Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
996/2012 KI-strukturiert

996/2012 — 996/2012 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 996/2012 (AP_996_2012)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 996 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 996/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα ΚριτσωτÎ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 996 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 996/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα ΚριτσωτÎ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 996/2012

Απόφαση 996 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 996/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαδά και 2) Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Λαμπρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1240/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-8-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί και η τέλεση από τον εναγόμενο των προβλεπόμενων από τα άρθρα 386 και 397 παρ. 1 του ΠΚ εγκλημάτων της απάτης και της καταδολιεύσεως δανειστών σε βάρος του ζημιωθέντος ενάγοντος. Για τη στοιχειοθέτηση του πρώτου απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγός αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρ. 386 ΠΚ νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων - ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 397 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, με μία από τις ρητά και περιοριστικά οριζόμενες στη διάταξη αυτή πράξεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και εκείνοι της δημιουργίας ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη και της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του δανειστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς η, ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους αναφερόμενους στη διάταξη αυτή τρόπους, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη γενόμενη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, στα οποία περιλαμβάνεται το σύνολο των δικαιωμάτων του οφειλέτη που είναι δεκτικά χρηματικής αποτιμήσεως και υπέγγυα σε αναγκαστική εκτέλεση, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Η απαίτηση δε αυτή του δανειστή δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη ή δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει προηγηθεί η αναγνώριση της απαιτήσεως του δανειστή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, αλλά την ύπαρξη αυτής κρίνει παρεμπιπτόντως το δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων για την επιδίκαση των αναφερόμενων σ' αυτή ποσών από αξιώσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος δικηγόρου Αθηνών για οφειλόμενη αμοιβή από την εκτέλεση δικηγορικών εργασιών, κατόπιν εντολής της α' εναγομένης - αναιρεσίβλητης, καθώς και για αποζημίωση για ηθική βλάβη που αυτός υπέστη από τις σε βάρος του τελεσθείσες από τους αντιδίκους του, περιγραφόμενες στην αγωγή, αδικοπραξίες της απάτης και της καταδολιεύσεως δανειστών, εκδόθηκε η 30/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την κατά του Κ. Φ. αγωγή και την έκανε μερικώς δεκτή ως προς την α' αναιρεσίβλητη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε, πλην άλλων, και τα ακόλουθα, σε σχέση με την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής: "Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή του ο ενάγων αιτείται αποζημίωση εξ αδικοπραξίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικαλούμενος απάτη των εναγομένων σε βάρος του και καταδολίευσή του ως δανειστού της α' εναγομένης, από κοινού από αμφότερους τους εναγόμενους, υπό τα εξής περιστατικά, ήτοι ότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2008 έως 24-10-2008 επέδειξε προς αυτόν συμπεριφορά τέτοια που τον παραπλάνησε ότι θα του καταβάλει την αμοιβή του, αν και γνώριζε ομού με τον δεύτερο εναγόμενο ότι η παράσταση αυτή ήταν ψευδής, αφού από κοινού εργάζονταν για τον αποκλεισμό της καταβολής της αμοιβής του, καταρτίζοντας τελικά γραπτή εξώδικη συμφωνία ως προς την απαίτηση της εναγομένης για αποκτήματα κατά του δεύτερου εναγομένου, την οποία του αποκρύπτουν κατά χρόνο τελέσεως και περιεχόμενο, με αποτέλεσμα, ενόψει του ότι η απαίτηση αυτή της πρώτης εναγομένης κατά του δεύτερου εναγομένου είναι το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο στην Ελλάδα, το οποίο έχει δικαίωμα (ο ενάγων) να κατάσχει εις χείρας του δεύτερου εναγομένου προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του για καταβολή της αμοιβής του, να στερείται του δικαιώματός του τούτου. Με το ιστορικό αυτό δεν στοιχειοθετείται νομίμως ούτε απάτη ούτε καταδολίευση δανειστού από τους εναγόμενους σε βάρος του ενάγοντος, αφού ο ενάγων ως προς την απάτη δεν επικαλείται, πέρα των απλών υποσχέσεων και συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, ψευδείς διαβεβαιώσεις αυτής και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων από τους εναγόμενους ότι θα λάβει την αμοιβή του από συγκεκριμένα εμφανή περιουσιακά της στοιχεία τα οποία αληθώς στερείται. Αντίθετα ο ίδιος ομολογεί πως γνώριζε ότι η εναγομένη στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας στην Ελλάδα. Εξάλλου καταδολίευση δεν υφίσταται αφού μέχρι την κατάρτιση του επίδικου συμβιβασμού, ο οποίος ήταν αληθής και σπουδαία δικαιοπραξία, η ενάγουσα στερείτο περιουσίας ώστε να μην νοείται απόκρυψη αυτής με το συμβιβασμό, την τυχόν δε περιουσία που απέκτησε με το συμβιβασμό δεν υποχρεούνταν οι εναγόμενοι να αποκαλύψουν στον ενάγοντα, προκειμένου αυτός να την κατασχέσει στα χέρια του δεύτερου εναγομένου ως τρίτου, αφού ουδόλως η πρώτη εναγομένη οφειλέτης, του είχε υποσχεθεί ότι θα ικανοποιηθεί απ' αυτή, ο ενάγων δε όταν ανέλαβε την υπόθεση της γνώριζε από την ίδια ότι ήταν αφερέγγυα (στην Ελλάδα). