Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
997/2006 KI-strukturiert

997/2006 — 997/2006 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 997/2006 (AP_997_2006)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 997 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάν...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 997 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάν...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 997/2006

Απόφαση 997 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 997/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. χήρας Δ. Π., το γένος Ι. Ν., 2. 'Α. Π. του Γ., συζ. Π. Σ., 3. Κ. Π. του Γ., 4. Ε. χήρας Γ. Π. και 5. Α. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαρτίου 2000 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με τις από 8-5-2000, 29-3-2000, 6-4-2000, 2-5-2000 και 17-10-2000 συναφείς αιτήσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2001 μη οριστική, 6284/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2004 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 5369/2004 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Ιουνίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος και 13 του ν.δ.797/1971, σε συνδυασμό με το άρθρο παρ.1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, για να ανταποκρίνεται δηλαδή στην αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των συναπαλλοτριούμενων συστατικών κατά τον χρόνο της συζητήσεως για τον προσωρινό ή τον οριστικό (εφόσον από την πρώτη συζήτηση παρήλθε ένα έτος) προσδιορισμό της αποζημιώσεως, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των συστατικών του, αλλά και τη ζημία που ενδεχομένως υφίσταται ο δικαιούχος από τη μείωση της αξίας ή την, κατά προορισμό, αχρήστευση του εκτός απαλλοτριώσεως εναπομένοντος τμήματος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ακόμη και αν η ζημία αυτή προκαλείται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 31/2005).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, δικάζοντας επί της από 7-3-2000 αιτήσεως των αναιρεσειόντων περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το κηρυχθέν στις 13-3-1998 αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο ακίνητό τους, δέχθηκε ότι ναι μεν, κατά τον διορισθέντα από αυτό πραγματογνώμονα, η μετατροπή της οδού ... σε κλειστή οδό με υπερυψωμένο τοιχίο θα επιφέρει περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 5% στην αξία των εκτός του απαλλοτριούμενου οικοπεδικού τμήματος ευρισκόμενων καταστημάτων του ισογείου ορόφου της τριώροφης οικοδομής των αναιρεσειόντων, πλην όμως η σχετική ζημία οφείλεται στο είδος του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, και ως εκ τούτου δεν είναι αποκαταστατέα, ακολούθως δε απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το σχετικό αίτημα, κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείοντες ζητούσαν στη μείωση της αξίας των άνω καταστημάτων να συνυπολογισθεί και η εκ του είδους του έργου προκαλούμενη ζημία. Με την κρίση του αυτή το εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.

