Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
998/2017 KI-strukturiert

998/2017 — 998/2017 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 998/2017 (AP_998_2017)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 998 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη κ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 998 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 998/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη κ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 998/2017

Απόφαση 998 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 998/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λαγγούση, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2388/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4537/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/7/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 6/5/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 εδ. α' του π.δ. 410/1988 ''Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου'', όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3320/2005, ''Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης'', ενώ κατά την παρ. 5 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988 ''Το ποσοστό αποζημίωσης που προβλέπεται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, όπως αυτό κάθε φορά αναπροσαρμόζεται. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από την ισχύ του ν. 993/1979''. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, ''Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κλπ) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου''. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ. 13 του ισχύοντος ν. 3144/2003, προσδιορίσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970, '' Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτού συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου''. Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των Επιχειρήσεως Κοινής Ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχόμενων στους πολίτες υπηρεσιών (Oλ AΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνoϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου ( Oλ ΑΠ 20/2006, ΑΠ 227/2016, 591/2015, 675/2014, 1121/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν.δ. 4/4-9-1935 ''Περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας'', η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον α.ν. 392/1968, ''Οι Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους απολαμβάνουν πάντων των προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ως και το Δημόσιον, ως προς τας αστικάς αυτού σχέσεις, εφόσον δια του παρόντος ή άλλων νόμων δεν ορίζεται άλλως''. Επακολούθησε το ν.δ. 4246/1962 ''περί ενοποιήσεως των σιδηροδρομικών δικτύων του κράτους και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των ΣΕΚ νομοθεσίας'', το οποίο όρισε, με το άρθρο 3 παρ. 8, ότι ''οι ΣΕΚ απολαμβάνουν πάντων των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου...''. Στο άρθρο 10 παρ. 11 του ν.δ. 4246/1962 ορίζεται ότι ''το νομικόν πρόσωπον των ενοποιουμένων σιδηροδρομικών δικτύων της χώρας διέπεται και υπό των διατάξεων του από 4-9-1935 ν.δ/τος περί διοικήσεως των ΣΕΚ και της λοιπής περί των ΣΕΚ νομοθεσίας, ως αύται ίσχυαν μέχρι τούδε, εφόσον δεν καταργούνται ή δεν τροποποιούνται δια του παρόντος''. Η ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του από 4-9-1935 ν.δ/τος για την ισχύ υπέρ των ΣΕΚ των εν λόγω προνομίων και ως προς τις αστικές σχέσεις των ΣΕΚ εξακολούθησε, επομένως, να ισχύει και μετά το ν.δ. 4246/1962, βάσει της διάταξης του άρθρου 10 παρ. 11 αυτού. Με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν.δ. 674/1970 ''Περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος'' ( ΦΕΚ Α' 192) διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των Σ.Ε.Κ., ενώ με τα άρθρο 1 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο ΟΣΕ ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας. Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ανωτέρω ν.δ. ορίζεται ότι ο ΟΣΕ αποτελεί δημόσια επιχείρηση, που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο αυτού, ενώ στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ. 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1116/1972, ορίζεται ότι ο ΟΣΕ από της ιδρύσεώς του αναλαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία ''Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους''(ΣΕΚ), οι υπηρεσίες δε αυτές ''μεθ' όλων των συμπαρομαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον ΟΣΕ, όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος''. Σύμφωνα με την 3/1992 απόφαση της Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο ΟΣΕ, που είναι καθολικός διάδοχος των ΣΕΚ, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και έχει όλα τα προνόμια δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτού σχέσεις. 