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής και συνακόλουθα και το κονδύλιο υπό στοιχ. Ιε' ύψους 14.000 ευρώ (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), ορθά έκρινε, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται από αυτές της παρούσας απόφασης και συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των λόγων της έφεσης του ενάγοντος, με τους οποίους ο τελευταίος ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι". Ακολούθως, το Εφετείο, ερευνώντας την αγωγή κατά το μέρος που ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε την επιδίκαση οφειλόμενης δικηγορικής αμοιβής και εξόδων, κατά το οποίο η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών και μέλος του οικείου ΔΣΑ. Οι εναγόμενοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στη Βοστόνη της πολιτείας της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ στις 10-1-1982, ο οποίος λύθηκε το έτος 2007 με απόφαση του Δικαστηρίου της Βοστόνης. Περί τον Δεκέμβριο του έτους 2006 η πρώτη εναγόμενη, κάτοικος ΗΠΑ, και δεδομένου ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν πλέον κάτοικος Ελλάδας (...), δια μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε για λογαριασμό της ο υιός αυτής από προγενέστερο γάμο Ν. Α. ανέθεσε στον ενάγοντα την διερεύνηση της δυνατότητας διεκδίκησης της αξίωσης αποκτημάτων από το μεταξύ των εναγομένων γάμο. Για τον σκοπό αυτό ο ανωτέρω Ν. Α. απέστειλε μέσω επίσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μία σειρά στοιχείων που αφορούσαν την κατά βάση ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγόμενου στις ΗΠΑ αλλά και στην Ελλάδα. Μετά την μελέτη των στοιχείων εκ μέρους του ενάγοντος η πρώτη εναγόμενη ανέθεσε σ' αυτόν την άσκηση αγωγής προς επιδίωξη της αξίωσης για τα αποκτήματα καθώς και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων προς εξασφάλιση της ίδιας αξίωσης. Μετά ταύτα ο ενάγων συνέταξε την από 17-9-2008 αγωγή κατά του πρώτου εναγόμενου και της αδελφής αυτού Α. συζ. Ε. Τ. με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην (νυν) πρώτη εναγόμενη εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 4.864.664,30 δολαρίων ΗΠΑ, άλλως το ισόποσο σε ευρώ των 4.864.664,30 δολαρίων ΗΠΑ, ως συμμετοχή της στα αποκτήματα του γάμου και λόγω αδικοπραξίας. Την αγωγή αυτή την προσυπέγραψε η ως άνω εντολέας πρώτη εναγόμενη και ακολούθως ο ενάγων την κατέθεσε στις 24-9-20013 στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε αριθμό κατάθεσης 175250/8815/ 24-9-2008 και δικάσιμος ορίστηκε η 23-3-2009. Επικυρωμένο αντίγραφο της αγωγής με την κάτωθι αυτού παραγγελία επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 7-10-2008, όπως αυτό προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 947Β'/7-10-2008 και 949Β'/7-10-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης ... και τις συνοδεύουσες την πρώτη ως ανωτέρω έκθεση από 7-10-2008 απόδειξη παράδοσης εγγράφου στο ΑΤ Μυτιλήνης και από επίσης 7-10-2008 απόδειξη κατάθεσης συστημένης επιστολής. Για τη σύνταξη της ως άνω αγωγής ο ενάγων δικαιούται κατ' άρθρο 100 ΚωδΔικ ως αμοιβή, ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, ήτοι του ποσού των 4.864.664,30 δολαρίων ΗΠΑ, ανερχόμενη στο ποσό των 97.293,28 δολαρίων ΗΠΑ (4.864.664,30 Χ 2%). Ο ενάγων δεν δικαιούται ειδικής αμοιβής για τη μελέτη των στοιχείων που στάλθηκαν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, καθόσον η μελέτη αυτή έλαβε χώρα ακριβώς για τη σύνταξη της αγωγής και συνεπώς περιλαμβάνεται στην αμοιβή για την σύνταξη αυτής (ΚωδΔικ 159, ΑΠ 31/1998 ΕΕργΔ. 1999. 222). Ως εκ τούτου το σχετικό κονδύλιο υπό στοιχ. Ια' ύψους 48.609,70 δολαρίων ΗΠΑ και επικουρικά 60.203 ευρώ τυγχάνει απορριπτέο, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Περαιτέρω ο ενάγων συνέταξε την από 22-9-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του πρώτου εναγόμενου, της αδελφής αυτού Α. συζ. Ε. Τ., δεκαπέντε πιστωτικών ιδρυμάτων (τραπεζών) και της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγόμενη κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα έναντι της αμοιβής του το ποσό των 22.000 δολαρίων ΗΠΑ. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η κατ' άρθρο 416 ΑΚ ένσταση καταβολής (εξόφλησης) που προέβαλε η πρώτη εναγόμενη και από το άνω δικαιούμενο από τον ενάγοντα ποσό των 97.293,28 δολαρίων ΗΠΑ να αφαιρεθεί το άνω καταβληθέν των 22.000 $ και να του επιδικαστεί το υπόλοιπο εξ 75.293,28 δολαρίων ΗΠΑ (97293,28 - 22000). Κατά τα λοιπά το αίτημα του ενάγοντος υπό στοιχ. III (επίδειξη εγγράφων), είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, αφού τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη, δεν σχετίζονται με το αντικείμενο αποδείξεως της ένδικης διαφοράς που είναι η αμοιβή του ενάγοντος, για να στοιχειοθετηθεί έτσι το έννομο συμφέρον αυτού (ΚΠολΔ 450, ΑΠ 1070/2010, ΑΠ 658/2010, 546/2010). Μετά ταύτα και σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει, αφενός να απορριφθεί η αγωγή κατά του δευτέρου εναγόμενου στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, καθότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία σε βάρος του και αφετέρου να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης ως νόμω και ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση α) το ισάξιο σε ευρώ των 75.293,28 δολαρίων ΗΠΑ (97293,28 - 22000) κατά την ημέρα της πληρωμής και β) το ποσό των 1500 ευρώ (500 + 1000). Το αίτημα για προσωπική κράτηση της εναγομένης ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο (ΚΠολΔ 951, 1047). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ομοίως ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και απορρίπτοντας την αγωγή κατ' αυτού επέβαλε στον ενάγοντα τη δικαστική του δαπάνη, προσδιορίζοντάς την στο ποσό των 3400 €. Το ποσό αυτό είναι το προσήκον κατ' άρθρο 176 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 100 επ. ΚωδΔικ, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και ο περί του αντιθέτου λόγος εφέσεως του ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Όσον αφορά δε το λόγο εφέσεως αυτού με τον οποίο παραπονείται για την επιδικασθείσα από την εκκαλουμένη υπέρ του, δικαστική δαπάνη σε βάρος της πρώτης εναγομένης, ο λόγος δεν ερευνάται, εφόσον η απόφαση εξαφανίζεται, καθότι το κεφάλαιο περί δικαστικής δαπάνης, ως συνεχόμενο με την ουσία της υπόθεσης συνεξαφανίζεται και για τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών αποφαίνεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά μεν έκρινε απορρίπτοντας την αγωγή κατά του δεύτερου εναγομένου ως μη νόμιμη, έσφαλε όμως κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή για ποσό μικρότερο του άνω προσδιοριζόμενου, κατά της πρώτης εναγομένης". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της πρώτης εναγομένης στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, καταδικάζοντας τον ήδη αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, ενώ, δεχόμενο και κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία την αγωγή επιδικάζοντας στον ήδη αναιρεσείοντα τα αναφερόμενα πιο πάνω ποσά.

