Legislator European & Swiss Legal Corpus
997/2008 AI-structured

997/2008 — 997/2008 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 997/2008 (AP_997_2008)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 997 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη ΣπίτσÎ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 997 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 997/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη ΣπίτσÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 997/2008

Απόφαση 997 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 997/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: Εταιρειών 1.ΛΟΝΓΚΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ υπό εκκαθάριση, 2. ...... Ναυτιλιακή ΕΠΕ, 3.ΓΟΥΟΤΕΡΛΑΪΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και 4. ΜΠΛΟΥΛΑΪΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που εδρεύουν όλες στον Πειραιά και εκπροσωπούνται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ" που εδρεύει στον .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Νικολακέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-1992 αγωγή και 6-4-1992 συμπληρωματική αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 452/1998 του ίδιου Δικαστηρίου 207/1999 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της αποφάσεως ζήτησαν αναιρεσείουσες με την από 12-5-1999 αίτησή τους και τους από 16-2-2000 πρόσθετους λόγους.

Εκδόθηκε η 366/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς. Το Εφετείο εξέδωσε την 430/2006 απόφαση του την αναίρεση της οποία ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-1-2007 αναίρεση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 11-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 237 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με τον ν. 2915/2001, και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 22 του ν. 2915/2001, εφόσον η πρώτη επί της αγωγής συζήτηση είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 18-2-1992, προκύπτει ότι ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν, το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης, προτάσεις, επί των οποίων ο γραμματέας σημειώνει τη χρονολογία κατάθεσης και μαζί με τις προτάσεις να καταθέσουν όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές. Έτσι, η κατάθεση των προτάσεων και η προσκομιδή των σ' αυτές επικαλουμένων αποδεικτικών στοιχείων, νομίμως και εμπροθέσμως γίνεται στον γραμματέα επί της έδρας του δικαστηρίου πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία, κατ' άρθρο 242 ΚΠολΔ, αρχίζει μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη δήλωση των παραστάσεων τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου εγγράφου των κατατεθείσα)ν ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης με την σχετική επ' αυτών επισημείωση της Γραμματέως, οι προτάσεις αυτές κατατέθηκαν κατά την ορισθείσα προς συζήτηση της υπόθεσης δικάσιμο της 8-12-2005 επί της έδρας. Η επισημείωση αυτή της Γραμματέως ενέχει τη διαβεβαίωση ότι οι εν λόγω προτάσεις κατατέθηκαν εμπροθέσμως, ήτοι πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, εφόσον ουδέν έτερον σημειούται σχετικώς. Άλλωστε, η εμπρόθεσμη, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, κατάθεση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης επιβεβαιώνεται εμμέσως πλην σαφώς και από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο προεισαγωγικό τμήμα της οποίας αναφέρεται "Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου κ σα συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των καλούντων-εκαλλούντων ανέπτυξε τις απόψεις του με τις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της καθής η κλήση-εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε", η αναιρεσείουσα δε, δεν ισχυρίζεται ότι τ' ανωτέρω ανατρέπονται από το πρακτικό της συζήτησης, το οποίο άλλωστε δεν προσκομίζει, ούτε προσβάλλει την απόφαση κατά το προαναφερθέν τμήμα της ως πλαστή (312 ΚΠολΔ) Συνακόλουθα, το Εφετείο, το οποίο δεν κήρυξε έκπτωση από του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προσκομιδής αποδεικτικών μέσων και έλαβε υπόψη προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία, καθ' ομολογίαν άλλωστε των αναιρεσειουσών, προσκομίσθηκαν με επίκληση από την αναιρεσίβλητη, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 14 και 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της αναίρεσης.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννούνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Εξάλλου, όταν στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν δυο ή περισσότερες αιτιολογίες, που διατυπούμενες επαλλήλως ή επικουρικώς, στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, έστω και αν αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (Α.Π. 481/2005, Α.