998/2021 — 998/2021 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 998 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη ΒλάχοÏ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 998/2021
Απόφαση 998 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Ε. Φ., κατοίκου ... Χανίων,
2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕΕ», που εδρεύει στη … Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα και
3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Α. Π. του Θ., χας Μ. Φ.,
2) Γ. Φ. του Μ.,
3) Θ. Φ. του Μ.,
4) Μ. - Ε. Φ. του Μ.,
5) Ι. Φ. του Σ.,
6) Δ. Φ. του Σ., κατοίκων … Χανίων και
7) Ε. Φ. του Σ., κατοίκου ... Χανίων,
εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πάτση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 07.01.2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι 5ος, 6ος και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.02.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28.06.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1ος και 3η των αναιρεσειόντων και οι 1η, 2ος, 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της.
Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ’ αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΟλΑΠ 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι’ αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ’ αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους. Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις - άρθρο 98 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την με αρ.34/12-7-2019 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι, η αναίρεση κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, Ιωάννη Αρνέλλο, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, η αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (08.01.2021), με αριθμό πινακίου 6, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν από 25.10.2019 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δεύτερη αναιρεσείουσα δηλαδή η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... Α.Ε.Ε., σε αντίθεση με τον πρώτο αναιρεσείοντα Ε. Φ. και την την 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ Α.Ε.Ε.Γ.Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Φωτεινή Κανέτη με δήλωση αρθ. 242 ΚΠολΔ, που παραστάθηκε για τον πρώτο με βάση το υπ’ αρ. .../7-1-2021 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χανίων Ελένης Σγουρομάλλη και για την τρίτη με βάση τα με αρ. .../8-10-2019 και .../16-12-2019 ειδικά πληρεξούσια των συμβολαιογράφων Αθηνών Νικολάου Αναστασάκη και Λαμίας Θεοδώρας Ζάχου Πολιτοπούλου αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον η δεύτερη αναιρεσείουσα ερημοδικεί θεωρείται δικονομικά απούσα. Ωστόσο, δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη η επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης, που είχε γίνει και κατ’ εντολή και της απολειπομένης αναιρεσείουσας (από κοινού με τους λοιπούς) προς τον ανωτέρω δικηγόρο, ο οποίος και για δικό της λογαριασμό είχε επισπεύσει τη συζήτηση της αναίρεσης (βλ. τις παρακάτω αναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Κρήτης Ευαγγέλου Πανηγυράκη) δεν είναι έγκυρη πλέον ως προς την απολειπόμενη αναιρεσείουσα, η οποία δεν προκύπτει ότι έχει χορηγήσει ρητή πληρεξουσιότητα προς τον ως άνω δικηγόρο για την επίσπευση της συζήτησης ούτε ότι έχει κληθεί στην δίκη. Επομένως, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη μεταξύ δεύτερης αναιρεσείουσας και των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την παραπάνω δικάσιμο από την σειρά του οικείου πινακίου εμφανίστηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα, ενώ αυτή (συζήτηση) πρέπει να ματαιωθεί μεταξύ της ίδιας πιο πάνω δεύτερης αναιρεσείουσας και των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί κατά την ίδια παραπάνω δικάσιμο δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν. Διάταξη δικαστικών εξόδων σε βάρος της δεύτερης αναιρεσείουσας δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτή δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013). Στην συνέχεια και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που συνδέει τους αναιρεσείοντες ως ενεχομένους σε ολόκληρο από αδικοπραξία – αυτοκινητικό δυστύχημα, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης, μεταξύ πρώτου και τρίτης αναιρεσειόντων αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου εκ των οποίων οι τέσσερεις πρώτοι, όπως ήδη αναφέρθηκε παραστάθηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο, οι δε λοιποί κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθ. .../12-5-2020, .../12-5-2020 και .../12-5-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Κρήτης, Ευάγγελου Πανηγυράκη ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28.06.2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 34/12-7-2019, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια και των παρισταμένων αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, στους πέμπτο ,έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει και παρά την απουσία τους να προχωρήσει η συζήτηση μεταξύ αυτών και των πρώτου και τρίτης των αναιρεσειόντων.