ΙΙ. Ο αναιρεσείων με τους δύο πρώτους, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με τις πιο πάνω παραδοχές της, κατά το μέρος που έκρινε ότι με τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται νομίμως ούτε απάτη ούτε καταδολίευση δανειστού από τους εναγόμενους σε βάρος του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 386 και 397 του ΠΚ, καθόσον, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμορφώνει το περιεχόμενο της αγωγής του ως προς τη βάση της ποινικής απάτης και της ποινικής καταδολιεύσεως, καθόσον αυτός στην αγωγή του εξέθετε αναλυτικά τις συγκεκριμένες ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβησαν προς αυτόν και οι δύο εναγόμενοι, μολονότι ήδη γνώριζαν ότι οι παραστάσεις αυτές ήταν αναληθείς και ότι αυτοί μετήλθαν την ποινική απάτη με σκοπό να επιτύχουν την ποινική καταδολίευση σε βάρος του, πράγματα τα οποία δεν έλαβε υπόψη της η εκκαλουμένη. Η ψευδής δε παράσταση συνίστατο, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει στο δικόγραφό του, στο ότι η εναγομένη εργάζεται καθ' όλη την διάρκεια από 09.10.2008 μέχρι 24.10.2008 για την καταβολή της αμοιβής του όπως αυτό προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτός επικαλέστηκε στην αγωγή του και από το ότι ουδέποτε του είπε ότι δεν εργάζεται για την καταβολή της αμοιβής του αυτής ούτε του είπε ότι δεν θέλει ή ότι δεν μπορεί να την καταβάλει όταν α) στις 20.09.08 η ήδη α' αναιρεσίβλητη ήλθε από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα και παρέμεινε στην Ελλάδα για την συζήτηση στις 29.10.08 της αιτήσεώς της για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, β) όταν στις 16.10.08, 20.10.08 και 22.10.08 της έστειλε τρία (3) γραπτά ηλεκτρονικά μηνύματα, για το θέμα της αμοιβής του σε κανένα των οποίων δεν απάντησε και γ) ουδέποτε του είπε ότι δεν θέλει να γίνει στις 29.10.2008 η δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και σε δύο σχετικά γραπτά ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία έστειλε σε κανένα δεν απάντησε, όπως δεν του απάντησε στο ηλεκτρονικό του μήνυμα το οποίο της έστειλε στις 24.10.08, λέγοντας ότι τον εξαπάτησε. Τα επικληθέντα δε αληθή περιστατικά, κατά τον αναιρεσείοντα, ήταν ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι δεν εργάζονταν για την καταβολή της αμοιβής του, αλλά για τον αποκλεισμό αυτής με την έκτοτε και μέχρι σήμερα απόκρυψη της εκ 4,864 εκατομμύριων δολαρίων ΗΠΑ απαιτήσεως της α' εναγομένης κατά του β' εναγομένου με την κατάρτιση γραπτής μεταξύ τους, αγνώστου σε αυτόν, συμφωνίας και ότι η δια της απάτης αυτής επιτευχθείσα καταδολίευση σε βάρος του, συνίσταται, όχι στην γραπτή εξώδικη συμφωνία, αλλά στο ότι με την απόκρυψη αυτής αυτοδικαίως αποκρύπτουν μέρος αυτής εξ 183.733,39 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων και εξόδων, το οποίο είναι μέρος της απαίτησης της α' εναγομένης κατά του β' ως τρίτου, που είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της α' εναγομένης στην Ελλάδα που μπορούσε να κατάσχει σε βάρος της εναγομένης αλλά εις χείρας του β' εναγομένου". Κατά τις αιτιάσεις επίσης του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμορφώνει το περιεχόμενο της αγωγής του, ως προς τη βάση της ποινικής καταδολιεύσεως, αφού, κατά τις παραδοχές της, οι εναγόμενοι ενάγονται διότι το μόνο που έκαναν ήταν ότι κατάρτησαν μεταξύ τους εξώδικο συμβιβασμό για 4,864 εκατ. δολ. ΗΠΑ, στον οποίον ανάγραψαν απλώς το μικρότερο ποσό των 300.000 και ότι ο ενάγων δεν εμποδίζεται να ασκήσει και να ικανοποιήσει σε περίπτωση θετικής έκβασης της δίκης την αξίωσή του, χωρίς να προσδιορίζεται όμως ποιο το κατασχετό περιουσιακό στοιχείο της α' εναγόμενης απέμεινε στην Ελλάδα για να ικανοποιηθεί η ένδικος αξίωσή του. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο του δικογράφου της αγωγής και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, προκύπτει ότι κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιχειρείται η θεμελίωση των αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος σε αδικοπραξία των αντιδίκων του λόγω διαπραθείσας σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της απάτης και της καταδολιεύσεως δανειστών (ιδιαίτερα στις σελίδες 152 επ. της αγωγής του) έχει το περιεχόμενο που εκτιμήθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση με βάση το οποίο δεν στοιχειοθετείται ούτε απάτη ούτε καταδολίευση δανειστού από τους εναγόμενους σε βάρος του ενάγοντος, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά τις οποίες στην αγωγή του δεν περιέχονται μόνο τα περιστατικά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και άλλα, όπως οι ψευδείς παραστάσεις της α' εναγομένης ότι "εργάζεται καθ' όλη τη διάρκεια από 9-10-2008 μέχρι 24-10-2008 για την αμοιβή του", αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού και τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις για την καταβολή της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα αμοιβής, που δεν στοιχειοθετούν, κατά τη πιο πάνω σκέψη, το κατά το άρθρο 386 του ΠΚ αδίκημα της απάτης, χωρίς μάλιστα να προκύπτει από την αγωγή, ότι η α' εναγομένη δέχθηκε ότι το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής είναι εκείνο που ζητεί με την αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων και ότι αυτό το ποσό διαβεβαίωσε ότι θα εξοφλήσει. Περαιτέρω, για τους διαλαμβανόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους, δεν στοιχειοθετείται ούτε το προβλεπόμενο από το άρθρο 397 ΠΚ αδίκημα της καταδολιεύσεως δανειστών. Το γεγονός ότι η α' εναγομένη δεν