'Ομως ήδη, με την 23/2004 απόφαση της Ολομέλειας, κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος η επέκταση και στον ΟΣΕ του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, που προβλέπει ότι οφείλονται νόμιμοι τόκοι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, ενώ με την 11/2008 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η επέκταση των προνομίων του Δημοσίου για διετή παραγραφή και στον ΟΣΕ αντίκειται στα άρθρα 4 και 20 του Συντάγματος, σε διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία '' ... ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ'' και το διακριτικό τίτλο ''... ΑΕ'' ιδρύθηκε με βάση τις παρακάτω εξουσιοδοτικές διατάξεις :α) το άρθρο 6 παρ. 2 περ. ε' και στ' του ν.δ. 674/1970, που χορηγεί στον ΟΣΕ το δικαίωμα να ιδρύει εταιρείες με αντικείμενο πάσης φύσεως σιδηροδρομικό έργο, β) το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2671/1998 ''Ρύθμιση θεμάτων ΟΣΕ και άλλες διατάξεις'', που ορίζει ότι ο ΟΣΕ για την εκπλήρωση των σκοπών του μπορεί να ιδρύει θυγατρικές εταιρείες οποιασδήποτε μορφής και να τους εκχωρεί αρμοδιότητές του ή δραστηριότητές του και γ) του άρθρου 5 παρ. 4 του π.δ. 41/2005 ''Περί εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες 91/440/ΕΟΚ και 95/18/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τις Οδηγίες 2001/12/ΕΚ και 2001/13/ΕΚ, αντίστοιχα, και της οδηγίας 2001/14/ΕΚ για την ανάπτυξη των Κοινοτικών Σιδηροδρόμων, τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις...'' , που ορίζει ότι εντός οκτώ (8) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω π.δ., ο ΟΣΕ ΑΕ ιδρύει μία ή περισσότερες ανώνυμες εταιρείες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2366/1995, του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2671/1998 και του κ.ν. 2190/1920, στις οποίες εκχωρούνται τα δικαιώματα παροχής μεταφορικών υπηρεσιών επιβατών και φορτίου. Ακόμη, στις 29-12-2006, βάσει της 39.360/29-12-2006 απόφασης της Νομαρχίας Αθηνών (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 169/9-1-2007), ολοκληρώθηκε η διαδικασία απόσχισης και εισφοράς στην αναιρεσίβλητη του κλάδου ''Διαχείριση και Εκμετάλλευση Σιδηροδρομικής Υποδομής'' από τη μητρική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ''Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος'' . Ακολούθως, στις 13-2-2007, βάσει της 23.797/13-7-2007 απόφασης της Νομαρχίας Αθηνών (ΦEK ΤΑΕ και ΕΠΕ, .../20-7-2007) ολοκληρώθηκε η διαδικασία συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία ...' και το διακριτικό τίτλο ''... ΑΕ'' από την αναιρεσίβλητη εταιρεία. Τέλος, στις 30-12-2008, σύμφωνα με την .../19-12-2008 (ΦΕΚ Β 2602/2008) ''Εταιρικός Μετασχηματισμός Ομίλου ΟΣΕ'' απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών του άρθρου 10 του ν. 3429/2005, δηλαδή των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας - Μεταφορών και Επικοινωνιών, εγκρίθηκε η μεταβίβαση από την ΟΣΕ ΑΕ προς το Ελληνικό Δημόσιο του συνόλου των μετοχών που κατέχει στην εταιρεία ... ΑΕ με το αναγραφόμενο τίμημα και ορίστηκε ότι η εποπτεία επί της ... ΑΕ εξακολουθεί να ασκείται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. Έτσι το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί το μοναδικό μέτοχο της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 3891/2010 ''Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και ......''(ΦΕΚ Α' 188), μεταξύ των αρμοδιοτήτων της ... ΑΕ περιλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών έλξης για τη σιδηροδρομική μεταφορά επιβατών και εμπορευμάτων, η ανάπτυξη, οργάνωση και εκμετάλλευση αστικών, προαστιακών, περιφερειακών, υπεραστικών και διεθνών λεωφορειακών επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών στην αλλοδαπή ή στην ημεδαπή, η παροχή πάσης φύσεως υπηρεσιών διαχείρισης εφοδιαστικής αλυσίδας (logistics), η οργάνωση και λειτουργία εργασιών κατασκευής, επισκευής και συντήρησης τροχαίου υλικού, η ανάπτυξη κάθε άλλης δραστηριότητας που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του μεταφορικού έργου και την άρτια εξυπηρέτηση του κοινού, όπως η παροχή υπηρεσιών τουριστικού χαρακτήρα , η εκτέλεση διαμεταφορικού έργου, η θέση σε λειτουργία και η εκμετάλλευση τηλεπικοινωνιακού δικτύου , η κατασκευή έργων σχετικών με την εκπλήρωση του σκοπού της κλπ. Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ενόψει της φύσεως των παρεχόμενων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της, αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970. Με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου 7 του ν. 3891/2010 ορίσθηκε ότι '' Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 2 περίπτωση στ' του ν.δ. 674/1970, δεν εφαρμόζονται στην ... οι πάσης φύσεως φορολογικές ή άλλου είδους απαλλαγές, ατέλειες και εν γένει προνόμια που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφοι 15 και 17 του ν. 2229/1994 και του άρθρου ένατου παράγραφοι 1, 2, 3 και 5 του ν. 1955/1991'' ( διοικητικές, οικονομικές και δικαστικές ατέλειες, τέλη, φόροι κλπ). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν.3986/2011 ''Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015'' (ΦΕΚ Α' 152), συστάθηκε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ''Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου ΑΕ (ΤΑΙΠΕΔ)''. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 3986/2011, το ΤΑΙΠΕΔ λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Αυτό συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή ως ανώνυμη εταιρεία, με μετοχικό κεφάλαιο που καλύπτεται ολόκληρο από το Ελληνικό Δημόσιο και διαιρείται σε μετοχές μη μεταβιβάσιμες για να αποκτήσει άνευ ανταλλάγματος περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, από την αξιοποίηση των οποίων η κυβέρνηση αναμένει σημαντικά έσοδα. Ανεξαρτήτως, όμως, της φύσεως του Ταμείου αυτού ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αυτό λειτουργεί προδήλως προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και η μεταβίβαση στο ως άνω Ταμείο των περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε μεταβολή στη χρήση ή στον προορισμό αυτών. Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του νόμου 3986/2011, εκδόθηκε η 232/2013 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων ''Μεταφορά μετοχών και δικαιωμάτων ψήφου σε ποσοστό 100 % της ... ''(ΦΕΚ Β' 803/5-4-2013), με την οποία, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μεταβιβάσθηκαν και περιήλθαν χωρίς αντάλλαγμα στο ως άνω Ταμείο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 2.130.434 μετοχές μετά του δικαιώματος ψήφου, κυριότητας του Δημοσίου, οι οποίες (μετοχές) αντιστοιχούν σε ποσοστό 100% επί του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Η τελευταία, επομένως, που ήταν εξαρχής επιχείρηση κοινής ωφέλειας, εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ούτε απέβαλε το χαρακτήρα της αυτόν από τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της στο ΤΑΙΠΕΔ. Επομένως, υπόκειται ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης υπαλλήλων της στο όριο των ανωτέρω νόμων, όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003. Συνέπεια αυτού είναι ότι η αγωγή, με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από το όριο των 15.000 ευρώ, είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1992, πρβλ. Ολ ΑΠ 16, 17 και 18/2007)). Η ύπαρξη του ανωτέρω προνομίου της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι ''Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου'', το οποίο καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 17 και 15/2015, 3/2006).Τέτοιοι λόγοι συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, όπου η ειδική προνομιακή μεταχείριση της ... ΑΕ υπαγορεύεται από τον επιτελούμενο από αυτήν βασικής σημασίας κοινωνικό σκοπό της εκτελέσεως των δια σιδηροδρόμων μεταφορών, εξ αιτίας του οποίου η πολιτεία ενδιαφέρεται άμεσα για την απρόσκοπτη λειτουργία της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, το οποίο μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργατικού αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Τα άρθρο αυτό αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Η αποζημίωση απόλυσης αποτελεί, υπό ευρεία έννοια, αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας και πρέπει να ρυθμίζεται με βάση την αρχή της ισότητας (Ολ ΑΠ 4/2012, ΑΠ 62/2015). Η ύπαρξη του ανωτέρω προνομίου για καταβολή μειωμένης αποζημίωσης απόλυσης στους εργαζόμενους σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των επιχειρήσεων αυτών, όπως η αναιρεσίβλητη, σε σχέση με τους υπαλλήλους των άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από την ανάγκη της προστασίας της περιουσίας των ανωτέρω επιχειρήσεων για την επίτευξη του κοινωφελούς σκοπού τους. Επίσης, το προνόμιο αυτό δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, με το οποίο διασφαλίζεται το δικαίωμα των πολιτών για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, γιατί η διασφάλιση αυτή αναφέρεται στην παρεχόμενη προστασία κατά τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στους νόμους, οι οποίοι εκδίδονται σε αρμονία προς τις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις, εκτέθηκε δε ανωτέρω το σύννομο της ειδικής ρύθμισης για την αναιρεσίβλητη, λόγω του σκοπού και της αποστολής που επιδιώκονται με αυτή. Ακόμη, το ίδιο προνόμιο δεν αντίκειται ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ''Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων''. Με τη διάταξη αυτή, που κατοχυρώνει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου και ο περιορισμός της αξίωσης μέχρις ενός ορισμένου ποσού, προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (πρβλ ΑΕΔ 1 και 2/2012, Ολ ΑΠ 18/2012, 38/2005). Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ορίζεται ότι ''Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος και εντός λογικής προθεσμίας, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...'' .Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ρυθμίζει άλλα θέματα και όχι θέματα όπως το προκείμενο, προς το οποίο είναι άσχετη. Τέλος, κατά το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2462/1997, ''όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια, από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο....για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα''. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων, και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ1/2016, 7/2014, 2/2013, 20/2011).

2. Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε τη διαφορά μεταξύ της κατά το άρθρο 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, οφειλόμενης αποζημίωσης (ύψους 27.820,03 ευρώ) και της καταβληθείσας, ύψους 15.000 ευρώ. Την απόρριψη αυτή στήριξε το Εφετείο στις ακόλουθες παραδοχές : Ότι η εναγόμενη εταιρεία, θυγατρική της ΟΣΕ ΑΕ, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με φύση υπηρεσιών ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση των βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και δη αυτή της μεταφοράς φορτίου και επιβατών και απολαμβάνει τα οικονομικά (όχι τα δικαστικά) προνόμια του Δημοσίου ως προς τις αστικές αυτής σχέσεις και ότι ο εργαζόμενος σε αυτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας ενάγων δικαιούται, μετά την αποχώρησή του από αυτή, την αποζημίωση του άρθρου 55 παρ. 5 του π.δ. 410/1988 ( άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 993/1979), που είναι μικρότερη εκείνης των ν. 435/1976 και 2112/1920, δηλαδή αυτή με τους κατά το ανώτατο όριο αυτής περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 και, συνεπώς, δικαιούται αποζημίωση όχι μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ. Μετά τις παραδοχές αυτές έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης εταιρείας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη με αριθμό 1, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, καθώς και του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 3986/2011 και 7 παρ. 4 του ν. 3891/2010. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 1εδ. α' ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, κρίνοντας αντισυνταγματικές και ανίσχυρες τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, 1 παρ. 1 του νδ. 618/1970 και 55 παρ. 5 του ν.δ. 410/1988, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν αποτελεί πλέον επιχείρηση κοινής ωφέλειας, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 32/1996).Ο λόγος αυτός δεν παρέχεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν προβαίνει σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους ( Ολ ΑΠ 3/1997, 44/1990, ΑΠ 42/2015, 973/2015, 247/2014, 306/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της επέκτασης μόνο των οικονομικών προνομίων του Δημοσίου υπέρ της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναίρεσης στην προκείμενη περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

4. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (Ολ ΑΠ 13/1995). Επομένως, δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1320/2011, 765/2008). Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί ενώ δεν δέχεται, όπως κατά λέξη ιστορείται στην αναίρεση, την επέκταση των δικαστικών και διοικητικών προνομίων του Δημοσίου στην αναιρεσίβλητη, δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο δέχεται περιοριστικά την επέκταση μόνο των οικονομικών προνομίων του Δημοσίου, κατά διαχωρισμό από τα λοιπά, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αντίφαση, ανεξάρτητα από το ότι δεν υφίσταται, αφορά σε απλές αιτιολογίες της απόφασης χωρίς ισχύ διατακτικού και όχι σε διατάξεις του ίδιου του διατακτικού της. 5. Kατά το άρθρο 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.3671/2008 ''Κύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς διατάξεις(πρώην άρθρο 87 της ΣΕΚ)'' (ΦΕΚ Α' 129), ''Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως''. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται ενισχύσεις οι παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, υπό οποιαδήποτε μορφή, ενδέχεται να ευνοήσουν επιχειρήσεις, άμεσα ή έμμεσα ή οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως οικονομικό όφελος, το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει η δικαιούχος επιχείρηση υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Επίσης, η σημασία του ορισμού μιας αγοράς στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων περιορίζεται, κατά πρώτο και κύριο λόγο, στο πλαίσιο του καθορισμού αν συγκεκριμένο μέτρο στρεβλώνει τον ανταγωνισμό ή επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Για να υφίσταται δε ενίσχυση πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 92 παρ. 1 της Συνθήκης, δηλαδή: 1) να πρόκειται για σχετική παρέμβαση εκ μέρους του Κράτους ή μέσω δημόσιων πόρων, 2) η παρέμβαση αυτή να μπορεί να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, 3) η παρέμβαση να χορηγεί ένα πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου και 4) η παρέμβαση να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2007 για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1191/1969 και 1170/1970, ο