Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
995/2023 KI-strukturiert

995/2023 — 995/2023 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 995/2023 (AP_995_2023)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 995 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 995 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 995/2023

Απόφαση 995 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (ΟΑΕΔ) και ήδη "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (ΔΥΠΑ), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ - ΟΕΚ", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πετρούσκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Αγγελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 28-11-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4-9-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 170/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 σε συνδ. με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 25-6-2020, η δε 30ήμερη προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατ' αυτής είχε ανασταλεί δυνάμει των υπ' αριθ. Δ1α/ΓΠ.οικ.17734/12.3.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'833/12.3.2020), Δ1α/ΓΠ.οικ.18176/15.3.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'864/15.3.2020), Δ1α/Γ.Π.οικ.21159/ 27.3.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ ΒΊ074/27.3.2020), Δ1α/ΓΠ.οικ.24403/ 11.4.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ ΒΊ301/11.4.2020), Δ1α/ΓΠ.οικ.26804/25.4.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ ΒΊ588/25.4.2020), και Δ1α/ΓΠ.οικ.30340/15.5.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ ΒΊ857/15.5.2020). Επίσης το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020, δεν υπολογίζεται, στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων και παράλληλα παρέχονται επιπλέον 30 ημέρες από τον νόμιμο χρόνο λήξης της προθεσμίας, όπως αυτή ανεστάλη. Συγχρόνως, λαμβάνεται υπόψη ότι δυνάμει του άρθρου 63 του ν. 2214/1994, όπως ισχύει, το αναιρεσείον ΤΠΚΔ απολαμβάνει τα δικαστικά, διοικητικά, οικονομικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο, μεταξύ των οποίων και αυτό της αναστολής της προθεσμίας της άσκησης ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών κατ' άρθρο 11 του Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Κώδικος Περί Δικών του Δημοσίου", οι οποίες για το έτος 2020 άρχισαν στις 16η Ιουλίου 2020 και έληξαν στις 31η-8-2020 (άρθρο 18 του. ν. 4684/2020).