είχε περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα το γνώριζε εξ αρχής ο αναιρεσείων, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Στο αναιρετήριό του, όπως και στην αγωγή του, ο αναιρεσείων αναφέρει, ως περιουσία της α' εναγομένης στην Ελλάδα, την απαίτηση που είχε κατά του β' εναγομένου, απαίτηση την οποία αυτός θα μπορούσε να κατάσχει στα χέρια του, ως τρίτου, προς ικανοποίηση των κατά της πρώτης εναγομένης αγωγικών του αξιώσεων. Η ικανοποίηση δε της απαιτήσεώς του αυτή κατέστη αδύνατος ή δυσχερής, κατά τον αναιρεσείοντα, από την κατάρτιση του μεταξύ των αντιδίκων του συμβιβασμού. Όπως, όμως και ο ίδιος αναφέρει στο αναιρετήριό του, η επιτευχθείσα καταδολίευση σε βάρος του "συνίσταται όχι σε καθευατήν την γραπτή εξώδικη συμφωνία", η οποία δεν συνιστά καταδολιευτική σε βάρος του πράξη, ούτε βεβαίως θα μπορούσε να είναι, αφού, όπως και στην αγωγή εκτίθεται, η α' εναγομένη εξαρχής επεδίωκε, και όταν δηλαδή του ανέθεσε τον χειρισμό της υποθέσεως, την συμβιβαστική λύση της υποθέσεως. Ο αναιρεσείων θεμελιώνει την γενόμενη σε βάρος του πράξη καταδολίευσης στο ότι οι αντίδικοι του απέκρυψαν τον συμβιβασμό αυτό και το περιεχόμενό του. Όμως από το γεγονός και μόνο ότι ο αναιρεσείων είχε απαίτηση κατά της α' εναγομένης (η οποία βεβαίως δεν είναι εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή του, αλλά εκείνη που έγινε δεκτή από το Εφετείο), δεν συνεπάγεται ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να τον ενημερώσουν για την κατάρτιση του συμβιβασμού αυτού πριν από την κατάρτισή του. Εξάλλου, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή (σελ.42), αυτός ενημερώθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της α' εναγομένης ότι συμβιβάστηκε με τον πρώην σύζυγό της, για το ποσό των 300.000 ευρώ, ποσό το οποίο δεν το είχε ακόμη καταβάλει. Ο αναιρεσείων, ενόψει και του ότι οι αντίδικοί του αρνήθηκαν να του επιδείξουν το έγγραφο του συμβιβασμού, αμφισβητεί ότι η α' εναγομένη συμβιβάστηκε μόνο για το ποσό αυτό, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, οι απαιτήσεις αυτής κατά του β' εναγομένου ήταν πολλαπλάσιες. Είναι όμως, στην προκειμένη περίπτωση χωρίς έννομη σημασία, ως προς τη θεμελίωση του αδικήματος του άρθρου 397 του ΠΚ, αν το ύψος του ποσού του συμβιβασμού ήταν 300.000 ή περισσότερο, αφού και η περιουσία αυτή της εναγομένης επαρκούσε για την ικανοποίηση των αξιώσεων του ενάγοντος, όπως αυτές έγιναν δεκτές με την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε κάθε δε περίπτωση η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά των αντιδίκων του αναιρεσείοντος και ειδικότερα η απόφαση της α' εναγομένης - αναιρεσίβλητης να παραιτηθεί από την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων δικηγόρος της και να προβεί σε συμβιβασμό με τον β' εναγόμενο για ποσό που εκείνη έκρινε ότι ικανοποιούσε της κατ' αυτού απαιτήσεις του, αναθέτοντας το χειρισμό της υποθέσεώς της σε άλλους δικηγόρους, δεν καθιστά τη συμπεριφορά της αυτή αδικοπρακτική και μάλιστα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αξιόποινη, εκ μόνου του γεγονότος ότι αυτή ψευδώς το διαβεβαίωνε, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι θα καταβάλει την αμοιβή του, για το ποσό της οποίας, άλλωστε, δεν είχε συμφωνήσει, έστω και αν παραλλήλως προέβαινε κρυφίως στην κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού, αναθέτουσα την υπόθεσή της σε άλλους δικηγόρους. Τούτο δε και διότι, όπως και στην αγωγή εκτίθεται, η συμβιβαστική επίλυσης της μεταξύ των αναιρεσιβλήτων διαφορά ήταν η αρχική επιδίωξη της α' αναιρεσίβλητης όταν ανέθετε την υπόθεση στον αναιρεσείοντα, γεγονός που αποκλείει την περίπτωση καταρτίσεως του συμβιβασμού με σκοπό την ματαίωση της ικανοποίησης των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος. Πολύ δε περισσότερο όταν το ποσό στο οποίο συμβιβάστηκε η α' αναιρεσίβλητη (και το οποίο δεν είχε καταβληθεί ακόμη στην α' αναιρεσίβλητη, όταν ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε την κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού) επαρκούσε για την κάλυψη των κατ' αυτής απαιτήσεων του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων με τους εκτενώς αναπτυσσόμενους τρίτο έως και δέκατο πέμπτο λόγους αναιρέσεως, όλοι από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, (πλην το 4ου και του 7ου, οι οποίοι είναι από το άρθρο 559 αρ. 19 και 10, αντίστοιχα, και για τους οποίους θα γίνει λόγος στη συνέχεια), επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με τις πιο πάνω παραδοχές της, κατά το μέρος που έκρινε ότι με τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά δεν στοιχειοθετείται απάτη και καταδολίευση δανειστού από τους εναγόμενους σε βάρος του, προσαπαιτώντας, παρά τον νόμο, για την εφαρμογή των ίδιων άρθρων περισσότερα και διαφορετικότερα από όσα προβλέπει το "πραγματικό" τους, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 386 και 397 του ΠΚ. Ειδικότερα με τους τρίτο, πέμπτο και έκτο λόγους, ενιαίως ερευνώμενους, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι η αναφερόμενη στο αναιρετήριο, ως "γραπτή ψευδής δήλωση" της α' αναιρεσίβλητης (συνισταμένη στο ότι αυτή εργάζεται για την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής του, ενώ ήδη γνώριζε από κοινού με τον β' αναιρεσίβλητο ότι πριν είχε ήδη καταρτίσει μαζί του την ένδικη γραπτή συμφωνία κ.λπ.), από μόνη της ήταν αρκετή για την εφαρμογή των άρθρων 386 και 397 του Ποινικού Κώδικα, πλην όμως το Εφετείο παρά το νόμο δεν προέβη στην εφαρμογή αυτή. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι για τους εκτεθέντες ήδη πιο πάνω λόγους. Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις πιο πάνω παραδοχές της με τις οποίες κρίνει ότι ο αναιρεσείων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, γνώριζε από την α' αναιρεσίβλητη ότι στερείτο οποιασδήποτε περιουσίας στην Ελλάδα και συνεπώς δεν θεμελιώνεται η αγωγή του στις περί απάτης διατάξεις του ΠΚ, στηρίζει τις παραδοχές της αυτές σε αναληθή προϋπόθεση, αφού είναι αντίθετη προς τον στον περί ποινικής καταδολίευσης ισχυρισμό του, ο οποίος συνίσταται ότι η α' αναιρεσίβλητος το μόνο περιουσιακό στοιχείο πού έχει στην Ελλάδα είναι η χρηματική απαίτησή της κατά του β' αναιρεσιβλήτου ως τρίτου εκ 4,864 εκατομμυρίων δολ. ΗΠΑ, τα περιστατικά δε αυτά δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση "ως περιεχόμενο του "πραγματικού" των ανωτέρω όρθρων 386 και 397 ΠΚ και δεν εφάρμοσε αυτό". Οι αιτιάσεις αυτές αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι το Εφετείο κρίνοντας ότι ο ενάγων - αναιρεσείων ως προς την απάτη δεν επικαλείται, "πέρα των απλών υποσχέσεων και συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, ψευδείς διαβεβαιώσεις αυτής και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων από τους εναγόμενους ότι θα λάβει την αμοιβή του από συγκεκριμένα εμφανή περιουσιακά της στοιχεία", επαρκώς στηρίζει την κρίση του ότι με το ιστορικό αυτό δεν στοιχειοθετείται νομίμως απάτη από τους εναγόμενους σε βάρος του ενάγοντος και συνεπώς είναι χωρίς έννομη σημασία, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αναφορά στην αγωγή του, στον περί ποινικής καταδολίευσης ισχυρισμό του, ότι η α' αναιρεσίβλητος το μόνο περιουσιακό στοιχείο πού έχει στην Ελλάδα είναι η χρηματική απαίτησή της κατά του β' αναιρεσιβλήτου ως τρίτου εκ 4,864 εκατομμυρίων δολ. ΗΠΑ. Για τους αυτούς λόγους είναι απορριπτέοι και οι από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις ότι, με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 386 και 397 ΠΚ.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας και να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους αυτούς πιο πάνω όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, και δέκατο πέμπτο λόγους αναιρέσεως, (αλλά και με τον κατωτέρω εξεταζόμενο εικοστό τέταρτο), από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, και κατά το μέρος αυτών που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία: Α) το Εφετείο δεν θα κατέληγε στις πιο πάνω παραδοχές, δηλαδή ότι αυτός γνώριζε για την αφερεγγυότητα της α' αναιρεσιβλήτου στην Ελλάδα, αφού στην προκειμένη υπόθεση ο β' αναιρεσίβλητος είχε πουλήσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στις ΗΠΑ και τα εξ αυτών χρηματικά ποσά τα είχε μεταφέρει στην Ελλάδα, όπου είχε μονίμως εγκατασταθεί και κατά του οποίου (ως τρίτου) είχε τις πιο πάνω αξιώσεις (8ος λόγος), Β) θα μπορούσε να διαγνώσει ότι οι αυτές πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελούν περιεχόμενο του "πραγματικού" των ανωτέρω άρθρων 386 και 397 του Π.Κ, διότι άλλως, δηλαδή, αν γίνει δεκτό ότι αποτελούν περιεχόμενο του ως άνω "πραγματικού", τότε θα συνέβαιναν όσα στο αναιρετήριο εκτενώς εκτίθενται και όπως εκτιμάται, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι αντίθετα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (9ος και 10ος λόγοι). Γ) θα μπορούσε να προσδιορίσει "πότε και που έγινε ο συμβιβασμός μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και το ποσό στο οποίο αυτοί συμβιβάσθηκαν" και να εφαρμόσει άνευ ετέρου το ως άνω άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα" (8ος λόγος), και Δ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία θα υπήγαγε στο "πραγματικό" των ως άνω δύο όρθρων τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο περιστατικά (όπως η απόδειξη υπολειπόμενης περιουσίας στον οφειλέτη τόσης ώστε να εξαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, περιουσία η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στην ένδικο υπόθεση δεν αποδείχθηκε). Οι λόγοι αυτοί, και κατά το πιο πάνω μέρος τους, είναι απορριπτέοι, καθόσον τα χαρακτηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα με την πιο πάνω αναπτυχθείσα έννοια, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα του ενάγοντος αναιρεσείοντος για την στήριξη των απόψεών του ή χρησιμεύουν προς απόδειξη των όσων αυτός υποστηρίζει, και, συνεπώς, δεν προβάλλεται αιτίαση που εμπίπτει στο άρθρο 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ και οι λόγοι που κρίνονται είναι και εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ανεξαρτήτως του ότι είναι και αλυσιτελείς για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους, όπως αλυσιτελείς είναι και οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους αυτούς λόγους αιτιάσεις, όπου εκτίθενται και άλλα περιστατικά "ως περιεχόμενο του πραγματικού" των άρθρων 386 και 397 του ΠΚ, που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων - αναιρεσείων με τον με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά το μέρος αυτής που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του, κατά την στην αδικοπραξία των αντιδίκων του θεμελιούμενη βάση της, λόγω διαπραθείσας σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της απάτης και της καταδολιεύσεως δανειστών, ότι οι πιο πάνω παραδοχές της στερούνται αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη. Εξάλλου ο από τον αριθμό 10 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και όχι όταν το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά.

