998/2019 — 998/2019 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 998 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και ΓεώρÎ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 998/2019
Απόφαση 998 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 998/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Τ. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Δ., 2) Μ. συζύγου Σ. Σ., 3) Ν. Δ. του Μ., 4) Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 5) Α. Ε., 6) Μ. συζύγου Α. Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21941/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2720/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/11/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χριστοδούλου ανέγνωσε την από 31/12/007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Με την από 23-1-2018 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση η πιο κάτω αίτηση αναίρεσης, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τις δικάσιμους της 12-1-2009 και 22-1-2018. Με την κρινόμενη από 5-11-2006 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2720/2006 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 21941/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 25-6-2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε εν μέρει την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή για μικρότερα ποσά. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχ. ΕΙ του αναιρετηρίου), η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση αυτής και εξαφάνισε μερικούς την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο της με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή και κατ' ουσίαν, χωρίς να αιτιολογεί όμως και να διευκρινίζει ποια κεφάλαια της αγωγής αφορά η μερική εξαφάνιση, με αποτέλεσμα να στερείται νόμιμης βάσης για το ζήτημα αυτό και έτσι να μην είναι δυνατή η κρίση για το ποια κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης εξαφανίστηκαν και ποια όχι. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ζήτημα. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 21941/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την αγωγή κατά το αίτημα της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας στην καταβολή αποζημίωσης τόσο για την θετική όσο και για την αποθετική ζημία των αναιρεσιβλήτων. που στηρίζονταν στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994 και περί εντολής του ΑΚ, ακολούθως κατά σαφή τρόπο : α ) απέρριψε ως αόριστη τη βάση της αγωγής από τη σύμβαση εντολής, καθώς επίσης απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το αίτημα αυτής περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας στην καταβολή των αναφερομένων χρηματικών ποσών ως αποθετική ζημία και β) δέχθηκε κατά ένα μέρος της την αγωγή κατά το αίτημα της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας στην καταβολή των αναφερομένων χρηματικών ποσών ως θετική ζημία των αναιρεσιβλήτων κατά τη βάση αυτής που στηριζόταν κατά τα ως άνω στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994.
III. Με την ως άνω διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία αποτελεί παράβαση που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017, ΑΠ 1596/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο (υπό στοιχ. Ε2 του αναιρετηρίου) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ισχυρισμό που είχε προβάλει με λόγο έφεσης και ο οποίος συνίστατο στο ότι θα έπρεπε στην αγωγή να αναφέρονται χωριστά για καθένα από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες όλες οι πράξεις αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών τίτλων ή παραγώγων με λεπτομερή αναφορά στην αξία καθεμίας, στο συγκεκριμένο χρόνο κατάρτισης τους, στην ποσότητα των μετοχών που αγοράστηκαν και πωλήθηκαν, ώστε να διαπιστώνεται η τυχόν ύπαρξη δόλου της αναφερόμενης επενδύτριας εταιρείας. Όμως από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικη αγωγής προκύπτει ότι αυτή, ως προς την επιδικασθείσα κατά τα ως άνω θετική ζημία των αναιρεσιβλήτων, περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου των άρθρων 914, 297, 298 και 8 του ν. 2251/1994 δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια και ειδικότερα επαρκή και σαφή προσδιορισμό των απαιτουμένων γεγονότων, μεταξύ των οποίων και της μείωσης της περιουσίας αυτών ως ζημιωθέντων, χωρίς να απαιτείται και η παράθεση των ως άνω αναφερομένων στοιχείων. Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας της αγωγής και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο ως άνω σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Είναι δυνατόν όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 29/2018, ΑΠ 86/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχ. Ε3 του αναιρετηρίου) προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των άρθρων 914 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα λειτουργώντας ως σύμβουλος επενδυτικών προγραμμάτων είχε τη δυνατότητα άσκησης διαχείρισης και ελέγχου της πορείας της επένδυσης των αναιρεσιβλήτων, την οποία πραγματικά δεν είχε, αφού η ίδια απλώς και μόνο ανέλαβε να υποδείξει στους τελευταίους τη διαχειρίστρια εταιρεία προς επένδυση του κεφαλαίου του χαρτοφυλακίου τους. Με το περιεχόμενο αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτος, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τα έτη 1998, 1999 η εναγομένη-εκκαλούσα παρείχε ανεξάρτητες υπηρεσίες συμβούλου επιχειρήσεων και επενδυτικών προγραμμάτων σε τρίτους με συμφωνημένη αμοιβή, διατηρούσε δε προς τούτο γραφείο στην πόλη της …. Η τελευταία μέσω κοινών γνωστών των ενάγοντων που γνώριζαν τις επαγγελματικές ασχολίες της, τους προσέγγισε και αφού τους ενημέρωσε για το περιεχόμενο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της, πρότεινε σ' αυτούς να της αναθέσουν τη διαχείριση και επένδυση των κεφαλαίων που διέθεταν, μέσω της εδρεύουσας στην πόλη ... εταιρείας, με την επωνυμία ... AG", λόγω του ότι η ίδια, όπως τους ανέφερε, δεν είχε αποκτήσει ακόμη τη σχετική νόμιμη άδεια διαχείρισης κεφαλαίων. Η εναγομένη έχοντας από την αρχή σκοπό να αποσπάσει τα χρήματα των εναγόντων και να τα επενδύσει προς ίδιον προφανώς όφελος, παρέστησε εν γνώσει ψευδώς το έτος 1998 στους πρώτο, δεύτερη, τρίτο, πέμπτο, έκτη των εναγόντων και το έτος 1999 στην τέταρτη ενάγουσα ότι δήθεν θα επένδυε τα χρήματα που έκαστος θα της παρέδιδε ως εξής: ποσοστό 70% του κεφαλαίου σε έντοκους τίτλους σταθερής απόδοσης και το υπόλοιπο 30% σε μετοχές οικονομικά εύρωστων εταιρειών, διαβεβαιώνοντας τους συγχρόνως, ότι με τον τρόπο αυτό επένδυσης τα κεφάλαια τους θα είχαν μεγαλύτερες αποδόσεις έναντι εκείνων που εισέπρατταν ως τόκους από την κατάθεση τους σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου τραπεζών και ότι στη χειρότερη περίπτωση κάθε επενδυμένο κεφάλαιο θα διατηρούνταν σταθερό. Έτσι παρέπεισε τους ενάγοντες να της παραδώσουν τα κεφάλαια τους με προοπτική, όχι αορίστως, της ασφαλούς επένδυσης, κατά τη βούληση της εναγομένης, αλλά της επένδυσης τους σε συγκεκριμένο τομέα του χρηματιστηρίου και είδος μετοχών. Το ότι όντως η εναγομένη παρέστησε στους ενάγοντες ότι αυτή θα επένδυε τα χρήματα τους κατά τον ανωτέρω τρόπο αποδεικνύονται ιδίως από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Δ. Μ., ο οποίος έχει άμεση γνώση και αντίληψη της κατάστασης, καθόσον αυτός συνόδευσε την τέταρτη ενάγουσα στο γραφείο της εναγομένης και άκουσε ο ίδιος τις άνω διαβεβαιώσεις της τελευταίας προς τους υποψηφίους επενδυτές και τον προτεινόμενο άνω τρόπο συντηρητικής επένδυσης των κεφαλαίων, η οποία δεν αναιρείται από την περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Χ. Θ., ο οποίος όσα σχετικά κατέθεσε τα γνωρίζει από διηγήσεις της εναγομένης που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεδομένου ότι δεν επιβεβαιώνονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ακολούθως οι ενάγοντες με την υπόδειξη και την επιμέλεια της εναγομένης υπέγραψαν σειρά εξουσιοδοτήσεων προς την ίδια και τους εκπροσώπους της άνω ελβετικής εταιρείας, ώστε να φροντίσουν για το άνοιγμα λογαριασμών στο όνομα των εναγόντων στην ελβετική τράπεζα ... και τη μεταφορά των κεφαλαίων τους σ? αυτούς, όπως και έγινε. Έκαστος των εναγόντων διέθεσε μέσω των άνω λογαριασμών στην εναγομένη τα εξής χρηματικά ποσά, προκειμένου να τα διαχειρισθεί και