998/2024 — 998/2024 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 998 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχά...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 998/2024
Απόφαση 998 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 998/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της καλούσας-εκκαλούσας: Λ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Παπαηλίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της καθ'ής η κλήση-εφεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λεωνίδα Θεοδώρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2938/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2019/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 21-10-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 215/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 546/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-8-2021 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 304/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί την 546/2020 απόφαση του Μον.Εφετείου Αθηνών και κρατεί την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σε νέα δικάσιμο, επιμελεία των διαδίκων. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η καλούσα-εκκαλούσα με την από 24-4-2023 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, οι οποίες ορίζουν ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης και στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα, της παρ. 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας, καθώς και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β', προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδ. β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1014/2023, 1794/2022, 1196/2020, 87/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24-4-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ΚΛ 48/25-4-2023) κλήση της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - ενάγουσας νόμιμα φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προς περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση, η από 2-2-2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 669/2015) έφεση αυτής κατά της υπ' αριθ. 2938/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 11-4-2011 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 67472/2165/2011) αγωγής, μετά την έκδοση των υπ' αριθ. 215/2019 και 304/2023 αναιρετικών αποφάσεων του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν, για τους διαλαμβανομένους σ' αυτές και κατωτέρω αναφερόμενους λόγους, οι επί της ένδικης έφεσης εκδοθείσες υπ' αριθ. 2019/2016 και 546/2020, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρατήθηκε δε η υπόθεση (με τη δεύτερη αναιρετική απόφαση) για ουσιαστική εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρα 580 παρ. 3 και 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1β', 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), παραδεκτά δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, εφόσον αναιρέθηκε απόφαση Δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).
Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της, εντός των διαγραφόμενων από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις ορίων (άρθρα 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-4-2011 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, κατά το σχολικό έτος 1994-1995, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου και από την 1-9-2003 αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως καθηγήτρια γαλλικής γλώσσας στα εκπαιδευτήρια της τελευταίας, στο Μαρούσι Αττικής. Ότι το ωράριό της είχε συμφωνηθεί σε έξι ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, όμως η εναγομένη, λόγω των εκπαιδευτικών αναγκών της, την απασχολούσε πολλαπλάσιες ώρες τις οποίες δεν δήλωνε, όπως όφειλε, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να λάβει (η ενάγουσα) διορισμό πλήρους απασχόλησης, τον οποίο δικαιούταν. Ότι για τον λόγο αυτό, αφενός η εξέλιξή της σε μισθολογικά κλιμάκια ανάλογα προς την προϋπηρεσία της καθυστερούσε και αφετέρου η ίδια στερείτο τις αποδοχές που θα ελάμβανε, αν η εναγομένη εκπλήρωνε την εκ του νόμου υποχρέωσή της να προκαλέσει τον διορισμό της με πλήρη απασχόληση. Ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-9-2001 έως 31-3-2011, οι διαφορές μεταξύ των αποδοχών που θα είχε λάβει με διορισμό πλήρους απασχόλησης και αυτών που έλαβε διοριζόμενη με μειωμένο ωράριο ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 101.174,75 ευρώ (όπως τούτο ειδικότερα προσδιορίζεται στην αγωγή). Ότι άλλως δικαιούται το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση (914 ΑΚ), λόγω της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης να την απασχολεί με μειωμένο ωράριο, ενώ για να καλύψει τις ανάγκες της επιχείρησής της, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, προσλάμβανε άλλες, νεότερες καθηγήτριες γαλλικής γλώσσας, καταστρατηγώντας έτσι τις διατάξεις του νόμου που δεν επιτρέπει διδασκαλία με μειωμένο ωράριο και στερώντας αυτήν από την πλήρη απασχόληση με τις αντίστοιχες αποδοχές, άλλως δικαιούται το ποσό τούτο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 επ. ΑΚ). Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, πέραν της προαναφερόμενης διδασκαλίας, απασχολήθηκε για τις ανάγκες της επιχείρησης της εναγομένης επί τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως για τις καθ' υπόδειξη αυτής ή αναγκαίες συνεργασίες ή συνεδριάσεις καθηγητών και για προσωπική ή τηλεφωνική επικοινωνία με τους γονείς των μαθητών, για τις οποίες δικαιούται ως πρόσθετη αμοιβή το ποσό των 28.624,48 ευρώ, άλλως δικαιούται το εν λόγω ποσό ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (914 ΑΚ), άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό 904 επ. ΑΚ). Ότι η απασχόλησή της με μειωμένο ωράριο, εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης παράλειψης της εναγομένης να ενεργήσει τα νόμιμα για τον διορισμό της ως καθηγήτριας πλήρους απασχόλησης, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, η οποία προσέβαλε την προσωπικότητά της και της προξένησε ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας απαιτείται να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ. Με βάση τα περιστατικά αυτά και κατόπιν νόμιμου περιορισμού του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε αναγνωριστικό, ζήτησε να της επιδικαστεί καταψηφιστικά το ποσό των 11.694,69 ευρώ και κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό 11.684,69 ευρώ (που αντιστοιχεί σε διαφορές αποδοχών 3.066,65 ευρώ από 1-9-2007 έως 31-12-2007 και 8.618,04 ευρώ από 1-1-2008 έως 31-8-2008) και αναγνωριστικά το υπόλοιπο ποσό των 138.114,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 2938/2014 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη τόσο κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όσο και κατά την (κύρια ως προς τη χρηματική ικανοποίηση και επικουρική ως προς τα λοιπά κονδύλια) βάση της αδικοπραξίας, και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την κρινόμενη από 2-2-2015 έφεσή της προς το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 2019/2016 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ενάγουσα με την από 21-10-2017 αίτησή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 215/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως προς το απορριπτικό σκέλος της που αφορά την εκ της αδικοπραξίας (κύρια και επικουρική) βάση της αγωγής και δη για τα κεφάλαια της αποζημίωσης ποσού 101.174,75 ευρώ (διαφορές αποδοχών) και της χρηματικής ικανοποίησης, παρέπεμψε δε την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 546/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η εκ της αδικοπραξίας (κύρια και επικουρική) βάση της αγωγής για τα κεφάλαια α) των διαφορών αποδοχών και β) της χρηματικής ικανοποίησης, δίκασε ως προς αυτά την αγωγή και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ενάγουσα με την από 19-8-2021 αίτησή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 304/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κράτησε δε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση και ανέβαλε την έκδοση απόφασης, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου (Β1) επιμελεία των διαδίκων. Ειδικότερα, το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 304/2023 (δεύτερη) αναιρετική απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "... η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί ήταν αντικειμενικά αδύνατος ο διορισμός της ενάγουσας με πλήρες ωράριο. Συγκεκριμένα αναφέρει τέσσερις άλλες καθηγήτριες, τις Ε. Τ., Β. Γ., Δ. Μ. και Μ. Μ., οι οποίες είχαν διορισθεί νωρίτερα με μειωμένο ωράριο, ως και ότι αν υπήρχε δυνατότητα διορισμού με πλήρες ωράριο, οι ώρες αυτές (του πλήρους ωραρίου) θα αποδίδονταν σε άλλες συναδέλφους της, τις Τ. και Γ., ως αρχαιότερες. Όμως δεν αναφέρει τις ώρες του ωρολογίου προγράμματος, τα έτη υπηρεσίας των συναδέλφων της, τις συγκεκριμένες ώρες εργασίας εκάστης, την κατηγορία της συμβάσεώς τους ορισμένου ή αορίστου χρόνου σε σχέση με τη σύμβαση της ενάγουσας, που κατέστη αορίστου χρόνου την 1-10-2003 αντί το 2001, αφού από τότε πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου, κατά τους ισχυρισμούς της στην αγωγή. Ακόμη, δεν έχει λάβει υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί παράνομης πρόσληψης, το έτος 1988, της Ε. Γ. και αύξησης των ωρών διδασκαλίας της εις βάρος της αναιρεσείουσας, όπως και ότι το έτος 2006 προέβη σε επίσημο διορισμό της Α. Ι. με τέσσερις ώρες διδασκαλίας στο Δημοτικό Σχολείο, τις οποίες αύξησε και εν τέλει μετέτρεψε σε πλήρη διορισμό, αρνούμενη παρανόμως και υπαιτίως στην ίδια τον πλήρη διορισμό μετά πλήρων αποδοχών. Λόγω δε των ως άνω παραλείψεων δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τις συνολικές ώρες διδασκαλίας του μαθήματος της γαλλικής γλώσσας κατά τα επίδικα έτη, τις ώρες που παραχωρήθηκαν στην αναιρεσείουσα και στις πιο πάνω συναδέλφους της, ώστε να κριθεί η αρχαιότητα όλων τους. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως...". Κατόπιν αυτών, αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 546/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, κρατήθηκε δε προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση, η οποία ήδη φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 24-4-2023 κλήση της ενάγουσας - εκκαλούσας. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 682/1977 "Περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαιδεύσεως και σχολικών οικοτροφείων", ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης, τα οποία δεν ανήκουν στο Κράτος, αλλά ιδρύονται και συντηρούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στον ίδιο νόμο. Κατά το άρθρο 24 παρ. 2 και 3 του ως άνω νόμου, η σύνθεση του διδακτικού προσωπικού εκάστου γυμνασίου και λυκείου είναι ανάλογη προς το αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμα (παρ. 2). Το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων πρέπει να έχει τα προσόντα που απαιτούνται και για το διδακτικό προσωπικό των δημόσιων σχολείων (παρ. 3). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου νόμου, το όριο των εβδομαδιαίων ωρών διδασκαλίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών πλήρους απασχόλησης είναι το ισχύον εκάστοτε για τους δημόσιους εκπαιδευτικούς των δημόσιων σχολείων, ενώ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 και 4 αυτού, όπως η παρ. 4 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 203 παρ. 3β' του Ν. 4610/2019, εκπαιδευτικοί, οι οποίοι έχουν τα προσόντα που ορίζονται από το νόμο αυτό (682/1977), εγγράφονται στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, η οποία τηρείται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, που συνοδεύεται από τα προβλεπόμενα για τον διορισμό δικαιολογητικά (παρ. 1). Στην επετηρίδα εγγράφονται: Α' πίνακας: Αυτοί που υπηρετούν κατ' αποκλειστικότητα στην ιδιωτική εκπαίδευση και δεν ανήκουν σε μία από τις επόμενες κατηγορίες, καθώς και αυτοί που διαθέτουν τα οριζόμενα από το νόμο αυτό (682/1977) προσόντα διορισμού ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων. Β' πίνακας: Αυτοί που για πρώτη φορά επιθυμούν να διδάξουν στην ιδιωτική εκπαίδευση και μέχρι τη συμπλήρωση διετούς διδακτικής υπηρεσίας, μετά την οποίαν εγγράφονται στον Α' πίνακα. Γ' πίνακας: Οι συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί (δημόσιοι ή ιδιωτικοί) που δεν έχουν υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας τους (παρ. 4). Με το άρθρο 