Συνεπώς ο από τη διάταξη αυτή του ΚΠολΔ, έβδομος λόγος αναιρέσεως, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του (με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση), έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την επί της αδικοπραξίας βάση της, παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινές τις προαναφερόμενες παραδοχές του χωρίς απόδειξη, είναι απαράδεκτος. V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, "αδίκαστη" μένει μία αίτηση, όταν το δικαστήριο, καίτοι υπεχρεούτο, παρέλειψε να αποφανθεί επί αυτής, δηλαδή να την δεχθεί ή την απορρίψει. Η ίδρυση έτσι του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου. Επομένως: Α) ο δέκατος έκτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή, λόγω ηθικής βλάβης του για τα ως άνω δύο ποινικά αδικήματα, χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 14.000,00 ευρώ, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και από όσα ο αναιρεσείων εκθέτει στο αναιρετήριό του, το Εφετείο ερεύνησε την βάση της αγωγής στην οποία ο ενάγων στήριξε το πιο πάνω αίτημά του και την απέρριψε, ως μη νόμιμη. Β) Επίσης αβάσιμος είναι και ο δέκατος έβδομος λόγος αναιρέσεως, από την αυτή διάταξη του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή της ενδίκου απαιτήσεώς του και με προσωπική κράτηση αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, αφού όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (7ο φύλλο), το Εφετείο ερεύνησε το αίτημα αυτό και το απέρριψε, ως μη νόμιμο. Γ) Ο δέκατος όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για επίδειξη της γραπτής μεταξύ των αναιρεσιβλήτων συμβάσεως συμβιβασμού και με προσωπική κράτηση (ως προς το συγκεκριμένο αίτημα) αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν πρόκειται για αίτηση με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, δηλαδή αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός και ως λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εκτιμώμενος, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση (7ο φύλο), το Εφετείο ερεύνησε το αίτημα αυτό και το απέρριψε. Δ) Ο δέκατος ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο άφησε αδίκαστο: α) το αίτημα του αναιρεσείοντος να αναγνωρισθεί ότι οφείλει στην α' αναιρεσίβλητη το ποσό των 8.118,95 ευρώ ως υπόλοιπο καταβληθέντος απ' αυτήν συνολικού ποσού 14.000,00 ευρώ αποκλειστικά έναντι εξόδων, και β) την προβληθείσα ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, δηλαδή της προηγουμένης ολοσχερούς εξοφλήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων όλων των κονδυλίων της παραγράφου Α του αιτητικού της ενδίκου αγωγής του. Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος για τους αναφερόμενους και στην προηγούμενη περίπτωση λόγους. Κατά το πρώτο σκέλος του, ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται αληθώς περί αυτοτελούς αιτήματος (άλλωστε ο ενάγων - αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για την υποβολή αιτήματος ότι οφείλει στην α' αναιρεσίβλητη το ποσό αυτό), αλλά καθ' υποφορά απάντηση σε ισχυρισμούς των αντιδίκων του ότι του κατέβαλαν την οφειλόμενη αμοιβή και έξοδα για τις υπηρεσίες του (πρόβαλε, δηλαδή, κατ' ουσία ο αναιρεσείων, ότι, πράγματι η α' εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 14.000 ευρώ, αλλά για έξοδα, από το οποίο δαπάνησε - για έξοδα - 5.881,05 και συνεπώς οφείλει μόνο το υπόλοιπο), το Εφετείο, επιδικάζοντας για δικαστική δαπάνη, στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα, το ποσό των 1500 ευρώ, εκ του πράγματος έκρινε το αίτημα αυτό και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. E) Ο εικοστός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, με τις παραδοχές της με τις οποίες επιδικάζει υπέρ αυτού και σε βάρος της α' αναιρεσιβλήτου 4.000,00 ευρώ και σε βάρος του β' αναιρεσιβλήτου 600,00 ευρώ, παρά τον νόμο άφησε αδίκαστο το αίτημά του να επιδικάσει σ' αυτόν κατά αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων, εις ολόκληρον, αφενός τα έξοδα του συνολικού ποσού 5.910,59 για τα οποία υπέβαλε αναλυτικούς πίνακες και αφετέρου την εκ του νόμου ελάχιστη αμοιβή του συνολικού ποσού 12.861,32 ευρώ, άφησε αδίκαστο το αίτημά του για την καταβολή 14.771,91 ευρώ (5.910,59 συν 12.861,32 ίσον 18.771,91 μείον 4.000,00). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας την έφεση της πρώτης εναγομένης - αναιρεσίβλητης στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, καταδίκασε αυτήν στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου - αναιρεσείοντος, την οποία όρισε στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, ενώ δεχόμενο την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος κατά της πρώτης εναγομένης - αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και καταδίκασε την α' εναγομένη, ως εν μέρει ηττηθείσα, στην ανάλογη με την έκταση της νίκης και ήττας της σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, την οποία όρισε και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στο ποσό των 4000 ευρώ.

Συνεπώς το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση σ' αυτόν της αιτούμενης δικαστικής δαπάνης και εξόδων, όπως, αυτό άλλωστε και εξ αυτού του περιεχομένου του προβαλλόμενου λόγου προκύπτει και κατ' ακολουθίαν ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επισημαίνεται δε ότι καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. ΣΤ) Με τους εικοστό τρίτο και εικοστό τέταρτο, επικουρικώς προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως (δηλαδή, εφόσον στην πρώτη περίπτωση δεν γίνει δεκτός ο κατωτέρω εξεταζόμενος εικοστός δεύτερος λόγος αναιρέσεως και στην δεύτερη εφόσον δεν γίνουν δεκτοί ο εικοστός δεύτερος και εικοστός τρίτος λόγοι αναιρέσεως), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι: α) με τις παραδοχές της με τις οποίες δεν επιδικάζει υπέρ του αναιρεσείοντος ειδική αμοιβή για την μελέτη των στοιχείων που στάλθηκαν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, καθόσον η μελέτη αυτή έλαβε χώρα ακριβώς για την σύνταξη της αγωγής και συνεπώς περιλαμβάνεται στην αμοιβή για την σύνταξη αυτής, άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα της αγωγής του για την επιδίκαση αμοιβής των αναφερομένων στην αγωγή εξωδικαστικών υπηρεσιών αξίας ευρώ 1.953.00, 43.163,00, 5.087,00, και συνολικά αξίας ευρώ 60.203,00 και β) ότι άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα του αναιρεσείοντος ότι, στην περίπτωση που γίνει δεκτό, ότι η αμοιβή του για τις εξωδικαστικές υπηρεσίες του συμπεριλαμβάνονται στην αμοιβή για τη σύνταξη της αγωγής, τότε για τις υπηρεσίες του αυτές αιτείται την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αιτούμενος επιπλέον ποσοστό 1,00% επί του αντικειμένου της αγωγής, δηλ. επί 4.864.664,30 δολ. ΗΠΑ, ήτοι επιπλέον 8.646,64 δολ. ΗΠΑ. Οι λόγοι αυτοί, κατά το εξεταζόμενο μέρος τους, όπως, εξ αυτής της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και εξ αυτού του περιεχομένου του προβαλλόμενου λόγου προκύπτει, είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστα τα πιο πάνω αιτήματα του ήδη αναιρεσείοντος, εφόσον, ως προς το πρώτο, έκρινε ότι η αμοιβή για τις αναφερόμενες εργασίες περιλαμβάνεται στην αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής, και συνεπώς, ως προς το δεύτερο, έκρινε ότι η αιτούμενη αμοιβή περιλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη των 4000 ευρώ που επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα. Ο αναιρεσείων με τον αυτόν εικοστό τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει περαιτέρω ότι σε κάθε περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη κατά την υπαγωγή των πιο πάνω περιστατικών στο ως άνω "πραγματικό" του άρθρου 98 του Κωδ.Δικ. "παραβίασε παρά τον νόμο τα λαμβανόμενα αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη υπόψη "διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής της παρ. 4 του άρθρου 336 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα οποία παραβιάζεται η διεθνώς ισχύουσα Αρχή κατά την οποία είναι απαράδεκτη η δικαστική κρίση δύο ή περισσοτέρων ομοίων ελασσόνων προτάσεων με διαφορετική μείζονα πρόταση ή και η δικαστική κρίση δύο ή περισσοτέρων διαφορετικών ελασσόνων προτάσεων με ίδια μείζονα πρόταση, παραβιάζεται δε η ως άνω Αρχή εν προκειμένω επειδή δεν αποφαίνεται η αναιρεσιβαλλομένη αφ' ενός πόσων ετών εξωδικαστικές υπηρεσίες "θεωρούνται" περιλαμβανόμενες στην αμοιβή για την σύνταξη της αγωγής.... και αφετέρου ουδόλως ανθίσταται στην βάσανο της κοινής λογικής και πείρας να επιδικάζεται αμοιβή με μόνο το κριτήριο του ύψους του αντικειμένου της δίκης δεδομένου ότι αυτό άγει αυτοδικαίως σε ασύμμετρα εντελώς ανεπιεική αποτελέσματα". Ο λόγος αυτός, κατά εξεταζόμενος μέρος του, εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αρ. 1β του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφενός διότι η παραβίαση "διεθνώς ισχύουσα αρχής" δεν θεμελιώνει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (οι γενικές αρχές του δικαίου δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παράβασή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως) και αφετέρου ο λόγος αναιρέσεως από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προϋποθέτει την εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι και η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ.