Η κρινόμενη από 28.06.2019 (αρ. κατ.34/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 80/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 10.02.2015 και με αρ. κατάθεσης ΜΤ146/2015 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι, ως και ο Σ. Φ. στρεφόμενοι κατά των αναιρεσειόντων, ισχυρίστηκαν, ότι την 02.05.2014 ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το με αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης (δεύτερης αναιρεσείουσας) το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη (τρίτη αναιρεσείουσα), προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Μ. Φ., συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης, πάτερα των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, γιού του Σ. Φ. και αδελφού των λοιπών, κατά την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με την με αρ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Μ. Φ. και ζήτησαν, όπως νόμιμα περιόρισαν το αίτημα της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας, σε κάθε έναν από αυτούς, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ως και σε κάθε έναν από τους τέσσερεις πρώτους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως αποζημίωση, να υποχρεωθούν δε να καταβάλουν ο κάθε ένας εις ολόκληρο σε κάθε έναν από τους τέσσερεις πρώτους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το επίσης στην αγωγή αναφερόμενο ποσό. Κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου γνωστοποιήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων ο θάνατος του πέμπτου ενάγοντος Σ. Φ., επελθούσης λόγω αυτού βιαίας διακοπής της δίκης και επανάληψης αυτής κατόπιν δήλωσης του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων ότι οι λοιποί ενάγοντες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος συνεχίζουν την δίκη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ.126/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία η αγωγή έγινε μερικά δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την ένδικη σύγκρουση είναι και οι δύο εμπλακέντες οδηγοί κατά ποσοστό 40 % ο πρώτος αναιρεσείων και κατά ποσοστό 60% ο Μ. Φ..
Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου Κρήτης οι ενάγοντες άσκησαν την από 05.02.2017 και με αρ. κατάθεσης ΕΦ 25/2018 έφεση, ενώ οι εναγόμενοι άσκησαν την από 12.07.2018 και με αρ. κατάθεσης ΕΦ104/2018 έφεση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις δύο πιο πάνω αντίθετες εφέσεις δέχτηκε αυτές ως βάσιμες στην ουσία τους, εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την κρινόμενη αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση και για τις αιτίες που αναφέρονται σε αυτή ποσά, αφού δέχτηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος είναι ο θανών Μ. Φ. κατά ποσοστό 20% και ο πρώτος αναιρεσείων κατά ποσοστό 80%,και με την επισήμανση (α) ότι στη θέση του αποβιώσαντος μετά την άσκηση της αγωγής πέμπτου ενάγοντος, Σ. Φ., υπεισήλθαν κατά την κληρονομική τους μερίδα οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού δηλαδή τα τέκνα του έκτος ,έβδομος και όγδοος εκ των εναγόντων και τα εγγόνια του, τέκνα του προαποβιώσαντος τέκνου του Μ. Φ. δεύτερος, τρίτος και τέταρτη εκ των εναγόντων και όχι η πρώτη ενάγουσα σύζυγος του προαποβιώσαντος τέκνου του (νύφη του,) η οποία δεν διατηρεί έναντι αυτού κληρονομικό δικαίωμα όπως εσφαλμένα δέχτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, (β) ότι το ίδιο δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) εσφαλμένα δεν προσδιόρισε το υπέρ του αρχικά ενάγοντος (θανόντος Σ. Φ.) επιδικαζόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το ποσό αυτό προσδιόρισε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επιδίκασε τούτο στους συνεχίζοντες την δίκη κληρονόμους του θανόντος σε κάθε έναν κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας του.