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες αυτών, προέρχεται δε από τους εγγεγραμμένους στους πίνακες της επετηρίδας ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, καθώς και από υπαλλήλους του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, και διορίζεται από τον του οικείο Επιθεωρητή μετά από πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου. Ο ιδιοκτήτης, κατά την επιλογή, δεν δεσμεύεται από τη σειρά εγγραφής στον πίνακα. Τέλος, κατά το άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 2 και 3 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2986/2002 και ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 47 παρ. 15 του Ν. 3848/2010, οι διδάσκοντες στα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαίδευσης εκπαιδευτικοί, τελούν σε σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Β' προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης ή Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του δεύτερου έτους από την πρόσληψή του. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους υπηρεσίας ή κατά τη λήξη της διετίας ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, με καταβολή αποζημίωσης δύο μηνών στον εκπαιδευτικό. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί κατά τα ανωτέρω, ανανεώνεται αυτοδικαίως για τέσσερα ακόμη έτη (παρ. 2). Μετά την πάροδο της τετραετίας η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου (παρ. 3). Με το άρθρο 14 παρ. 1, 13 και 14 εδ. α' του Ν. 1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις", όπως η παρ. 13 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο παρ. Θ υποπαρ. Θ.2.α. περ. 1 του Ν. 4152/2013, ορίζεται ότι "Το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανήκει στους εξής κλάδους κατά κατηγορίες: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΤ.... Κλάδος ΑΤ5 Γαλλικής γλώσσας...." (παρ. 1). "Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται ως εξής:.... ε) Εκπαιδευτικό προσωπικό των κλάδων ΑΤ1 μέχρι ΑΤ 18 ώρες είκοσι μία (21) αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας, ώρες δεκαεννέα (19) αν έχουν από έξι μέχρι δώδεκα έτη υπηρεσίας και ώρες δεκαοκτώ (18) αν έχουν πάνω από δώδεκα έτη υπηρεσίας (παρ. 13). "Διδασκαλία με μειωμένο ωράριο δεν επιτρέπεται, εκτός εάν η συμπλήρωσή του δεν είναι αντικειμενικά δυνατή (παρ. 14 εδ. α'). Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1566/1985, οι οποίες, κατά το άρθρο 62 παρ. 7 αυτού, εφαρμόζονται ανάλογα στις ιδιωτικές σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο εκπαιδευτικό προσωπικό τους, προκύπτουν τα εξής: Για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ισχύει κατ' αρχήν απασχόληση με πλήρες ωράριο διδασκαλίας, αφού διδασκαλία με μειωμένο ωράριο δεν επιτρέπεται παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν η συμπλήρωση πλήρους ωραρίου δεν είναι αντικειμενικά δυνατή. Κατά συνέπεια, ο ιδιοκτήτης του σχολείου, ο οποίος, αν και έχει τη δυνατότητα να απασχολήσει με πλήρες ωράριο διδασκαλίας τον ήδη υπηρετούντα με μειωμένο ωράριο εκπαιδευτικό, παραλείπει να ενεργήσει τα νόμιμα προς την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας, για την έκδοση πράξης διορισμού με πλήρη απασχόληση, ζημιώνει παράνομα τον εργαζόμενο, στο μέτρο που με την παράλειψη αυτή καταβάλλει αποδοχές μειωμένες σε σχέση με εκείνες που ο εκπαιδευτικός θα ελάμβανε αν είχε διοριστεί, με βάση την αρχαιότητα και την προϋπηρεσία του, με πλήρες ωράριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εκατέρωθεν εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση (2938/2013) πρακτικά, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, ειδικώς μνημονευόμενα κατωτέρω ή μη, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις τους, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις υπ' αριθ. 17195/20-9-2013, 17196/20-9-2013 και 17204/3-10-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ. - Μ., τις οποίες η εκκαλούσα - ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις της, έχουν ληφθεί δε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης - εφεσίβλητης κατ' άρθρο 671 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (βλ. υπ' αριθ. 7939 