Legislator European & Swiss Legal Corpus
997/2015 AI-structured

997/2015 — 997/2015 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 997/2015 (AP_997_2015)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 997 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημί...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 997 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημί...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 997/2015

Απόφαση 997 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 997/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Κ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Π. Β. και 2)Β. Β. του Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά- Βασίλειο Βελιανίτη .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2243/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4426/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9- 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 24-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 10-9-2013 αιτήσεως του Γ. Π. του Κ. για αναίρεση της υπ’αριθμ. 4426/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. .../28-3-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ευθυμίας ..., η οποία προσκομίζεται από τις επισπεύδουσες την συζήτηση αναιρεσίβλητες, προκύπτει η νόμιμη επίδοση της κρινομένης αιτήσεως προς τον αναιρεσείοντα καθώς και η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού να εμφανισθεί κατά την συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (27-10-2014), μετ’ αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-3-2014 (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 260 του Α.Κ., που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", συνάγεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από τον δανειστή. Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους. Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 Α.Κ., ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή.

Συνεπώς, αρκεί κάθε εκδήλωση του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρά, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφασή του την έφεση της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανακόπτουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Δ. - Π. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" και την πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων και ακυρώθηκε η από 24-9-2007 επιταγή προς πληρωμή της υπ’αριθμ.2648/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Την 1.10.2007 η καθ’ ης η ανακοπή επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά των ανακοπτουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων) κοινοποιώντας σ’ αυτές αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ’ αριθμ.2648/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την εν λόγω διαταγή πληρωμής είχε εκδώσει η εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Κ. Π. & Σία ΕΠΕ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η προαναφερόμενη καθ’ ης, κατά του ήδη αποβιώσαντος..., Π. Β., του οποίου οι ανακόπτουσες είναι θυγατέρες και νόμιμοι κληρονόμοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κάθε μία. Επιπλέον η καθ’ ης κοινοποίησε στις ανακόπτουσες την από 24.9.2007 επιταγή προς πληρωμή για ποσό 8.900,03 € για κάθε μία ανακόπτουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της επιταγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Πριν την επίσπευση της ως άνω αναγκαστικής εκτέλεσης έλαβαν χώρα τα ακόλουθα γεγονότα : α. Με... αίτηση της... δικαιοπαρόχου της καθ’ ης... εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2648/1998 διαταγή πληρωμής..., με βάση επτά συναλλαγματικές, που εξέδωσε η δικαιοπάροχος της καθ’ ης την 10.2.1995...