[III] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
[IV] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στις παραδοχές της δεν ιδρύεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κίνησης της μοτοσυκλέτας στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αριστερά του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου και πράξης ή παράλειψης του πρώτου αναιρεσείοντος ικανής κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και δυνάμενης να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Ότι ειδικότερα το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αφενός της πέδησης, εκτροπής και στην συνέχεια ανατροπής της μοτοσυκλέτας κατά την κίνηση της, όταν εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και βρισκόταν δίπλα στο αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος και αφετέρου πράξης ή παράλειψης του οδηγού του αυτοκινήτου (πρώτου αναιρεσείοντα), ο οποίος είχε ακινητοποιήσει το οδηγούμενο από αυτόν αυτοκίνητο, και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας, αφού τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των διατάξεων των άρθρων 914, 300 και 330 ΑΚ που εφαρμόστηκαν.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914,300 και 330 ΑΚ ως και 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 εδ’ β ,19 παρ. 1 και 2, 21 παρ.1 και 23 ν. 2696/1999. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι:
(α) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η ορατότητα δεν περιορίζετο και ο οδηγός της αμέσως ακολουθούσης το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων μοτοσυκλέτας Θ.Κ. αντιλήφθηκε την ακινητοποίηση του και πραγματοποίησε υπέρβαση αυτού από δεξιά, χωρίς να αιφνιδιαστεί από την κίνηση και ακινητοποίηση του αυτοκινήτου, αντιφατικά στην συνέχεια δέχεται ότι ο Μ. Φ. αιφνιδιάστηκε από την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου καίτοι έπετο της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Θ.Κ. και ευρίσκετο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε μεγαλύτερη απόσταση από το αυτοκίνητο σε σχέση με την πρώτη μοτοσυκλέτα.
(β) ενώ με την πληττόμενη απόφαση γίνεται δεκτό, ότι ο αποβιώσας οδηγός της μοτοσυκλέτας, προκειμένου να αποφύγει το αιφνιδίως εμφανισθέν ενώπιον του σταθερό εμπόδιο του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος και επειδή δεν ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει με τροχοπέδηση την μοτοσυκλέτα του λόγω ταχύτητας μεγαλύτερης του επιτρεπομένου ορίου, επιχείρησε υπέρβαση του αυτοκινήτου, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ελιγμό, που δεν ολοκλήρωσε επιτυχώς, διότι τροχοπέδησε, όταν βρισκόταν δίπλα στο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα την εκτροπή της μοτοσυκλέτας, δεν αναφέρεται στην απόφαση ποια είναι η αιτία που προκάλεσε την τροχοπέδηση της μοτοσυκλέτας, ούτε κρίνεται αυτή (τροχοπέδηση) ως απότοκος του αποφευκτικού ελιγμού. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο καταλήγει σε αντίθετο με τις παραδοχές του πόρισμα δεχόμενο ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατέστη υπαίτιος του ατυχήματος, αν και σύμφωνα με τα παραπάνω δέχεται ότι την αδυναμία ακινητοποίησης της μοτοσυκλέτας προκάλεσε η αυξημένη ταχύτητα αυτής (μοτοσυκλέτας), ότι τελικά ο οδηγός της μοτοσυκλετας απέφυγε το αυτοκίνητο, πραγματοποιώντας τον παραπάνω ελιγμό, η δε τροχοπέδηση και εκτροπή της μοτοσυκλέτας, που είναι μεταγενέστερη του αποφευκτικού ελιγμού δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με πράξη ή παράλειψη του οδηγού του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου.
(γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες παραδοχές, διότι, αν και δέχεται, ότι, λόγω του ότι δεν περιορίζετο η ορατότητα, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας μπορούσε να αντιληφθεί το αυτοκίνητο, στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά, ότι αυτός αιφνιδιάστηκε από την εμφάνιση του αυτοκινήτου, που προηγείτο ως και ότι καίτοι δέχεται ότι αν ο Μ. Φ. οδηγούσε με μικρότερη ταχύτητα θα είχε τον χρόνο να αντιληφθεί το αυτοκίνητο, περαιτέρω αντιφατικά δέχεται ότι το αντιλήφθηκε και το απέφυγε πραγματοποιώντας ελιγμό, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Περαιτέρω, ενώ κατά τις παραδοχές της παροσβαλλομένης απόφασης η μεταγενέστερη του αποφευκτικού ελιγμού απώλεια του ελέγχου της μοτοσυκλέτας οφείλεται στην τροχοπέδηση, η οποία όμως δεν οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του οδηγού του αυτοκινήτου, αφού σχετική παραδοχή δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση), εσφαλμένα κρίνεται υπαίτιος ο πρώτος αναιρεσείων.
(δ) Ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται κυρίως στην αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος επιχείρησε να εκτελέσει ελιγμό με την αλλαγή κατεύθυνσης, χωρίς να μειώσει σταδιακά την ταχύτητα του και να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεση του αυτή, χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει δίχως κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν πίσω του και εν προκειμένω του Μ. Φ., ενόψει του ότι μπορούσε να τον αντιληφθεί, είναι μη νόμιμες και αλυσιτελείς, διότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο και επιχείρησε ορθό και επιτυχή ελιγμό και επομένως η συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος δεν ήτο αμελής, αφού δεν παρακώλυσε τον προαναφερθέντα αποφευκτικό ελιγμό ούτε αιφνιδίασε τον αποβιώσαντα οδηγό.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ.2 και 7 ν.2696/1999 αν και κατά τις παραδοχές της συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους.
[V] Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 80/2019 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Στις 02 Μαΐου 2014 και ώρα 10:00 περίπου ο πρώτος αναγόμενος Ε. Φ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... Α.Ε.Ε.», της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και προστηθείς στην οδήγηση, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «Ευρωπαϊκή Ένωσις Α.Ε.Ε.Γ.Α.» και κινείτο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου (Λεωφόρος Σούδας) με κατεύθυνση από τη Σούδα προς την πόλη των Χανίων. Την ίδια ώρα ο Μ. Φ. οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέττα του και κινείτο επί της ίδιας οδού, ομόρροπα με το αυτοκίνητο του εναγομένου και πιο πίσω από αυτό. Τα δύο οχήματα πλησίαζαν στο σημείο που η οδός Ελευθερίου Βενιζέλου διασταυρώνεται με την οδό 25ης Μαρτίου, στα αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων των διαδίκων. Η οδός Ελευθερίου Βενιζέλου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους στο σημείο που ενδιαφέρει 6,70 μέτρων, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, ενός με κατεύθυνση από τη Σούδα προς τα Χανιά, πλάτους 3,00 μέτρων και του άλλου με κατεύθυνση αντίθετη (από τα Χανιά προς τη Σούδα), πλάτους 3.70 μέτρων. Τα δύο ρεύματα χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία γίνεται διακοπτόμενη στο ύψος της ως άνω διασταύρωσης, ενώ το όριο ταχύτητας είναι το καθοριζόμενο εν γένει για κατοικημένη περιοχή (50 χιλιόμετρα