Legislator European & Swiss Legal Corpus
997/2010 AI-structured

997/2010 — 997/2010 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 997/2010 (AP_997_2010)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 997 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάν...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 997 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάν...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 997/2010

Απόφαση 997 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 815/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-4-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό .../8-4-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Τρικάλων ..., αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να την πλήττει αναφορικώς με την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 914 ΑΚ) και της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου (απατηλή), την οποία δεν δέχθηκε ως αποδειχθείσα το Εφετείο και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη τη σχετική αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στην αδικοπραξία (απάτη) του αναιρεσιβλήτου και με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την εξ αυτής προκύψασα ζημία ύψους 8.200 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση ύψους 3.000 για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως που υπέστη από την εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά του.

ΕΠΕΙΔΗ, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτόν συνδρομής περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασαφείας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω δήλωση, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση σε αυτό θα κριθεί αν ήταν ή όχι εφαρμοστέοι οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες.

Εν προκειμένω, με το 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δή ότι, κατά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, δεν προέβη σε ερμηνεία των περιεχομένων στην από 8.7.2003 εξώδικο έγγραφο του αναιρεσείοντος δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε στην παραδοχή της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ανελέγκτως έκρινε ότι δεν υπήρξε, ούτε και εμμέσως συναγόμενο κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων και έτσι ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την κύρια βάση της αγωγής εκ της αδικοπραξίας, δεχθέν ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι κατάρτισαν την 30.4.2003 στον ... εγγράφως σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων που είναι δικηγόρος Αθηνών ανέθεσε στον εναγόμενο που είναι ξυλουργός στα ... την αποπεράτωση των ξύλινων μερών μίας κουζίνας στο εξοχικό του σπίτι στον ... αντί αμοιβής 1.634.000 δρχ. Την κουζίνα αυτή είχε αναθέσει ο ενάγων προηγουμένως σε άλλον κατασκευαστή (τον ΑΑ), ο οποίος την άφησε ημιτελή και ο ενάγων - στράφηκε κατ' αυτού δικαστικά. Ενόψει λοιπόν τη ένδικης σύμβασης έργου, ο ενάγων προκατέβαλε στον εναγόμενο έναντι του τιμήματος 500.000 δρχ. Παρότι ο εναγόμενος άρχισε την κατασκευή των αναγκαίων ξύλινων κουφωμάτων στο εργαστήριο του, ουδέποτε ολοκλήρωσε το έργο και φυσικά δεν το παρέδωσε. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η υπερημερία του οφείλεται στο ότι δέχθηκε από τον προηγούμενο κατασκευαστή ΑΑ, με το οποίο ο ενάγων τελούσε σε οξεία αντιδικία, σφοδρές και σοβαρές απειλές για τη ζωή και την περιουσία του, εξ αιτίας των οποίων αναγκάσθηκε να αφήσει το έργο ανεκτέλεστο, παρότι είχε προμηθευτεί με δικές του δαπάνες την αναγκαία πρώτη ύλη. Τα ανωτέρω βέβαια δεν επιβεβαιώθηκαν από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Ωστόσο, ούτε και οι αγωγικοί ισχυρισμοί (ότι ο εναγόμενος απαρχής δεν είχε σκοπό να εκτελέσει το έργο, αλλά είχε προειλημμένη την απόφαση να το εγκαταλείψει και να ιδιοποιηθεί το ποσό των 500.000 δρχ. που έλαβε ως προκαταβολή) επιβεβαιώθηκαν από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Ο ενάγων δεν εξέτασε κανένα μάρτυρα και τα μόνα έγγραφα που προσκομίζει είναι α) η έγγραφη σύμβαση έργου, η β) απόδειξη καταθέσεως της προκαταβολής (πράγματα που δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο) και γ) η από 8.7.2003 εξώδικη διαμαρτυρία του προς τον εναγόμενο, στην οποία όμως δεν κάνει λόγο περί απάτης, παραπονούμενος μόνο για την αντισυμβατική στάση του εναγομένου". Ακολούθως, το Εφετείο δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε η διάπραξη εκ μέρους του εναγομένου απάτης σε βάρος του ενάγοντος, απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη. Με τις διαπιστώσεις του αυτές, το Εφετείο κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και επομένως ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη επιβραδύνει την εκτέλεση του έργου με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την σύμβαση χωρίς να περιμένει το χρόνο της παραδόσεως του έργου. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 686, 387, 389 και 390 ΑΚ προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, με την κατά τη διάταξη αυτή δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μισθώσεως έργου, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της καταρτίσεώς της (ex tunk), η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, με την οποία ο εργοδότης ζητεί κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού την απόδοση από τον εργολάβο της αμοιβής που του προκατέβαλε, είναι η υπαναχώρηση από την σύμβαση, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη. Εξάλλου, το ορισμένο ή το αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονται σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. Ια ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπάρκεια ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής συνιστά έλλειψη της, με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης, προδικασίας η οποία ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της 3.9.2003 αγωγής του αναιρεσείοντος, κατά του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι, με αυτή και κατά την επικουρική της βάση, ο ενάγων ζήτησε η δοθείσα στον εναγόμενο προκαταβολή τιμήματος, για την εκτέλεση του έργου που του ανέθεσε (κατασκευή ξύλινων μερών μιας κουζίνας), να του αποδοθεί κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικαλούμενος υπερημερία του τελευταίου και αποστολή σ' αυτόν της από 8.7.2003 εξώδικης διαμαρτυρίας, με την οποία του έταξε προθεσμία για να εκτελέσει το έργο και του δήλωσε ότι αν περνούσε άπρακτη αυτή "θα τον κήρυττε έκπτωτο". Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή είναι αόριστη, αφού στο δικόγραφό της δεν αναφέρει ο ενάγων ότι υπαναχώρησε από την κρίσιμη σύμβαση έργου, ώστε να διαλυθεί αυτή και να υποχρεούται ο εναγόμενος να του αποδώσει το ποσό που έλαβε ως προκαταβολή τιμήματος, σε καμιά δε περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπαναχώρηση αυτού η άνω δήλωσή του. Ως εκ τούτου, το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε κατά την επικουρική της βάση την αγωγή ως αόριστη, δεν προέβη σε παράνομο κήρυξη απαραδέκτου. Επομένως, ο υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στη διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ ο 2ος λόγος εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι απέρριψε την άνω αγωγή κατά την κύρια βάση της (αδικοπραξία) ως ουσία αβάσιμη χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, ως προς την αλήθεια των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών γεγονότων, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και δή από την κατάθεση του μάρτυρα και από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά υπέρ του βασίμου ή αβασίμου της αγωγής ή ενστάσεως. Επομένως, ο 2ος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά με το ουσία βάσιμο της αγωγής του κατά την κύρια βάση της, καθώς και τα προς τούτο επιχειρήματά του, είναι απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ η θεμελίωση του αναιρετικού λόγου εκ του αριθ.. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το ουσιαστικό δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

Συνεπώς, ο 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο μέρος του εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αναφορικώς με την απόρριψη ως αόριστης της αγωγής ως προς την επικουρική της βάση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 8-7-2003 εξώδικης διαμαρτυρίας πρόσκλησης - δήλωσης που απέστειλε ο αναιρεσείων προς τον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου εκ των αριθ. 11 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις αυτές, χωρίς να καθορίζονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για κάθε πλημμέλεια κατά τα άρθρα 118 αριθ.4, 559 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 815/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