επενδύσει δια της ανωτέρω εταιρείας "...": α) οι υπό στοιχεία Ια και 1β από κοινού 182.384,41 ευρώ, β) ο δεύτερος 67.246, 90 ευρώ, γ) η τρίτη 102.258 ευρώ και δ) οι υπό στοιχεία 4α και 4β από κοινού 359.043 ευρώ, προκειμένου αυτή να τα επενδύσει με τον πιο πάνω τρόπο. Όμως αυτή μέσω της άνω αλλοδαπής εταιρείας τοποθέτησε το σύνολο των ανωτέρω χρηματικών ποσών σε διαπραγματεύσιμους τίτλους παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων (παράγωγα), που αποτελούν επενδύσεις υψηλού κινδύνου και απευθύνονται όχι στο μέσο επενδυτή, όπως ήταν οι ενάγοντες, αλλά στον έμπειρο περί τα χρηματοοικονομικά πράγματα, όπως από την αρχή σκόπευε. Το γεγονός αυτό όχι μόνο αθεμίτως απέκρυψε από τους ενάγοντες η εναγομένη, αλλά κάθε τρίμηνο μέχρι και το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2002 διαβεβαίωνε εγγράφως αυτούς με την αποστολή σχετικών επιστολών που έφεραν την υπογραφή της, εν γνώσει του ψεύδους, ότι δήθεν οι επενδύσεις του κεφαλαίου τους παρουσιάζουν θετικά αποτελέσματα, γεγονός που οφείλεται "στο ότι γίνονται κάτω από τη δική της ευθύvη", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην από Αύγουστο 2000 επιστολή της προς τους ενάγοντες. Έτσι, συνεχίσθηκε η παραπλανητική συμπεριφορά της εναγομένης με ψευδείς καθησυχάσεις και διαβεβαιώσεις προς τους ενάγοντες και με την καταβολή χρηματικών ποσών ύψους: α) 91.618,88 ευρώ στους πρώτο και δεύτερη, β) 22.335,40 ευρώ στον τρίτο, γ) 17.759 ευρώ στην τέταρτη ως δήθεν αποδόσεων (κερδών) του επενδυτικού κεφαλαίου τους, ώστε να τους αποτρέψει να διερευνήσουν εάν όντως τα χρήματα τους επενδύθηκαν κατά τον τρόπο που η εναγομένη τους είχε παραστήσει και το ενδεχόμενο αναζήτησης τους. Μόλις κατά μήνα Ιούλιο 2003 οι ενάγοντες διαπίστωσαν μετά από σχετική έρευνα και αφού από τον Ιούνιο 2002 είχε παύσει κάθε ενημέρωση τους σχετικά με την πορεία των επενδύσεων τους ότι τα χρήματα τους η εναγομένη τα είχε επενδύσει σε τίτλους παραγώγων και ότι το κεφάλαιο των υπό στοιχεία Ια και 1β εναγόντων είχε μηδενιστεί από την 27-27-11-2001, από το κεφάλαιο του δεύτερου ενάγοντος απόμεινε υπόλοιπο ύψους 546,23 ευρώ, από το κεφάλαιο της τρίτης ενάγουσας είχε απομείνει υπόλοιπο ύψους 14.691,10 ευρώ και από κεφάλαιο των υπό στοιχεία 4α και 4β εναγόντων είχε απομείνει υπόλοιπο ύψους 1.896 ευρώ. Έτσι, οι συνεχιζόμενες μέχρι το μήνα Ιούνιο 2002 ψευδείς καθησυχάσεις και διαβεβαιώσεις της εναγομένης προς τους ενάγοντες είχαν ως αποτέλεσμα να μην αντιληφθούν οι τελευταίοι τα όσα αυτή σχεδίαζε και να επαυξηθεί η ζημία τους και να ανέλθει: α) στο ποσό των (182.384,41 -91.618,88=) 90.765,53 ευρώ ισομερώς, για τους υπό στοιχεία Ια και 1β ενάγοντες, β) στο ποσό των (67.246,90-22.335,40 - 546,23=) 44.365,27 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, γ) στο ποσό των (102.258-17.729 -14.691,10=) 69.837,90 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα και δ) στο ποσό των (359.043- 1896=) 357.147 ευρώ ισομερώς, για τους υπό στοιχεία 4α και 4β ενάγοντες, ποσά κατά τα οποία μειώθηκε η περιουσία των τελευταίων. Υπάρχει συνεπώς, παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης, εφόσον η ζημία αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά της και ο περί αντιθέτου ισχυρισμός της είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Ο ισχυρισμός της δε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι γνώριζαν την έννοια των παραγώγων, έδωσαν σχετική έγγραφη πληρεξουσιότητα στην εταιρεία "... AG" για επένδυση των κεφαλαίων τους σε μία τέτοιου υψηλού κινδύνου επένδυση, δεν αποδεικνύεται βάσιμος από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν και πρέπει να απορριφθεί. Όπως προαναφέρθηκε οι ενάγοντες παρέδωσαν τα κεφάλαια τους ώστε να επενδυθούν από την εναγομένη σε έντοκους τίτλους σταθερής απόδοσης και μετοχές εύρωστων οικονομικά εταιρειών. Ουδέποτε ήρθαν σε (προσωπικά) επαφή και επικοινωνία με τους νόμιμους εκπροσώπους της άνω αλλοδαπής εταιρείας, τα έγγραφα δε που υπέγραψαν και με τα οποία έδωσαν στην εταιρεία αυτή την εντολή να διαχειρίζεται τα κεφάλαια τους, χωρίς και να περιλαμβάνεται ως όρος ο ανωτέρω τρόπος επένδυσης, ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα, την