Κανονισμός αυτός ισχύει, μεταξύ άλλων, για την εθνική και διεθνή παροχή δημοσίων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών, με σιδηροδρομικά ή άλλα μέσα σταθερής τροχιάς. Στο προοίμιο του Κανονισμού αυτού και συγκεκριμένα στην παρ. 5 αναφέρεται ότι πολλές χερσαίες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών, οι οποίες είναι αναγκαίες από άποψη γενικού οικονομικού συμφέροντος, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να διαθέτουν την ευχέρεια να παρεμβαίνουν για να εξασφαλίζεται η παροχή των υπηρεσιών αυτών. Οι μηχανισμοί που μπορούν να χρησιμοποιούνται για να εξασφαλίζεται η παροχή δημόσιων υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών περιλαμβάνουν ιδίως τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων στους φορείς δημόσιων υπηρεσιών, τη χορήγηση οικονομικής αποζημίωσης στους φορείς δημοσίων υπηρεσιών και τον καθορισμό γενικών κανόνων για την εκμετάλλευση των δημοσίων μεταφορών, οι οποίοι πρέπει να ισχύουν για όλους τους φορείς. Στη σκέψη 12 του προοιμίου του ίδιου ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι, από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, δεν έχει σημασία εάν οι δημόσιες υπηρεσίες επιβατικών μεταφορών παρέχονται από δημόσιες ή από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ενώ κατά τη σκέψη 27, η αποζημίωση που χορηγούν οι αρμόδιες αρχές για την κάλυψη του κόστους που συνεπάγεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να υπολογίζεται έτσι ώστε να αποφεύγεται η υπεραντιστάθμιση. Εξάλλου, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τις σκέψεις 87 έως 95 της απόφασης της 24ης Ιουλίου 2003 στην υπόθεση ... (Συλλογή 2003, s. 1-7747 ), έκρινε ότι οι αποζημιώσεις για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστούν πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης (ήδη 107), υπό τον όρο ότι πληρούνται σωρευτικά τέσσερα κριτήρια. Ειδικότερα, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις, οι επιδοτήσεις αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92 παρ. 1 της Συνθήκης, δηλαδή :1) Η δικαιούχος επιχείρηση να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, 2) οι βασικές παράμετροι, βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση, να έχουν προσδιορισθεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια, 3) η αντιστάθμιση να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εξόδων και ενός εύλογου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και 4) Η επιλογή της επιχείρησης, στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περιοχή, να μην πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, το δε επίπεδο της απαραίτητης αντισταθμίσεως να καθορίζεται βάσει αναλύσεως των δαπανών, στις οποίες θα προέβαινε η επιχείρηση με χρηστή διοίκηση και κατάλληλα εξοπλισμένη με μεταφορικά μέσα προς ικανοποίηση των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα και ένα εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 107 παρ. 1 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 87 της ΣΕΚ), επικαλούμενος ότι η αναγνώριση της επέκτασης των οικονομικών προνομίων του Δημοσίου στην αναιρεσίβλητη ... ΑΕ και ειδικότερα η δυνατότητα αυτής να καταβάλει μειωμένη αποζημίωση στους αποχωρούντες υπαλλήλους της αποτελεί παράνομη έμμεση κρατική επιχορήγηση, που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιβαρύνσεων που άλλως θα βάρυναν τον προϋπολογισμό της και μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού και να έχει αντίκτυπο στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, παρέχοντας στην αναιρεσίβλητη ένα πλεονέκτημα έναντι ενδεχόμενων νεοεισερχόμενων στην αγορά εμπορευματικών μεταφορών προσώπων, τα οποία δεν λαμβάνουν κρατική στήριξη. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, καθόσον η επίμαχη ενίσχυση-ελάφρυνση του προϋπολογισμού της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, διότι δεν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, εφόσον η ... ΑΕ είναι δημόσια επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), επιφορτισμένη με την εκπλήρωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, η ανωτέρω ενίσχυση έχει προσδιορισθεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την κάλυψη μέρους των δαπανών που πραγματοποιεί για την εκπλήρωση της υποχρέωσής της για παροχή δημόσιας υπηρεσίας και η ενίσχυση αυτή χορηγείται προς αντιστάθμιση των δαπανών που προκαλούνται από την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεών της. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία όλων αυτών, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 4537/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