996/2024 — 996/2024 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 996 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 996/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο κÎ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 996/2024
Απόφαση 996 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 996/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Βέροιας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Α. Σ. Σ. του Γ., 2) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης κληρονόμου του Α. Σ. Σ. του Γ., 3) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., ως καθολικού διαδόχου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Α. Σ. Σ. του Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 247/ΤΜ/2017 μη οριστική και 204/ΤΜ/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/9/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ. δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1343/2022,ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1110/2020,ΑΠ 500/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ'αριθμ.2502, 2503, 2504/4-11-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Χ. Α., που προσκομίζει το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικαστούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2).
2.Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ. β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 12/2011). Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 1016/2010).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος), επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως(ΑΠ 433/2017). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ' αναίρεση δίκης, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος δύναται να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η παρεχόμενη δε από την ανωτέρω διάταξη εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την επανάληψη, και όταν διαπιστώνει, μετά το πέρας της συζήτησης κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη, κενά ή αμφίβολα σημεία, που σχετίζονται με το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 323/2023, ΑΠ 1374/2021, ΑΠ 339/2019, ΑΠ 341/2018, ΑΠ 1760/2017, ΑΠ 723/2017, ΑΠ 243/ 2017).
2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης(άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Επί της από 4-11-2013 ένδικης ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας, κατά της αρνητικής δήλωσης του αρχικώς καθού η ανακοπή, κατά του οποίου επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του ως τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 επ. του ΚΕΔΕ, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 38/2015 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 11.7.2016 έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της και την αποδοχή της ανακοπής του στο σύνολό της. Με την υπ'αριθμ.204/ΤΜ/13.9.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε ερήμην του αρχικώς καθ'ου η ανακοπή, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-ανακόπτοντος, αλλά απορρίφθηκε αυτή κατ'ουσία. Το αναιρεσείον άσκησε την κρινόμενη από 17.09.2021 αίτηση αναίρεσης στις 20.09.2021, ισχυριζόμενο ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά, μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Ενώ, όμως, επικαλείται α)τη νόμιμη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στους ήδη αναιρεσίβλητους στις 2.08.2021, και β)την έκδοση σχετικής βεβαίωσης του αρμοδίου γραμματέως περί μη άσκησης του τακτικού ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας απόφασης, δεν προσκομίζει, αν και επικαλείται, ούτε τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, ούτε και την σχετική βεβαίωση, ώστε να προκύπτει, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι κατά τον χρόνο της άσκησής της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας λόγω παρόδου άπρακτης της σχετικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής. Περαιτέρω, το αναιρεσείον, αν και ισχυρίζεται ότι ο αρχικώς καθ'ου η ανακοπή-εφεσίβλητος είχε αποβιώσει πριν τη συζήτηση της έφεσης στις 6.3.2019 χωρίς να δηλωθεί ο θάνατός του και ότι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ήδη αναιρεσίβλητους και επί πλέον ο δεύτερος εξ αυτών και εκ διαθήκης, δεν προσκομίζει, για τη νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων, αν και επικαλείται, ούτε την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομουμένου αρχικώς διαδίκου, ούτε το οικείο πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών και πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης. Επομένως, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, και πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα πιο πάνω έγγραφα, σχετικά με την συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 17.09.2021 αίτησης για αναίρεση της 204/ΤΜ/13.09.20119 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