Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
996/2022 KI-strukturiert

996/2022 — 996/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 996/2022 (AP_996_2022)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 996 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 996/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζα...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 996 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 996/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζα...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 996/2022

Απόφαση 996 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 996/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ρ. του Β. κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αυγερινό και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Κ. Λ. του Α. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αλεξανδρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 10/2/2010 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1673/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4466/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/12/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, από την 9234 ζ'/21-2-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 15-12-2017 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου της 7-1-2019 και κλήση για να παραστεί στη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου και προσδιορίστηκε νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κλήση των διαδίκων για να παραστούν στη νέα δικάσιμο, δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αφού ο γραμματέας, μετά το τέλος της συνεδρίασης μετέφερε την υπόθεση αυτή στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή. Η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, δεν παρέστη κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4466/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και η 1673/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την δεύτερη των ανωτέρω, πρωτόδικη απόφαση, είχε απορριφθεί η από 5-2-2010 αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), είχε γίνει δεκτή εν μέρει η ίδια αγωγή ως προς το δεύτερο ενάγοντα (δεύτερο αναιρεσίβλητο), με την οποία ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λόγω της εκτιθέμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσίοντος και είχε απορριφθεί η από 12-2-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία αδικοπραξίας και συγκεκριμένα συκοφαντικής δυσφήμισης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης, η έφεση που άσκησε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ενόψει της ερημοδικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να ερευνηθεί το δικονομικό ζήτημα αν κατέστη τελεσίδικη ως προς αυτήν η απόφαση, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1 σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1, 577, 309 εδ.1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β' περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017). Ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία ενός των διαδίκων κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε, ανεξάρτητα αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών ερημοδικίας (τεκμηρίων), καθώς και γενικότερα από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάστηκε (ΟλΑΠ 15/2001), ούτε έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλαδή με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του. Τέλος η απόφαση διατηρεί το χαρακτήρα της ως ερήμην, έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσίβλητου, το εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση σαν, να, ήταν παρόντες οι διάδικοι, απέρριψε την έφεση του εμφανισθέντος εκκαλούντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε προσβληθεί με αυτήν (ΑΠ 1060/2011, ΑΠ 664/2010). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ερήμην οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού (ΑΠ 106/2018), διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1β' ΚΠολΔ. Αν παρόλα αυτά ασκηθεί αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1097/2014, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης αυτής ή με την σχετική, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1340/2017). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το περιεχόμενο της ερήμην απόφασης, το οποίο συναρτάται προς την επέλευση ή μη δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία, μπορεί να επιδράσει στην ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο έγκειται στην ανάγκη αποτροπής ή περιορισμού της βλάβης που προκαλείται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή προϋπόθεση του παραδεκτού για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολ\Δ, δεν κρίνεται δε γενικά και αφηρημένα ούτε εκ των προτέρων, αλλά ενόψει του συγκεκριμένου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης στο μέτρο και στην έκταση που αυτή θα προσβληθεί, σε σύγκριση προς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανακοπής, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών του ανακόπτοντα, ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη βλάβης του από την προσβαλλόμενη απόφαση και να αξιολογηθεί αν η ασκούμενη ανακοπή αποτελεί ικανό και αναγκαίο μέσο για την αποτροπή αυτής της βλάβης. Από την, σύμφωνα με τα παραπάνω, έννοια και λειτουργία του έννομου συμφέροντος του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, προκύπτει ότι μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας και θα κρίνει τη βασιμότητα των λόγων αυτής, έχει την εξουσία, ερευνώντας τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής, να αποφανθεί