ανά ώρα). Η οδός 25ης Μαρτίου, που είναι επίσης δρόμος διπλής κατεύθυνσης, έχει στο σημείο της συμβολής της με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου πλάτος 9,50 μέτρων. Ο πρώτος εναγόμενος προσέγγιζε τη διασταύρωση με ταχύτητα 44 χιλιομέτρων ανά ώρα. Έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά σε σχέση με την έως τότε πορεία του. να διασχίσει το ρεύμα της οδού Βλ. Βενιζέλου με κατεύθυνση προς τη Σούδα και στη συνέχεια να εισέλθει στην οδό 25ης Μαρτίου, κινήθηκε προς το μέσον της οδού Ελ. Βενιζέλου και ακινητοποίησε το όχημά του υπό γωνία σε σχέση με το διαμήκη άξονα της οδού. ώστε η εμπρόσθια αριστερή του μόδα να βρίσκεται πάνω στις διακεκομμένες γραμμές και αντίστοιχα η εμπρόσθια αριστερή γωνία να έχει εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας, που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα. Ωστόσο, αν και επρόκειτο να αλλάξει κατεύθυνση, δεν μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματος του, αλλά αιφνίδια κινήθηκε αριστερότερα σε σχέση με την έως τότε πορεία του και σταμάτησε το όχημά του. ενώ την πρόθεση του να στρίψει δεν τη γνωστοποίησε εγκαίρως στους υπόλοιπους χρήστες της οδού, καθώς δεν άναψε τους δείκτες κατεύθυνσης (φλας), παρά μόνο αφού είχε ακινητοποιήσει το όχημα του. Έτσι, ο Μ. Φ., που έπετο του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, κινούμενος με τη μοτοσυκλέτα του στο αριστερό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς το Χανιά, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, καθώς λίγο νωρίτερα είχε προσπεράσει άλλο I.X.Ε. αυτοκίνητο, αιφνιδιάστηκε από την απροειδοποίητη ενώπιον του ακινητοποίηση του αυτοκινήτου, προκειμένου δε να αποφύγει την πρόσκρουση με αυτό, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς τη Σούδα) και επιχείρησε την υπέρβασή του. Ωστόσο, ενόψει του ότι η ταχύτητά του ήταν αυξημένη (58 χιλιόμετρα ανά ώρα), παρόλο που είχε επαρκέστατο χώρο να περάσει και δη περί τα 3.00 μέτρα, όταν βρισκόταν στο πλάι περίπου του ακινητοποιημένου οχήματος του πρώτου εναγομένου και πριν φτάσει στο σημείο που η νοητή προέκταση του μέσου άξονα της οδού 25ης Μαρτίου τέμνει την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, τροχοπέδησε απότομα, με αποτέλεσμα να «μπλοκάρει» ο οπίσθιος τροχός της μοτοσυκλέτας του. Στη συνέχεια το δίκυκλο συνέχισε να κινείται ανεξέλεγκτο, ο εμπρόσθιος τροχός του προσέκρουσε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου στο σημείο συμβολής των δύο οδών, ανέβηκε σε, αυτό, ακολούθως προσέκρουσε σε μεταλλική περίφραξη και στον κορμό δέντρου, οπότε ανετράπη στη δεξιά πλευρά του και ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς τη Σούδα, κάθετα στον άξονά του, ο δε οδηγός του εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα, υποστάς σοβαρότατο τραυματισμό, που οδήγησε στο θάνατο του. όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί.
Τα ανωτέρω αποδειχθέντα περί των περιστατικών του ένδικου ατυχήματος προκύπτουν από τα εξής:
Από το οπτικό υλικό κάμερας ασφαλείας επιχείρησης, που στεγάζεται στη συμβολή των οδών Βλ. Βενιζέλου και 25ης Μαρτίου, στα αριστερά σε σχέση με την πορεία των εμπλακέντων οχημάτων, που κατέγραψε το σημείο της οδού έως περίπου 15 μέτρα προ της διασταύρωσης, το οποίο αναλύθηκε από το Τμήμα Τροχαίας Χανίων, προκύπτει ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου ανερχόταν σε 44 χιλιόμετρα ανά ώρα, ήταν δηλαδή εντός των επιτρεπόμενων ορίων Ωστόσο, έως το σημείο που ήταν δυνατή η θέαση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, ήτοι 11,50 περίπου μέτρα προ διασταύρωσης [απόσταση που αποτελεί το υπόλοιπο της αφαίρεσης του μήκους του οχήματος (3,50 μέτρα) από την απόσταση έως τη διασταύρωση (15,00 μέτρα)], ο πρώτος εναγόμενος ούτε είχε μειώσει προοδευτικά την ταχύτητα του οχήματος του, ούτε είχε θέσει σε λειτουργία το δείκτη κατεύθυνσης, προκειμένου να ειδοποιήσει τους λοιπούς χρήστες της οδού περί της πρόθεσης του να αλλάξει κατεύθυνση. Περί αυτού κατέθεσε και ο Θ. Κ. του Δ. εξεταζόμενος τόσο κατά την αστυνομική προανάκριση όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας οδηγούσε δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ομόρροπα των οχημάτων των διαδίκων, μεταξύ του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου και της μοτοσικλέτας του θανόντος και κινείτο στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας, ώστε, παρά την ακινητοποίηση του οχήματος του πρώτου εναγομένου, κατάφερε να διέλθει δεξιότερα αυτού. Όπως κατέθεσε, αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε και μόνο τότε ο οδηγός του άναψε το δείκτη κατεύθυνσης. Από το ίδιο ως άνω οπτικό υλικό διαπιστώθηκε ότι η ταχύτητα του δικύκλου, που οδηγούσε ο Μ. Φ., έως την ώρα που και το δικό του όχημα ήταν ορατό από την κάμερα καταγραφής, δηλαδή 15 περίπου μέτρα προ της διασταύρωσης, ανερχόταν σε 58 χιλιόμετρα ανά ώρα. ήταν δηλαδή μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης στο σημείο εκείνο της οδού. Προκειμένου να αποφύγει το αιφνιδίως εμφανισθέν ενώπιον του σταθερό εμπόδιο του οχήματος του πρώτου εναγομένου και λόγω της αυξημένης ταχύτητας της μοτοσυκλέτας του, ο Μ. Φ. δεν ήταν σε θέση να την ακινητοποιήσει με τροχοπέδηση και έτσι επέλεξε να ενεργήσει υπέρβαση του αυτοκινήτου, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς τη Σούδα), στο οποίο τη στιγμή εκείνη δεν κινείτο κάποιο άλλο όχημα, όπως κατέθεσε και ο ως άνω μάρτυρας. Ωστόσο, δεν ολοκλήρωσε την κίνησή του κινούμενος κατά μήκος της οδού Ελ. Βενιζέλου, αλλά περί τα 6,00 μέτρα προ του ερείσματος του πεζοδρομίου, στη γωνία των οδών Ελ. Βενιζέλου και 25ης Μαρτίου, τροχοπέδησε, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί ο οπίσθιος τροχός της μοτοσυκλέτας του και αυτή να. συνεχίσει ανεξέλεγκτη την πορεία της. όπως ανωτέρω περιγράφηκε. Υποστηρίζουν οι ενάγοντες ότι ο θανών φρέναρε σε σημείο που απέχει από το έρεισμα 2.60 μέτρα, αμφισβητώντας την ακρίβεια της μέτρησης που αναφέρεται στο συνοδεύον την έκθεση αυτοψίας σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Χανίων. Ωστόσο, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους επικαλούνται φωτογραφίες, από τις οποίες όμως δεν αποδεικνύεται η ανακρίβεια της καταγραφής στο σχεδιάγραμμα, αφού δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης που άφησε η μοτοσυκλέττα κατά την κίνησή της. Επίσης, υποστηρίζουν ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν εντός των επιτρεπόμενων ορίων, ανερχόμενη σε 42 έως 48 χιλιόμετρα ανά ώρα, με βάση τους υπολογισμούς που περιέχονται στην υπ' αριθ. 125/2014 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Γ. Τ., στον οποίο απευθύνθηκαν. Ωστόσο, ο ανωτέρω εκκινεί τους υπολογισμούς του από εσφαλμένη βάση και δη λαμβάνοντας ως μία παράμετρο της εξίσωσης για την ανεύρεση της αρχικής ταχύτητας της μοτοσυκλέττας ότι το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης ήταν 2,60 μέτρα, αντί του ορθού 6.00 μέτρα και συνεπώς το συμπέρασμα του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.