και αποδέχθηκε ο δικαιοπάροχος των ανακοπτουσών..., ποσού 250.000 δραχμών ή 733,67 € κάθε μίας από τις πέντε πρώτες και 200.000 δραχμών ή 586.94 € κάθε μίας από τις δύο τελευταίες, οι οποίες έληγαν την 30.5.1995, 30.6.1995, 30.7.1995, 30.8.1995, 30.9.1995, 30.10.1995 και 30.11.1995 αντίστοιχα. Η εν λόγω διαταγή πληρωμής επέτασσε τον... Π. Β. να καταβάλει στην ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Κ. Π. & Σία ΕΠΕ" το ποσό του 1.650.000 δρχ. ή 4.842,26 €, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα λήξης κάθε συναλλαγματικής, πλέον δικαστικών εξόδων, β. Η ίδια εταιρεία...επέδωσε την επίμαχη διαταγή πληρωμής με την από 27.2.1998 επιταγή προς πληρωμή στον ... Π. Β. για πρώτη φορά την 10.3.1998..., χωρίς ο τελευταίος να ασκήσει... την ανακοπή του άρθρου 632 § 1 ΚΠολΔ. Η πρώτη αυτή επίδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή διέκοψε τη βραχυχρόνια τριετή παραγραφή της αξίωσης από τις συναλλαγματικές, σύμφωνα με το άρθρο 634 § 1 ΚΠολΔ. Από την επόμενη ημέρα της παραπάνω επίδοσης (11.3.1998), άρχισε να διανύεται νέα τριετής παραγραφή (αρθρ. 270 ΑΚ), η οποία συμπληρώθηκε την 11.3.2001..., χωρίς στην ενδιάμεση αυτή χρονική περίοδο (από 11.3.1998 μέχρι 11.3.2001) να λάβει χώρα οποιαδήποτε διακοπή της σχετικής παραγραφής, γ. Αφού συμπληρώθηκε η εν λόγω τριετής παραγραφή της επίδικης αξίωσης, την 30.7.2002 η πιο πάνω, εταιρεία... (δικαιοπάροχος της καθ’ ης) επέδωσε στον...Π. Β. για δεύτερη φορά την ... διαταγή πληρωμής με την από 8.7.2002 επιταγή προς πληρωμή ..., χωρίς εκ νέου ο τελευταίος να ασκήσει εντός της δεκαήμερης προθεσμίας την ανακοπή του άρθρου 633 § 2 ΚΠολΔ, με επακόλουθο η ως άνω διαταγή πληρωμής να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου λόγω επίδοσης της δύο φορές και μη άσκησης κατ’ αυτής ανακοπής. Ωστόσο, μέχρι να παραχθεί το δεδικασμένο είχε ήδη συμπληρωθεί η τριετής παραγραφή της επίμαχης αξίωσης, που έτρεχε από την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής..., πέραν της πλήρους παραγραφής του κεφαλαίου της παραπάνω απαίτησης, έχουν υποπέσει σε παραγραφή και όλες οι λοιπές παρεπόμενες αξιώσεις της καθ’ ης, σύμφωνα με το άρθρο 274 ΑΚ. Επομένως, τόσο η κύρια αξίωση όσο και οι παρεπόμενες αξιώσεις της καθ’ ης έχουν υποπέσει σε παραγραφή, συνακόλουθα δε η ένσταση παραγραφής παραδεκτώς έχει προβληθεί με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εφόσον ως αποσβεστικός λόγος της απαίτησης, που επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και πριν την απόκτηση δύναμης δεδικασμένου, δεν μπορούσε να προταθεί στη δίκη επί της ανακοπής των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ και συνεπώς, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν." Περαιτέρω, καθόσον αφορά τον προβληθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνωρίσεως της αξιώσεως από τον υπόχρεο, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...ο προσθέτως παρεμβαίνων υποστηρίζει τα εξής: " Ο πατέρας των καθ’ ων, Π. Β...., με τον οποίο συνδεόταν, εκτός των επαγγελματικών συναλλαγών, με μακρόχρονη προσωπική φιλία, παραμονές Πρωτοχρονιάς του έτους 2000 (30.12.1999), προσήλθε...στα γραφεία και στην έδρα της δικαιοπαρόχου της καθ’ ης εταιρείας...όπου...τον διαβεβαίωσε ρητά ως διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της, παρουσία του υιού του Χ. Π. του Γ. και των συνεργατών του Λ. Τ. και Σ. Μ...., αφενός μεν ότι αυτός (ο Π. Β.) θα εξοφλήσει οπωσδήποτε και σύντομα... την επίδικη οφειλή του προς την εταιρεία από την επίδικη διαταγή πληρωμής και τις επίδικες συναλλαγματικές, την οποία και ρητά αναγνώρισε έναντι αυτού με την παραπάνω ιδιότητα του, παρακαλώντας αυτόν συγχρόνως...να μην ξανακοινοποιηθεί προς αυτόν η επίδικη Διαταγή Πληρωμής, ώστε να μην "μαθευτεί" το εν λόγω χρέος στην οικογένεια του, επισημαίνοντας σ’ αυτόν...