ΙΙ. Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου, ο δε δεύτερος όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθώς νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εν προκειμένω, το εφετείο, ως προς τα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεώς του, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Με την 1019979/910/0010/26-2-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ' 148/13-3-1998) κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για δημόσια ωφέλεια, μεταξύ άλλων, και μία εδαφική έκταση εμβαδού 663 μ2 και με αριθμό ιδιοκτησίας 205, η οποία, φερόμενη ως ανήκουσα κατά κυριότητα στους αναιρεσείοντες, αποτελεί τμήμα μείζονος οικοπεδικής εκτάσεως εμβαδού 2.444,10 μ2. Στο εκτός απαλλοτριώσεως εναπομένον εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.781,10 μ2 έχει ανεγερθεί, με οικοδομικές άδειες των ετών 1972, 1975 και 1981, τριώροφη οικοδομή, ο κάθε όροφος της οποίας έχει εμβαδόν 787 μ2. Στον ισόγειο όροφο υπάρχουν καταστήματα, ενώ στους άλλους δύο ορόφους στεγάζονται υπηρεσίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Τα καταστήματα αυτά και τα γραφεία των λοιπών ορόφων εξυπηρετούντο από τον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που υπήρχε στην πρόσοψη του κτηρίου και ο οποίος απαλλοτριώνεται στο σύνολό του. Ο χώρος αυτός, εκτεινόμενος σε βάθος 20 μέτρων από το όριο του οικοπέδου επί της οδού ... και ευρισκόμενος στη συμβολή των μεγάλης κυκλοφορίας οδών ... και Α.Π. και σε μικρή σχετικώς απόσταση από τις λεωφόρους Μεσογείων, Λαυρίου και Μαραθώνος, αποτελούσε σημαντικό πλεονέκτημα για τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία, αφού η διακίνηση των ενδιαφερομένων προς και από τα καταστήματα και τα γραφεία εγίνετο σχεδόν αποκλειστικώς με αυτοκίνητα. Η ρυμοτόμηση του εν λόγω χώρου στερεί τα καταστήματα και τα γραφεία από το ως άνω πλεονέκτημα, γεγονός που επιφέρει μείωση της αξίας ολόκληρης της οικοδομής. Σχετικώς με τη συνταχθείσα για λογαριασμό των αναιρεσειόντων από Νοεμβρίου 2000 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Α. Τ. και την από 7-11-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο ορισθείς με προηγούμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου τοπογράφος μηχανικός Α. Γ., το εφετείο αναφέρει τα ακόλουθα: Με την εν λόγω τεχνική έκθεση εκτιμάται ότι, ενόψει του χρόνου και της ποιότητας κατασκευής και της θέσεως του κτηρίου, η αξία τούτου ανέρχεται στα ποσά των 350.000 δραχμών κατά μ3 για τα καταστήματα και των 150.000 κατά μ3 για τα γραφεία και ότι η αξία αυτών θα μειωθεί, εξαιτίας της αποτμήσεως του χώρου σταθμεύσεως, κατά ποσοστά 40% και 20%, αντιστοίχως. Ο πραγματογνώμονας εκτιμά ότι η αξία των καταστημάτων ανέρχεται σε 650.000 δραχμές κατά μ2, των γραφείων του πρώτου ορόφου σε 325.000 δραχμές κατά μ2 και των γραφείων του δεύτερου ορόφου σε 375.000 δραχμές κατά μ2 και συνολικώς σε 1.062.450.000 δραχμές, εξαιτίας δε της αποτμήσεως του χώρου σταθμεύσεως, θα μειωθεί κατά ποσοστά 15% για τα καταστήματα και 10% για τα γραφεία, ενώ η υποτίμηση επέρχεται μόνο για τα κτίσματα και όχι για το εναπομένον εδαφικό τμήμα, το οποίο αν δεν είχε οικοδομηθεί θα ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο λόγω του εμβαδού του. Περί μειώσεως της αξίας του εδαφικού αυτού τμήματος, άλλωστε, δεν γίνεται καμία μνεία στην ως άνω τεχνική έκθεση. Περαιτέρω το εφετείο δέχθηκε ότι με τη ρυμοτόμηση του ως άνω εδαφικού τμήματος κατέστη αδύνατη η λειτουργία του πρατηρίου βενζίνης και των χώρων πλυντηρίου και λιπάνσεως αυτοκινήτων, που υπήρχαν στον ισόγειο όροφο, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η απομάκρυνση του εντός του χώρου του πλυντηρίου ευρισκόμενου μηχανικού εξοπλισμού, ήτοι των μηχανημάτων ανυψώσεως αυτοκινήτων και των αντλιών πλυσίματος αυτών, η αξία των οποίων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 8.800 ευρώ, θα μειωθεί κατά ποσοστό 50%, επειδή ο εξοπλισμός αυτός είναι πακτωμένος στο έδαφος και θα υποστεί βλάβες κατά την αποκόλλησή του. 'Υστερα από τις διαπιστώσεις αυτές το εφετείο, δεχθέν επιπλέον ότι ο παραπλεύρως του κτηρίου και όπισθεν της προσόψεως υφιστάμενος ακάλυπτος χώρος, εμβαδού 994,81 μ2, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως νέος χώρος σταθμεύσεως, έκρινε ότι η αξία του κτηρίου και του άνω μηχανικού εξοπλισμού, ανερχόμενη κατά τον χρόνο της ενώπιόν του συζητήσεως (1-6-2004) στα συνολικά ποσά των 3.117.975 ευρώ για το κτήριο και των 8.800 ευρώ για τον μηχανικό εξοπλισμό, μειώνεται, λόγω της αποτμήσεως του απαλλοτριούμενου χώρου, κατά ποσοστά 10% και 50% αντιστοίχως και ότι η εναπομένουσα εδαφική έκταση δεν υφίσταται καμία υποτίμηση, ακολούθως δε, κατά μερική αποδοχή της αιτήσεως των αναιρεσειόντων και της ανταιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για την οικοδομή και τον μηχανικό εξοπλισμό στα ποσά των 311.797,50 και 4.400 ευρώ αντιστοίχως. Με τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 13 παρ.4 του ν.δ. 797/1971 και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομενως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που έκρινε ότι στη μείωση της αξίας των ως άνω εκτός απαλλοτριώσεως απομενόντων καταστημάτων του ισογείου δεν είναι συνυπολογιστέα και η εκ του είδους του έργου προκαλούμενη σ' αυτά ζημία, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5369/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