Με βάση τα προεκτεθέντα, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται κυρίως στην αμελή οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος επιχείρησε να εκτελέσει ελιγμό με την αλλαγή κατεύθυνσης του οχήματος του. χωρίς να μειώσει σταδιακά την ταχύτητα του χωρίς εγκαίρως να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή. χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, που κινούνταν πίσω του. εν προκειμένω δε του Μ. Φ., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα του, ενόψει και του ότι μπορούσε να τον αντιληφθεί, αφού βρισκόταν σε κοντινή απόσταση πίσω του. σε σημείο που η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιορίζεται. Σημειωτέον ότι οι ενάγοντες υπαινίσσονται πως ο πρώτος εναγόμενος ήταν ανίκανος να οδηγεί, επικαλούνται δε προς τούτο τη με ημερομηνία 26 Αυγούστου 2014 γνωμάτευση του Γ. Γ., νευρολόγου – ψυχιάτρου στο γενικό νοσοκομείο Χανίων «Ο Άγιος Γεώργιος», σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εναγόμενος διαγνώστηκε πάσχων από «MS», ήτοι σκλήρυνση κατά πλάκας, «με αμφοτερόπλευρο ήπια πυραμιδική συνδρομή και ήπιες αισθητικές διαταραχές», σύμφωνα δε με το γνωματεύοντα ιατρό «ως έχει σήμερα η κατάσταση της υγείας του, του επιτρέπει να οδηγεί τροχοφόρο όχημα (αυτοκίνητο)». Την τελευταία αυτή εκτίμηση του γιατρού αμφισβητούν οι ενάγοντες, επικαλούμενοι και προσκομίζοντας προς τούτο την από 05.05.2017 «ιατρική γνωμοδότηση» του Ε. Σ., ιατροδικαστή. Στην εν λόγω γνωμοδότηση (που μάλιστα δόθηκε κατά παράβαση των οριζόμενων από το άρθρο 5 παρ. Ι του ν. 3418/2005 «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας», σύμφωνα με το οποίο «τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά και οι εκδιδόμενες γνωματεύσεις αφορούν αποκλειστικά στο γνωστικό αντικείμενο της ειδικότητας κάθε ιατρού», εν προκειμένω δε ο υπογράφων, που είναι ιατροδικαστής, γνωματεύει επί θεμάτων ειδικότητας νευρολόγου) παρατίθενται γενικές πληροφορίες για την πάθηση, από την οποία φέρεται να πάσχει ο πρώτος εναγόμενος, τις κλινικές εκδηλώσεις της και τις βλάβες που προκαλεί, χωρίς όμως ο γνωμοδοτών να είναι σε θέση να εκφέρει την άποψή του για το συγκεκριμένο ασθενή, τον οποίο δεν έχει εξετάσει και δεν γνωρίζει τον ιατρικό του φάκελο (εξετάσεις, φαρμακευτική αγωγή κλπ). Εξάλλου, η ιατρική γνωμάτευση, που σχολιάζει ο ως άνω γνωμοδοτών, έχει δοθεί σε χρόνο μεταγενέστερο του ένδικου ατυχήματος, χωρίς να μπορεί να καταφαθεί από αυτή ότι τα διαπιστωθέντα από το νευρολόγο ήταν κατάσταση υφιστάμενη και λίγους μήνες νωρίτερα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μέρος της ευθύνης για την πρόκληση του ατυχήματος βαρύνει και το θανόντα Μ. Φ., οδηγό της μοτοσυκλέττας, ο οποίος οδηγούσε με μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητα. Έτσι, εάν αυτός οδηγούσε με την επιτρεπόμενη για το σημείο εκείνο της οδού ταχύτητα, τότε θα είχε το χρόνο και το περιθώριο να αντιληφθεί την ακινητοποίηση του οχήματος του πρώτου εναγομένου ευρισκόμενος σε μεγαλύτερη απόσταση από αυτό, θα είχε δε το χρόνο και το περιθώριο να επιχειρήσει να αποφύγει τη σύγκρουση είτε με τροχοπέδηση, που με ταχύτητα έως τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα θα ήταν αποτελεσματική και ασφαλής, είτε με ελιγμό, όμοιο με αυτόν που επιχείρησε, ο οποίος όμως θα του επέτρεπε να προσπεράσει το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, χωρίς να χάσει τον έλεγχο του δικύκλου.