Β'/17-9-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Γκέκα για τις δύο πρώτες και υπ' αριθ. 7949 Β'/30-9-2013 έκθεση επίδοσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή για την τρίτη ένορκη βεβαίωση), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας, εγγεγραμμένη από 4-11-1997 στην επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών, ενώ η έναρξη της συνεργασίας της με την εναγομένη ανάγεται στο έτος 1994. Ειδικότερα, δυνάμει των από 6-9-1994 και 3-10-1994 συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να διδάσκει φροντιστηριακά το μάθημα της γαλλικής γλώσσας α) με την πρώτη σύμβαση στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης επί τέσσερις (4) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1994 - 1995, ήτοι από 6-9-1994 έως 31-8-1995, αντί μηνιαίας αμοιβής 32.000 δραχμών και β) με τη δεύτερη σύμβαση στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1994 - 1995, ήτοι από 3-10-1994 έως 31-5-1995, αντί μηνιαίας αμοιβής 50.000 δραχμών. Ακολούθως, κατόπιν πρότασης της εναγομένης, με την υπ' αριθ. 1/1998 πράξη του Προϊσταμένου της Β' Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Νομαρχίας Αθηνών η ενάγουσα διορίστηκε από 4-11-1997 έως 31-8-1999 ως καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας στο Γυμνάσιο της εναγομένης, για έξι (6) ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, ενώ με την υπ' αριθ. πρωτ. 4078/21-10-1998 απόφαση του ως άνω οργάνου μειώθηκαν οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας της από έξι (6) σε τρεις (3) για το σχολικό έτος 1998 - 1999. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 17/1999 πράξη του Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας η ενάγουσα διορίστηκε για τέσσερα (4) ακόμη σχολικά έτη, ήτοι από 1-9-1999 έως 31-8-2003, ως καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας στο Γυμνάσιο της εναγομένης, για τρεις (3) ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, ενώ με τις υπ' αριθ. 16/2000 και 30/2002 πράξεις και την υπ' αριθ. πρωτ. 4868/2-11-2001 απόφαση του ιδίου ως άνω οργάνου αυξήθηκαν οι ώρες διδασκαλίας της από τρεις (3) σε έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για τα σχολικά έτη 2000 - 2001, 2001 - 2002 και 2002 - 2003, επιπλέον δε, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 16/2000 πράξη εγκρίθηκαν δύο (2) ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως στο Λύκειο της εναγομένης, για το σχολικό έτος 2000 - 2001. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 13/2003 πράξη του Προϊσταμένου της ως άνω Υπηρεσίας, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μετατράπηκε από 1-9-2003 σε αορίστου χρόνου (άρθρο 30 παρ. 2 και 3 του Ν. 682/1977, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο). Έκτοτε και για τα επόμενα σχολικά έτη έως την άσκηση της αγωγής, η ενάγουσα διορίστηκε με αντίστοιχες πράξεις του Προϊσταμένου της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθήνας ως καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας στο ιδιωτικό Γυμνάσιο της εναγομένης για έξι (6) ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως, πλην του σχολικού έτους 2005 - 2006, για το οποίο οι ώρες διδασκαλίας της στο Γυμνάσιο της εναγομένης μειώθηκαν από έξι (6) σε τέσσερις (4) ώρες εβδομαδιαίως δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. 4319/26-10-2005 πράξης του ως άνω οργάνου, με την οποία τροποποιήθηκε η προγενέστερη υπ' αριθ. 4181/29-10-2003 πράξη αυτού. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, παράλληλα με τα ανωτέρω καθήκοντά της ως καθηγήτριας της γαλλικής γλώσσας, απασχολούμενης στο Γυμνάσιο της εναγομένης αρχικά με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και από 1-9-2003 με σύμβαση αορίστου χρόνου, παρείχε τις υπηρεσίες της δυνάμει των ακόλουθων συμβάσεων ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει με την εναγομένη, ήτοι: α) Με την από 10-1-1997 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1996 - 1997, αντί μηνιαίας αμοιβής 53.000 δραχμών. β) Με την από 1-9-1997 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1997 - 1998, αντί μηνιαίας αμοιβής 84.000 δραχμών. γ) Με την από 1-10-1997 