για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του έννομου συμφέροντος του ανακόπτοντα. Παρόμοια εξουσία, να κρίνει, δηλαδή, παρεμπιπτόντως τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης, δεν έχει ο Άρειος Πάγος στο πλαίσιο της κρίσης του για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης και την εξέταση της τελεσιδικίας ή μη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 400/2019, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 1514/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι κάθε ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη προτού, δηλαδή, γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύτηκαν στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους τους (ΑΠ 855/2015), η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Σε αντίθετη περίπτωση, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 112/2018, ΑΠ 965/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την πρώτη αναιρεσίβλητη, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε πρώτης εφεσίβλητης, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 25-5-2017 ενώπιον του Εφετείου, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν της νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήσης της κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 26-5-2016, οπότε είχε αρχικά οριστεί η συζήτηση της έφεσης, και ακολούθως, λόγω αναβολής της υπόθεσης για την άνω δικάσιμο, με την εγγραφή της στο πινάκιο της νέας δικασίμου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ. Η πρώτη αναιρεσίβλητη, όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, κατά τη μεταγενέστερη δικάσιμο, που συζητήθηκε η έφεση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της έφεσης χώρησε, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 4 εδ. α' KΠολΔ, θεωρηθείσα ότι αντιπροσωπεύεται από τον τότε δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, αρχικά διαχειριστή και μετέπειτα εκκαθαριστή αυτής, λόγω του, κατά τις παραδοχές της απόφασης, υφιστάμενου μεταξύ τους δεσμού αναγκαστικής ομοδικίας. Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 1673/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η από 5-2-2010 αγωγή είχε απορριφθεί ως προς την πρώτη ενάγουσα- πρώτη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, λόγω της ερημοδικίας της πρώτης αναιρεσίβλητης στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Ωστόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραπάνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε στην ερήμην δικασθείσα πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), ώστε να αρχίσει, κατά το άρθρο 503 παρ.1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144, ΚΠολΔ η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε επίκληση τέτοιας επίδοσης γίνεται από τον αναιρεσείοντα, όπως δεν προκύπτει, ούτε και επίκληση γίνεται, και για το εάν η πρώτη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, με αποτέλεσμα η τελευταία κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ήτοι την 15-12-2017 που το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ανεξάρτητα από την εκπροσώπησή της στη δίκη από τον αναγκαίο ομόδικό της δεύτερο αναιρεσίβλητο. Μάλιστα η προσβαλλόμενη απόφαση στο διατακτικό της διαλαμβάνει διάταξη ορισμού παραβόλου ερημοδικίας που πρέπει να καταθέσει η πρώτη εφεσίβλητη που ερημοδικάζεται για την περίπτωση που ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατ' αυτής. Επομένως, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη δεν κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση και συνεπώς καθίσταται απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτής, καθόσον, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία εννόμου συμφέροντος της πρώτης αναιρεσίβλητης για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της εκδοθείσας ερήμην της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έχει εξουσία να κρίνει μόνο το δικαστήριο που θα δικάσει την ανακοπή, όχι όμως και ο Άρειος Πάγος, ώστε κρίνοντας την έλλειψη τέτοιου εννόμου συμφέροντος να θεωρήσει ότι δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και ότι είναι τελεσίδικη. Περαιτέρω, ενόψει του ότι οι δύο αναιρεσίβλητοι, ως προς την ύπαρξη της επίδικης απαίτησης καταβολής αποζημίωσης από την εκτιθέμενη αδικοπραξία του αναιρεσείοντος, η οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης εκχωρήθηκε από την πρώτη τούτων στο δεύτερο εξ αυτών, μετά την εκκρεμοδικία που επήλθε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας διότι η διαφορά για την ύπαρξη αυτής της απαίτησης μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι σ' αυτούς, ήτοι για τον ένα εξ αυτών να κριθεί ότι υφίσταται η απαίτηση και για τον άλλον όχι (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεσμεύεται δε ο εκδοχέας από το δεδικασμένο της απόφασης που εκδίδεται μεταξύ του εκχωρητή και του οφειλέτη (άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ), η αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, λόγω της μη τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης για την πρώτη αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτη και ως προς το δεύτερο των αναιρεσίβλητων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, με αυτεπάγγελτη έρευνα του ως άνω απαραδέκτου, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ για τη μη εμφανισθείσα στη δίκη πρώτη αναιρεσίβλητη δεν θα επιδικαστούν δικαστικά έξοδα αφού δεν συμμετείχε στη δίκη ώστε να υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα ούτε υπέβαλε τέτοιο αίτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2017 αίτηση του Γ. Ρ. του Β., για αναίρεση της 4466/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