οποία οι ενάγοντες δεν γνώριζαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κατανοήσουν τους περιλαμβανόμενους δυσνόητους χρηματοοικονομικούς όρους, όπως "...", που αφορά μορφή επένδυσης σε "διαπραγματεύσιμα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης". Ενόψει των εκτεθέντων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την εναγομένη-εκκαλούσα και αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει να καταβάλει : α) στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων ισομερώς το ποσό των 114.024,12 ευρώ, β) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 57.342,68 ευρώ, γ) στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 83.363,7 ευρώ και δ) στους πέμπτο και έκτη των εναγόντων ισομερώς το ποσό των 424.492 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση μερικώς κατά το κεφάλαιο της με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την εναγομένη-εκκαλούσα, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση της αγωγής, να γίνει αυτή κατά ένα μέρος δεκτή και να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει : α) στους υπό στοιχεία Ια και 1β ενάγοντες διαιρετώς, ισομερώς, το ποσό των 90.765,53 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 44.365,27 ευρώ, γ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 69.83790 ευρώ και δ) στους υπό στοιχεία 4α και 4β ενάγοντες διαιρετώς, ισομερώς, το ποσό των 357.147 ευρώ. Τα ποσά αυτά αποτελούν τη θετική ζημία κάθε ενάγοντος, μετά την καταβολή σ' αυτούς, των ποσών που αναφέρθηκαν παραπάνω, ως αποδόσεις των αρχικά επενδυθέντων ποσών". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994 και 386 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα παράνομη συμπεριφορά αυτής, που έχει ως βάση την αξιόποινη πράξη της απάτης, ζημία (θετική) των αναιρεσιβλήτων που συνίσταται στη μείωση της περιουσιακής κατάστασης αυτών, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση από την αναφερόμενη συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσείουσας υφίσταται υπαιτιότητα αυτής και ως εκ τούτου συντρέχει το εν λόγω απαιτούμενο στοιχείο για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτής από τις ως άνω διατάξεις. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα με σκοπό να αποκομίσει ίδιο παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε και μείωσε την περιουσία των αναιρεσιβλήτων κατά τα εκτιθέμενα χρηματικά ποσά με τις αναφερόμενες εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη και παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, η δε συμπεριφορά της αυτή και συγκεκριμένα, ο εν λόγω νόμιμος λόγος ευθύνης βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την αναφερόμενη θετική ζημία των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και πέμπτο (υπό στοιχ. Ε4 και Ε5 του αναιρετηρίου) λόγους αναίρεσης της κατά το πρώτο σκέλος τους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα καθώς και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι κατά το πρώτο σκέλος τους είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ακόμη, η επικαλούμενη στο σημείο αυτό από την αναιρεσείουσα παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επιπλέον, τα πιο πάνω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, είχαν προτείνει νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της αγωγής τους και συνεπώς είναι αβάσιμοι οι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πιο πάνω τέταρτος και πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την 7-2-1019 (μετά τη συζήτηση της υπόθεσης) έγγραφες προτάσεις της, περί παραβίασης με την προσβαλλόμενη απόφαση του καθιερούμενου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, τεκμηρίου αθωότητας από την αναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης, εφόσον αυτές δεν περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο αυτής (αναίρεσης) κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους (αρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-11-2006 αίτηση της Ε. συζ. Τ. Κ., το γένος Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2720/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