Π. 308/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναίρεσείουσες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι η προσβαλλομένη παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 255, 257 Α.Κ., λόγω ασαφών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αναστολής της κατά το άρθρο 1ΰ20· του ΚΠολΔ ενιαυσίας αποσβεστικής προθεσμίας προς άσκηση της από 6-4-1992 αγωγής τους, ως προς τη βάση της περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας των αναφερομένων σκαφών. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες για τη στήριξη του λόγου αυτού προβάλλουν ότι το Εφετείο, το αποδεικτικό του πόρισμα περί μη διεξαγωγής διαπραγματεύσεων για την από κοινού με την εναγομένη εκμετάλλευση των επιδίκων που αποσκοπούσαν στην αποτροπή τους από την ένδικη αγωγή, αντιπαρέθεσε προς τις καταθέσεις των μαρτύρων .... και ..... και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν ανατρέπεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών, κατά τις οποίες υπήρξε προσπάθεια συμβιβαστικής τακτοποίησης των οφειλομένων μισθωμάτων, αφού η εταιρία ..... παρέμεινε στο ακίνητο της εναγομένης μέχρι την 11-6-1991 και ότι έτσι το Εφετείο δέχεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι οι καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων είναι αληθείς, με αποτέλεσμα να καθίσταται ασαφές το αποδεικτικό του πόρισμα. Οι ανωτέρω όμως αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ασάφειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο αρκεί ότι διατυπώνεται σαφώς, Συνεπώς, ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναίρεσης και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, προβάλλουν οι αναιρεσείουσες ομοίως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 255 και 257 Α.Κ. αναφορικά με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα, αφού, ενώ κατά τις παραδοχές της δεν αποδείχθηκε ότι διεξήχθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων που προκάλεσε και διατήρησε ο εκπρόσωπος της εναγομένης, με αντικείμενο την από κοινού εκμετάλλευση των επιδίκων σκαφών, αποσκοπούσαν όμως στην πραγματικότητα στην αποτροπή των εναγουσών από την άσκηση της από 6-4-1992 αγωγής τους, στη συνέχεια όλως αντιφατικά και χωρίς αιτιολογία δέχεται ότι και αν ήθελε θεωρηθεί ότι διεξήχθηκαν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις, δεν αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν δολίως προς αποτροπή άσκησης από τις ενάγουσες της ως άνω αγωγής τους. Εφόσον, όμως στην προσβαλλομένη υπάρχουν περισσότερες αιτιολογίες, αφορώσες την αναστολή ή μη της εκ του άρθρου 1020 ΚΠολΔ ενιαυσίας αποσβεστικής προθεσμίας, οι οποίες διατυπούμενες επικουρικώς στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών ούτε για έλλειψη αιτιολογίας, διότι κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το διατακτικό δεν στηρίζεται σε όλες τις αιτιολογίες συγχρόνως, αλλά μόνο στη μια και στην προκειμένη περίπτωση στην κύρια αιτιολογία της μη διενέργειας διαπραγματεύσεων, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, Συνεπώς, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 205 του ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, υποβάλλει στον διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή..... αν προκύψει από τη δίκη που έγινε ότι, αν και το γνώριζαν, 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον αληθείας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει η συνδρομή των τασσομένων υπό της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέσεων προς επιβολή ποινής τάξεως σε βάρος των αναιρεσειόντων κατά το προς τούτο παραδεκτώς υιποβληθέν με τις έγγραφες προτάσεις ως αίτημα της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν την με αριθμό κατάθεση 6524/1992 συμπληρωματική αγωγή της με αριθ. κατ. 713/1992 τοιαύτης προβάλλοντες πλήρη και νόμιμο ισχυρισμό δικαιολογούντα την εκπρόθέσμη κατάθεσή της ο οποίος και απετέλεσε αντικείμενο έρευνας χωρίς εκ της όλης δικονομικής συμπεριφοράς τους να προκύπτει ότι τούτο έπραξαν προς τον σκοπό παρέλκυσης της δίκης. Ούτε εξάλλου προκύπτει ότι εν γνώσει τους κατέθεσαν προδήλως αβάσιμο ένδικο μέσο ήτοι την υπό κρίση αναίρεση λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στο αναιρετήριο περιείχοντο λόγοι αναίρεσης κατά κανόνα παραδεκτοί, οι οποί ερευνήθησαν. Τέλος εκ της όλης δικονομικής συμπεριφοράς των διαδίκων δεν προκύπτει ότι αυτές ενήργησαν παρελκυστική ή κατά παράβαση των χρηστών ηθών ή του καθήκοντος της αληθείας. Επομένως το σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2007 αίτηση των εταιρειών με τις επωνυμίες : 1. "ΛΟΝΓΚΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 2. "....... ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", 3. "ΓΟΥΟΤΕΡΛΑΪΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 4. "ΜΠΛΟΥΛΑΪΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΟΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 430/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