VI. Με το άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζεται ότι "εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενο κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει ότι η επιδίκαση από το δικαστήριο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ. του ίδιου Κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα, εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες. Εάν όμως το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιδίκαση στον ενάγοντα δικηγόρο επαυξημένης αμοιβής παρέλειψε να λάβει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα τιθέμενα με την πιο πάνω διάταξη κριτήρια προσδιορισμού αυτής (αυξημένης αμοιβής), τότε η σχετική κρίση του ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα δικηγόρο αυξημένη αμοιβή: για τη σύνταξη της από 22-9-2008 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "Περαιτέρω ο ενάγων συνέταξε την από 22-9-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του πρώτου εναγόμενου, της αδελφής αυτού Α. συζ. Ε. Τ., δεκαπέντε πιστωτικών ιδρυμάτων (τραπεζών) και της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών με την οποία ζητούσε προς εξασφάλιση της αξίωσης της πρώτης εναγόμενης (και αιτούσας) α) να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση κάθε τραπεζικού λογαριασμού των δύο πρώτων καθών μέχρι το ποσό των 8.610.455,70 δολαρίων ΗΠΑ και β) να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης μέχρι το ίδιο ποσό επί των αναφερόμενων ακινήτων επίσης των δύο πρώτων καθών. Την αίτηση αυτή την προσυπέγραψε η ως άνω εντολέας πρώτη εναγόμενη και ακολούθως ο ενάγων την κατέθεσε στις 24-9-2008 στη Γραμματεία των ασφαλιστικών μέτρων του Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε αριθμό κατάθεσης 174979/13396/ 24-9-2008 και δικάσιμος ορίστηκε η 29-10-2008. Επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης με την κάτωθι αυτού παραγγελία επιδόθηκε στους καθών. Παράλληλα με την ίδια αίτηση υποβλήθηκαν και αιτήματα έκδοσης προσωρινής διαταγής, τα οποία και έγιναν εν μέρει δεκτά. Κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής ο ενάγων παραστάθηκε μετά της πρώτης εναγόμενης (βλ. τη σημείωση επί της αίτησης της Προέδρου Υπηρεσίας), παρουσία που καταδεικνύει την ύπαρξη εντολής προς τον ενάγοντα δικηγόρο για την διεξαγωγή των δικών που αφορούν την αξίωση των αποκτημάτων. Για τη σύνταξη της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ο ενάγων δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή (ΚωδΔικ 104), η οποία ανέρχεται σε 40 μεταλλικές δραχμές, ήτοι σε 16,43 ευρώ (40 μεταλ. δρχ. επί 140 δρχ., καθόσον με τη 12398/9-2-1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ΦΕΚ Β' 131/21-2-1989, ορίστηκε ο συντελεστής υπολογισμού των δικηγορικών αμοιβών που προβλέπεται από το άρθρο 99 ΝΔ 3026/1954 σε 140 μονάδες = 5600 δρχ. : 340,75 = 16,43 €), ωστόσο το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 98 ΚωδΔικ και συγκεκριμένα την επιστημονική εργασία του ενάγοντος (ναι μεν η ιστορική βάση της αίτησης ταυτίζεται ως επί το πλείστον με αυτή της ανωτέρω από 17-9-2008 αγωγής, την οποία μάλιστα αγωγή, ο ενάγων ενσωμάτωσε στην αίτηση, ωστόσο ενόψει του εύρους του αιτήματος και του αριθμού των καθών απαιτείτο - αυξημένη μελέτη και έρευνα εκ μέρους του ενάγοντος, για τη σύνταξη της αίτησης), την αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης (ήταν επιβαλλόμενη και αναγκαία δικαστική ενέργεια, προκειμένου να εξασφαλιστεί κατά το μείζον η αξίωση της αιτούσας), το χρόνο που καταναλώθηκε για τη σύνταξη της αίτησης, τη σπουδαιότητα της διαφοράς (η δίκη για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι απλή και συνοπτική), τις ιδιάζουσες περιστάσεις (η κατοικία της εναγομένης ήταν στις ΗΠΑ), καθώς και τις εν γένει ενέργειες που έκανε ο ενάγων (δύο επισκέψεις στα γραφεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, υποστήριξη της αίτησης ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την έκδοση προσωρινής διαταγής), κρίνει ότι η ως άνω ελάχιστη αμοιβή πρέπει να αυξηθεί κατά το ποσό των 483,57 ευρώ και επομένως δικαιούται 500 € (16,43 + 483,57). Τέλος αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατέβαλε εξ ιδίων για έξοδα όλων των υπηρεσιών του προς την εναγομένη (επιδόσεις, μετακινήσεις σε υποθηκοφυλακεία, δαπάνες μετακίνησης, διαμονής και διατροφής στη Μυτιλήνη, δαπάνες επικοινωνίας τηλεφωνικές και κυρίως ηλεκτρονικές, φωτοαντίγραφα), συνολικά το ποσό των 1000 ευρώ. Σημειώνεται ότι ο ενάγων ως εκκαλών δεν παραπονείται με τους λόγους εφέσεώς του για την κατ' ουσίαν απόρριψη από την εκκαλουμένη του κονδυλίου υπό στοιχ. Ιδ' της αγωγής του (αμοιβή του για την επίδοση στον δεύτερο εναγόμενο της ασκηθείσας στις ΗΠΑ αγωγής κατ' αυτού) και επομένως το θέμα τούτο δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο ...". Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 98 ΚωδΔικ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα περί της εφαρμογής του, λαμβάνοντας υπόψη του για τον προσδιορισμό του αυξημένου ποσού της αμοιβής του αναιρεσείοντος Δικηγόρου, όλα τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια (επιστημονικής εργασία, αξία και του είδος της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, καταναλωθέντα χρόνο, σπουδαιότητα της διαφοράς, ιδιάζουσες περιστάσεις και εν γένει των καταβληθείσες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες), χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης περαιτέρω αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αφού αυτό διατυπώνεται σαφώς. Επομένως, είναι αβάσιμος ο με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις εικοστός πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, (αληθώς όμως και από τον αρ. 19, όπως εκτιμάται), λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις παραδοχές της με τις οποίες επιδικάζει υπέρ αυτού για την σύνταξη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της α' αναιρεσιβλήτου εκτός των 40 μεταλλικών δραχμών ισόποσων 16,43 ευρώ και επιπρόσθετη αμοιβή 483.57 ευρώ, δηλαδή συνολικά 500,00 ευρώ, παραβιάζει το δεύτερο μέρος της παρ. 1 του άρθρου 98 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), για τα ελάχιστα όρια αμοιβής των δικηγόρων. Κατά τα λοιπά όσα διαλαμβάνονται στον εξεταζόμενο λόγο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, αφού με την επίφαση της ιδρύσεως του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως πλήττουν αληθώς την επί την ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, ως προς το ύψος του επιδικασθέντος ποσού, κρίση η οποία, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Επίσης με τον εικοστό δεύτερο, από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις παραδοχές της με τις οποίες δεν επιδικάζει υπέρ του αναιρεσείοντος ειδική αμοιβή "για την μελέτη των στοιχείων πού στάλθηκαν με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο καθόσον η μελέτη αυτή έλαβε χώρα ακριβώς για την σύνταξη της αγωγής και συνεπώς περιλαμβάνεται στην αμοιβή για την σύνταξη αυτής (ΚωδΔικ 159, ΑΠ 31/1998 ΕΕργΔ 1999.222)", παραβίασε το άρθρο 160 του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο καθορίζει την αμοιβή του δικηγόρου για την εξέλεγξη τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και την περί αυτής σύνταξη εκθέσεως. Η παραβίαση δε αυτή συνίσταται, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι ενώ αυτός επικαλέσθηκε και απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν το "πραγματικό" του ως άνω άρθρου 160 του Κώδικα Δικηγόρων, εν τούτοις η αναιρεσιβαλλομένη παρά τον νόμο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, αλλά εφάρμοσε το άρθρο 159 του Κώδικα Δικηγόρων, όμως για την εφαρμογή του οποίου προβλέπεται μελέτη δικογραφίας που εκκρεμεί ήδη ενώπιον Δικαστηρίου ή άλλης αρχής και όχι αποδεικτικών εγγράφων όπως είναι στην ένδικο υπόθεση τα ηλεκτρονικά μηνύματα και όχι η μελέτη για την σύνταξη της αγωγής. Επίσης, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η αναιρεσιβαλλομένη "ώφειλε να διαγνώσει ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα, δεν αφορούσαν, όπως δέχθηκε, γενικά και συνήθη θέματα αποδείξεως, αλλά ότι πληρούν το "πραγματικό" του ως άνω ειδικού άρθρου 160 του Κώδικα Δικηγόρων. Ο λόγος αυτός, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποδείχθηκε ότι η επίμαχη μελέτη "έλαβε χώρα ακριβώς για την σύνταξη της αγωγής και συνεπώς περιλαμβάνεται στην αμοιβή για την σύνταξη αυτής" και συνεπώς απαραδέκτως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι "επικαλέσθηκε και απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν το "πραγματικό" του ως άνω άρθρου 160 του Κώδικα Δικηγόρων", αφού το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας αντιθέτως.

Η διαλαμβανόμενη στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτίαση, προς θεμελίωση του από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της ότι δεν προσβάλλει με την έφεση του ο αναιρεσείων το επιμέρους κονδύλιο της αμοιβής του ύψους 620,00 ευρώ για την επίδοση της ασκηθείσας στις ΗΠΑ αγωγής διαζυγίου της α' αναιρεσιβλήτου προς τον β' αναιρεσίβλητο στην Ελλάδα, άφησε αδίκαστο το αίτημά του αυτό, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον, όπως και πιο άνω έχει αναφερθεί, ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, (άρθ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ) νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, αλλά δεν ιδρύεται ο παρών λόγος όταν προβάλλεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστους λόγους της έφεσης. Ανεξαρτήτως τούτου, ο λόγος αυτός (και ως λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ εκτιμώμενος), είναι αβάσιμος, αφού δεν προκύπτει σαφώς από τη επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, ότι ο ήδη αναιρεσείων προσέβαλε με την έφεσή του το επίμαχο επιμέρους κονδύλιο της αμοιβής του ύψους 620,00 ευρώ και δεν συνιστά τέτοια προσβολή το ότι "σε κάθε σημείο της εφέσεως του αναγράφει ρητά ότι το συνολικό ποσό της ενδίκου αξιώσεως είναι 183.733,39 ευρώ για την εξεύρεση του οποίου έχει συνυπολογισθεί και το ανωτέρω επιμέρους κονδύλιο", όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται.

VII. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εικοστό πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, από την διάταξη αυτή του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, μολονότι στις παραδοχές της βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την ένορκο βεβαίωση και όλα τα έγγραφα πού προσκόμισε ο ήδη αναιρεσείων, εντούτοις, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ειδικώς αναφερόμενα στην αίτησή του έγγραφα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης διότι αποδεικνύουν την τέλεση από τους αναιρεσιβλήτους των αδικημάτων των άρθρων 386 και 397 του Π.Κ. και επομένως τη βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι βασίζονται στα άρθρα αυτά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής. Τούτο δε διότι, όπως ήδη έχει αναφερθεί, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμη, κατά το στηριζόμενο στην αδικοπραξία των ήδη αναιρεσιβλήτων μέρος της, λόγω διαπραχθείσας από αυτούς, σε βάρος του αναιρεσείοντος, των αδικημάτων της απάτης και καταδολιεύσεως δανειστού (386 και 397 ΠΚ), με βάση τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά και, συνεπώς, ήταν αδιάφορο το τι προέκυπτε από τις αποδείξεις, ως προς τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών, αφού το Εφετείο, ούτε ερεύνησε ούτε μπορούσε να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά το μέρος που την έκρινε ως μη νόμιμη. Κατά τα λοιπά και κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και ερευνήθηκε κατ' ουσία, οι διαλαμβανόμενες στην εξεταζόμενη αίτηση αιτιάσεις, με την επίφαση της ιδρύσεως των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττουν αληθώς, απαραδέκτως, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-8-2011 αίτηση (αρ. καταθ. 726/9-9-11) του Α. Ρ. για αναίρεση της 1240/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για τον πρώτο, που κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ και για τον δεύτερο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