ότι η επίδικη απαίτηση, σε κάθε περίπτωση, δεν διατρέχει τον παραμικρό κίνδυνο, δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης ακινήτου-οικοδομής στις ... Αττικής. Συνεπεία των ανωτέρω πείσθηκε στις ως άνω ρητές διαβεβαιώσεις μην επισπεύδοντας πράγματι εκ νέου για λογαριασμό της εκκαλούσης εταιρείας νέα κοινοποίηση προς αυτόν της επίδικης Διαταγής Πληρωμής, αναμένοντας την εκ μέρους του υποσχεθείσα εκούσια εξόφληση της αναγνωρισθείσης από τον ίδιο επίδικης απαίτησης, που όμως ουδέποτε έλαβε χώρα. Επομένως, με την ως άνω αναγνώριση χρέους εκ μέρους του πατέρα των καθ’ ων επήλθε διακοπή της τριετούς παραγραφής (11.3.1998 - 11.3.2001) και η αξίωση της εκκαλούσης δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή". Ο ως άνω ισχυρισμός της πρόσθετης παρέμβασης για διακοπή της παραγραφής λόγω άτυπης αναγνώρισης χρέους πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, διότι: α. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αναγράφει ο προσθέτως παρεμβαίνων στην...παρέμβαση του δεν τα ανέφερε την 16.12.2008, όταν κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μάρτυρας της καθ’ ης. Ειδικότερα δεν ανέφερε ότι, αα) την 30.12.1999 ο αποβιώσας Π. Β.ς προσήλθε αυτοβούλως στο γραφείο της εταιρείας "Γ. Κ. Π. & Σία ΕΠΕ" και αποδέχθηκε, παρουσία και τρίτων προσώπων, προφορικά την οφειλή του, ύψους 4.842,26 €, από τις επίδικες επτά συναλλαγματικές, που είχε αποδεχθεί, με τη διαβεβαίωση ότι θα τον εξοφλήσει το ταχύτερο, ββ) με τον τρόπο αυτόν τον καθησύχασε και έτσι τον απέτρεψε να επιδώσει στον αποβιώσαντα για δεύτερη φορά την επίμαχη διαταγή πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή ή να προβεί σε άλλη διαδικαστική πράξη, με επακόλουθο να συμπληρωθεί η τριετής παραγραφή, β. Την 30.12.1999 ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν είχε τη διαχείριση της εταιρείας "Γ. Κ. Π. & Σία ΕΠΕ", αφού με την υπ’ αριθμ. .../21.1.1999 πράξη τροποποίησης καταστατικού Ε.Π.Ε. αυτός και η σύζυγος του Μ. Λ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης όλα τα μερίδια τους στον υιό τους Χαράλαμπο Παντελή, συνεπώς ως τρίτος δεν μπορούσε να ήταν αποδέκτης της αναγνώρισης του χρέους, γ. Ο λόγος που επικαλείται ο προσθέτως παρεμβαίνων περί μη νέας κοινοποίησης της διαταγής πληρωμής για να μην "μαθευτεί" το ένδικο χρέος στην οικογένεια του δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη, δοθέντος ότι οι συναλλαγές ενός εργολάβου οικοδομών κατά την άσκηση της δραστηριότητας του δημιουργούν οφειλές και η προμήθεια υλικών γίνεται και επί χρεώσει, ανάλογα δε με τις οικονομικές περιστάσεις μπορεί να έχει αδυναμία εξόφλησης συναλλαγματικών ή πληρωμής επιταγών, γεγονότα συνήθη και γνωστά στην οικογένεια του, τα οποία η τελευταία αποδέχεται και ανέχεται.

Συνεπώς, η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...." Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσείοντος, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, αιτιολογίες ως προς την αβασιμότητα του ισχυρισμού του προσθέτως παρεμβαίνοντος, και ήδη αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνωρίσεως από τον υπόχρεο της ιδίας απαιτήσεως, εις τρόπον ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 260 του Α.Κ., την οποία δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό (αντένσταση) του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως, καθόσον, σύμφωνα με την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του, δεν έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε αυτός για τον θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού του. Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ως προς την απόρριψη του άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση, πρέπει να απορριφθεί να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Γ. Π. του Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4426/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσίοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