κατά την έκδοση του τιμολογίου την 31/12/2010, διότι τότε το συμφωνηθέν τίμημα δεν ήταν απαιτητό, συνεπώς δεν ήταν δυνατή και η δικαστική επιδίωξή του κατ' άρθρο 251 ΑΚ, χωρίς, περαιτέρω, να ενδιαφέρει η ακριβής συμφωνηθείσα ημερομηνία καταβολής του τιμήματος αφού κατά την διάταξη του άρθρου 253 ΑΚ, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 ΑΚ, όπως η ένδικη, αρχίζει μόλις λήξει το έτος, μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής. Επομένως, εφόσον το τίμημα για τα πωληθέντα από την ενάγουσα προϊόντα θα καταβαλλόταν από το εναγόμενο εντός του έτους 2011 και η παραγραφή της αξίωσής της εκκίνησε την 1/1/2012, δεν συμπληρώθηκαν πέντε έτη έως την επίδοση της υπό κρίση αγωγής την 6/10/2016 (βλ. υπ' αριθμ. ...-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας με έδρα το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, Ε. Σ.). Σε κάθε περίπτωση, δε, το γεγονός, βάσει του οποίου γεννήθηκε η αξίωση της ενάγουσας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω ακυρότητας της επίδικης σύμβαση πώλησης και με βάση αυτό προσδιορίζεται η αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής, είναι η παράδοση στον τέως Δήμο Πασσαρώνος των επίδικων προϊόντων, που συντελέστηκε όπως συνομολογούν οι διάδικοι την 31/12/2010, ωστόσο σύμφωνα με το άρθρο 241 ΑΚ η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης ήταν δυνατή από την επόμενη ημέρα που συντελέστηκε το επίδικο γεγονός, ήτοι εν προκειμένω από την 1/1/2011, συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 49 νδ. 496/1974 (που εξακολουθεί να εφαρμόζεται κατ' άρθρο 11 παρ. 1 ν. 4337/2015), ο χρόνος παραγραφής αυτής άρχιζε από το τέλος του οικονομικού έτους 2011 και δεν συμπληρώθηκαν πέντε έτη (άρθρο 48 νδ. 496/1974), σύμφωνα με το άρθρο 242 ΑΚ, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι την 6/10/2016 (...). Κατά συνέπεια, και συναφώς με τα ανωτέρω αναφερόμενα, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Ζίτσας" να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκατριών χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα λεπτών (13.554,60)". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 90 παρ. 1 και 91 εδ. α του Ν. 2362/1995 και 276 § 2 ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) , οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και απέρριψε την ένσταση παραγραφής που υπέβαλε ο αναιρεσείων ΟΤΑ δεχόμενο, κατά την κύρια αιτιολογία του, ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης κατ'αυτού ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη εντός του 2011 λόγω πιστώσεως του τιμήματος δηλαδή το χρόνο κατά τον οποίο, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος, αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος της ενάγουσας εταιρίας και επομένως η πενταετής παραγραφή άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους 2011 δηλ. την 1-1-2012 και δεν είχε συμπληρωθεί στις 22-9-2016, που κατατέθηκε η κρίσιμη αγωγή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή δε το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ορθό, η υπό του Μονομελούς Πρωτοδικείου εσφαλμένη εφαρμογή των μη εφαρμοστέων διατάξεων των άρθ. 48, 49, 50-53 § 3 νδ. 496/1974 αντικαθίσταται με τις παραπάνω ταυτόσημες εφαρμοστέες και συνεπώς είναι αβάσιμος και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των μη εφαρμοστέων διατάξεων του ν. δ. 496/1974. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ΟΤΑ στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 176 και 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 § 2 ν. 3463/2006 σε συνδ. με άρθρο 285 ν. 3852/2010 (ΑΠ 189/2021) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-9-2022 αίτηση του ΟΤΑ α' βαθμού με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ για την αναίρεση της υπ'αριθ. 440/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