Υπό τις περιστάσεις αυτές το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) τόσο του πρώτου εναγομένου όσο και του Μ. Φ., καθώς και οι δύο δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη σχετικά με την οδήγηση προσοχή, όπως όφειλαν και από τις περιστάσεις μπορούσαν να καταβάλουν (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ). Έτσι, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά περιγραφέντα, η υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, διενεργώντας αιφνιδίως ελιγμό, χωρίς σταδιακά να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του και χωρίς να γνωστοποιήσει εγκαίρως την πρόθεσή του, έχοντας βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια, υπολογίζοντας την κίνηση και των υπολοίπων χρηστών της οδού, του δε Μ. Φ. στο ότι κινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, περιορίζοντας τη δυνατότητα του να αντιδράσει και να διενεργήσει αποτελεσματικό και ασφαλή αποφευκτικό ελιγμό προ οποιουδήποτε εμποδίου εμφανιζόταν ενώπιον του επί της οδού. Οι ανωτέρω αναφερθείσες παραβάσεις τόσο του πρώτου εναγομένου όσο και του πρώτου ενάγοντος συνδέονται αδιαμφισβήτητα με την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και οδηγούν σε επιμερισμό της υπαιτιότητας αυτών σε ποσοστό 80% για τον πρώτο εναγόμενο και 20% για το θανόντα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης τους πρέπει ως αβάσιμος να απορριφθεί. Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων καθορίζοντας το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος σε 60% και αντίστοιχα του πρώτου εναγομένου σε 40%, κάνοντας εν μέρει δεκτή την περί συνυπαιτιότητας ένσταση (άρθρο 300 ΑΚ) των εναγομένων και επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης των ενάγοντων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση|».
[VI] Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, το ακριβές σημείο κίνησης της μοτοσυκλέτας επί της οδού (κινούμενης ομόρροπα και πιο πίσω από το κινούμενο επί του αυτού ρεύματος πορείας της οδού, αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος), η οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν το ατύχημα χρόνο, ως και η υπαιτιότητα που τους αποδίδεται και συγκεκριμένα:
(α) όσον αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα, ότι αυτός επιχείρησε να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά με την αλλαγή κατεύθυνσης του οχήματος του χωρίς να μειώσει σταδιακά την ταχύτητα του, χωρίς εγκαίρως να καταστήσει γνωστή την πρόθεση του αυτή, χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατεύθυνσης και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού που κινούνταν πίσω του και στην προκειμένη περίπτωση του Μ. Φ., με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αιφνιδιαστεί και να προβεί στον προαναφερθέντα ανεπιτυχή αποφευκτικό ελιγμό που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του.
(β) όσον αφορά στον Μ. Φ. ότι οδηγούσε με μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα. Δηλαδή αναλύονται όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα του περί συνυπαιτιότητας των δύο οδηγών και η οδηγική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος, που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του ατυχήματος. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών αλλά ούτε και της παραθέσεως αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιάσεις τους.
Τούτο δε διότι οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ως αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Συνεπώς, οι δύο πρώτοι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλονται σύμφωνα με τα παραπάνω. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναίρεσης διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 19 παρ.2, και 7 το οποίο ορθά δεν εφαρμόστηκε, αφού η υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα δεν αποδίδεται σε παράβαση των παραπάνω διατάξεων. Επομένως μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ματαιώνει την συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ δεύτερης αναιρεσείουσας και πέμπτου, έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση μεταξύ δεύτερης αναιρεσείουσας και πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων. Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 28.06.2019 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 34/12-7-2019) αίτηση για αναίρεση της 80/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ως προς τους λοιπούς διαδίκους (πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτους).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία
η αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