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1997 - 1998, αντί μηνιαίας αμοιβής 58.000 δραχμών. δ) Με την από 1-10-1998 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1998 - 1999, αντί μηνιαίας αμοιβής 65.000 δραχμών. ε) Με την από 21-10-1998 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί δύο (2) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1998 - 1999, αντί μηνιαίας αμοιβής 24.000 δραχμών. στ) Με την από 1-9-1999 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1999 - 2000, αντί μηνιαίας αμοιβής 72.000 δραχμών. ζ) Με την από 1-10-1999 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί τέσσερις (4) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 1999 - 2000, αντί μηνιαίας αμοιβής 50.000 δραχμών. η) Με την από 2-10-2000 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2000 - 2001, αντί μηνιαίας αμοιβής 70.000 δραχμών. θ) Με την από 1-9-2000 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2000 - 2001, αντί μηνιαίας αμοιβής 78.000 δραχμών. ι) Με την από 1-9-2001 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2001 - 2002, αντί μηνιαίας αμοιβής 112.000 δραχμών. ια) Με την από 1-9-2002 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2002 - 2003, αντί μηνιαίας αμοιβής 360 ευρώ. ιβ) Με την από 1-9-2004 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2004 - 2005, αντί μηνιαίας αμοιβής 416 ευρώ. ιγ) Με την από 1-9-2005 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2005 - 2006, αντί μηνιαίας αμοιβής 432 ευρώ. ιδ) Με την από 1-9-2006 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2006 - 2007, αντί μηνιαίας αμοιβής 448 ευρώ. ιε) Με την από 1-9-2007 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί δεκατέσσερις (14) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2007 - 2008, αντί μηνιαίας αμοιβής 831,04 ευρώ. ιστ) Με την από 1-12-2007 σύμβαση δίδασκε φροντιστηριακά στους μαθητές των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης το μάθημα της γαλλικής γλώσσας επί έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως για το σχολικό έτος 2007 - 2008, αντί μηνιαίας αμοιβής 356,16 ευρώ. Την ως άνω φροντιστηριακή διδασκαλία παρείχε η ενάγουσα, κατά περίπτωση, στους μαθητές είτε των Εκπαιδευτηρίων είτε του Τμήματος Ελευθέρων Σπουδών της εναγομένης, δυνάμει των προαναφερόμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που κατήρτισε με την τελευταία και παράλληλα με τη διδασκαλία της ως καθηγήτριας ιδιωτικής εκπαίδευσης διορισμένης με σχετική πράξη της αρμόδιας Δ/νσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Συνεπώς, η εν λόγω (φροντιστηριακή) διδασκαλία δεν εμπίπτει στις διατάξεις των νόμων 682/1977 και 1566/1985 και, ως εκ τούτου, δεν προσμετράται για τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη της ενάγουσας, ώστε να γεννάται υποχρέωση της εναγομένης να προβεί σε σχετικές ενέργειες προς την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να εκδοθεί πράξη διορισμού της ενάγουσας ως εκπαιδευτικού με πλήρη απασχόληση. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-9-2001 έως 31-3-2011) η εναγομένη απασχολούσε στο Γυμνάσιο των Εκπαιδευτηρίων της, πλην της ενάγουσας, και τις εξής καθηγήτριες της γαλλικής γλώσσας, όλες αρχαιότερες της ενάγουσας, ήτοι την Ελένη Τ. με χρόνο διορισμού 1-9-1994, τη Β.Γ. με χρόνο διορισμού 17-10-1994, τη Δ. Μ. με χρόνο διορισμού 26-4-1995 και τη Μ. Μ. με χρόνο διορισμού 11-12-1995. Οι τελευταίες απασχολούνταν, επίσης, με μειωμένο ωράριο, κυμαινόμενο από 2 έως 10 ώρες εβδομαδιαίως για την Ελένη Τ., από 4 έως 12 ώρες για τη Βασιλική Γ., από 4 έως 13 ώρες για τη Δ. Μ. και από 6 έως 12 ώρες για τη Μ. Μ. (βλ. επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγομένη προγράμματα υπολογισμού προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη και χορήγησης μισθολογικού κλιμακίου Ν. 3205/2003). Αποδεικνύεται, επίσης, ότι εκάστη των τριών τάξεων του Γυμνασίου της εναγομένης αποτελείται από τέσσερα τμήματα (ήτοι 3 Χ 4 = 12 τμήματα) και οι ώρες διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας σε έκαστο τούτων ανέρχονται σε δύο (2) εβδομαδιαίως και συνολικά (για τα 12 τμήματα) σε είκοσι τέσσερις (24) εβδομαδιαίως, ενώ σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 14 παρ. 1 και 13 του Ν. 1566/1985, όπως η παρ. 13 ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, "Το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανήκει στους εξής κλάδους κατά κατηγορίες: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΤ.... Κλάδος ΑΤ5 Γαλλικής γλώσσας..." (παρ. 1) και "Οι ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας και διεξαγωγής πρακτικών ασκήσεων από το εκπαιδευτικό προσωπικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ορίζονται ως εξής:... ε) Εκπαιδευτικό προσωπικό των κλάδων ΑΤ1 μέχρι ΑΤ 18 ώρες είκοσι μία (21) αν έχουν έως έξι έτη υπηρεσίας, ώρες δεκαεννέα (19) αν έχουν από έξι μέχρι δώδεκα έτη υπηρεσίας και ώρες δεκαοκτώ (18) αν έχουν πάνω από δώδεκα έτη υπηρεσίας (παρ. 13). Κατά συνέπεια, στο Γυμνάσιο της εναγομένης υπήρχε η δυνατότητα πλήρους απασχόλησης μόνον ενός καθηγητή της γαλλικής γλώσσας (για 21, 19 ή 18 ώρες κατά περίπτωση), δεδομένου δε ότι η ενάγουσα ήταν η νεώτερη κατά διορισμό σε σχέση με τις προαναφερθείσες τέσσερις συναδέλφους της, η συμπλήρωση του μειωμένου ωραρίου της, ώστε να απασχολείται με πλήρες ωράριο, δεν ήταν αντικειμενικά δυνατή καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στο Γυμνάσιο της εναγομένης, ως καθηγήτρια της γαλλικής γλώσσας, με μειωμένο ωράριο καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-9-2001 έως 31-3-2011, και τούτο επειδή η απασχόλησή της με πλήρες ωράριο δεν ήταν αντικειμενικά δυνατή για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Κατά συνέπεια, η εναγομένη δεν παρέλειψε να ενεργήσει τα νόμιμα προς την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας, ώστε να εκδοθεί πράξη διορισμού της ενάγουσας με πλήρη απασχόληση και, ως εκ τούτου, δεν προξένησε παράνομα και υπαίτια στην τελευταία περιουσιακή ζημία, συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ των μειωμένων αποδοχών που της κατέβαλλε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εκείνων που θα ελάμβανε, αν είχε διοριστεί με πλήρες ωράριο, ούτε προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της, ώστε να υποστεί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Επομένως, η αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την εκ της αδικοπραξίας (κύρια και επικουρική) βάση της, όσον αφορά τα κεφάλαια της αποζημίωσης ποσού 101.174,75 ευρώ (διαφορές αποδοχών) και της χρηματικής ικανοποίησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2938/2014 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την εν λόγω (κύρια και επικουρική) βάση της, ειδικότερα δε ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης ποσού 101.174,75 ευρώ (διαφορές αποδοχών) και της χρηματικής ικανοποίησης, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 682/1977, 14 παρ. 14 του Ν. 1566/1985, 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, όπως βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα με τον πέμπτο λόγο έφεσης και με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου έφεσης.
Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά την (κύρια και επικουρική) εκ της αδικοπραξίας βάση της και ειδικότερα ως προς τα κεφάλαια της αποζημίωσης ποσού 101.174,75 ευρώ (διαφορές αποδοχών) και της χρηματικής ικανοποίησης, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτά διάταξη περί δικαστικών εξόδων, αφού κρατηθεί δε και δικαστεί η υπόθεση κατά την ίδια έκτασή της (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) από το Δικαστήριο τούτο, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης - εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, θα επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας - ενάγουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 2-2-2015 έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2938/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, καθώς και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.
Δικάζει την από 11-4-2011 αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας - ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης - εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων (3.600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