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει - και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (πρβλ. ΑΠ 1226/2014). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 560 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1361/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 170/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο αιτών - εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι παντρεμένος με την Ι. Γ. του Δ., από το γάμο τους δε αυτό έχουν αποκτήσει δύο κόρες, ηλικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου 12 και 6 ετών, αντίστοιχα. Ο αιτών - εφεσίβλητος είναι δημόσιος υπάλληλος και συγκεκριμένα πυροσβέστης και ο καθαρός μηνιαίος μισθός του ανέρχεται, κατά τη συζήτηση της αίτησης, στο ποσό των 1.300,00 Ευρώ, εκ του οποίου και μέχρι και προ της έκδοσης της με αριθμό 28/2014 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Καρλοβασίου παρακρατούνταν σε εξυπηρέτηση δανείου προς το καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) το ποσό των 584,45 ευρώ μηνιαίως, μετά δε την έκδοση της ως άνω προσωρινής διαταγής, το ποσό των 150,00 ευρώ μηνιαίως. Η σύζυγός του εργαζόταν στον Δήμο Σάμου έως το έτος 2013, αποκομίζοντας ποσό 1.057,98 ευρώ μηνιαίως και ήδη είναι άνεργη και δεν λαμβάνει σύνταξη ούτε έχει άλλα εισοδήματα, ενώ είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., αλλά έχει λήξει και η περίοδος καθ' ην λάμβανε επίδομα ανεργίας, ώστε δεν έχει πλέον εισοδήματα. Αμφότεροι οι σύζυγοι δε διαθέτουν εισοδήματα από καμία άλλη πηγή. Συνακόλουθα, αποδεικνύεται ότι το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος - εφεσιβλήτου δεν ξεπερνά το συνολικό ποσό των 1.150,00 Ευρώ. Το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειας του αιτούντος - εφεσιβλήτου, ενόψει και των προβλημάτων υγείας της μεγαλύτερης των θυγατέρων της, η οποία έχει διαγνωσθεί πάσχουσα από δυσγραφία και δυσαριθμησία, ανέρχεται στο ποσό των 1.100,00 Ευρώ, το οποίο επιμερίζεται στις απολύτως αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας του αιτούντος - εφεσιβλήτου, ήτοι στη διατροφή τους, στις σχολικές και εξωσχολικές ανάγκες (φροντιστήρια) των ανηλίκων τέκνων τους, στους λογαριασμούς συντήρησης της οικίας τους, στην ένδυση και υπόδησή τους, στις ιατρικές δαπάνες και στην ψυχαγωγία τους. Επιπλέον, για την εξυπηρέτηση του δανείου που έλαβε από το καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν, ο αιτών - εφεσίβλητος εκχώρησε σε αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 § 1 του Ν. 2214/1994 μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του, ως και τα δικαιώματά του επί της σύνταξής του. Δυνάμει δε της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης), το εκκαλούν παρακρατούσε από το μηνιαίο μισθό του ως άνω αιτούντος αρχικά το ποσό των 584,45 ευρώ και στη συνέχεια, ήτοι από την 1η.7.2014, το ποσό των 150,00 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 28/2014 προσωρινής διαταγής. Συνεπεία δε της σύμβασης αυτής, αφ' ενός μεν, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, η οφειλή του αιτούντος - εφεσιβλήτου ήταν ενήμερη προς το εκκαλούν, αφ' ετέρου δε ο ανωτέρω, κατά τον αυτό χρόνο, λάμβανε ως υπόλοιπο μισθού το ποσό των 1.150,00 Ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε τον αιτούντα, τον περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθ' όσον, με το υπόλοιπο του μισθού του τελευταίου, το οποίο, κατ' αντικειμενική κρίση, είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της τετραμελούς οικογένειας του, αδυνατούσε ο τελευταίος να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειας του, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 1.100,00 Ευρώ. Κατά συνέπεια, επομένως, το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών του αιτούντος, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθ' όσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής αυτής από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπληρώσεως της παροχής του, αδυναμία του ως και την διακινδύνευση της διατροφής του ίδιου, της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων τους. Κατά συνέπεια, λοιπόν, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα ο αιτών - εφεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από εκπλήρωση της παροχής του, το υπόλοιπο δε των μηνιαίων αποδοχών του δεν εξασφάλιζε το στοιχειώδες επίπεδο της διαβίωσης του.

Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής του, εκτιμώμενους ενιαία, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, τα ίδια δε δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με εν μέρει διαφορετική και συνοπτικότερη αιτιολογία, αντικαθιστάμενη από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν εφάρμοσε πλημμελώς το νόμο ούτε εκτίμησε πλημμελώς τα αποδεικτικά μέσα...

Από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν τα εξής : το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος - εφεσιβλήτου δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις προς το καθ' ου - εκκαλούν, με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά του σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του προς αυτό, καθώς αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε. Ειδικότερα, τα έσοδα του αιτούντος, στην προκειμένη περίπτωση, συγκρινόμενα με τις οφειλές του από τη δανειακή σύμβαση με το καθ' ου η αίτηση - εκκαλούν, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση αυτού του χρέους, η αδυναμία του δε αυτή οφείλεται, εν προκειμένω, στην απώλεια αφ' ενός της εργασίας της συζύγου του και την περιέλευση της τελευταίας σε καθεστώς ανεργίας, αφ' ετέρου στη μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων του και ειδικότερα της περικοπής του μηνιαίου μισθού του αιτούντος και, κατά τρίτον, στα επιγενόμενα προβλήματα υγείας της μεγαλύτερης θυγατέρας του τελευταίου αλλά και της ιδίου (του αιτούντος), ο οποίος πάσχει από τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto, γεγονότα τα οποία μετέβαλαν απευθείας την οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος και συνετέλεσαν ουσιωδώς στην απότομη αύξηση των δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς του. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών περιήγαγε ο ίδιος τον εαυτό του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε η αύξηση των πιστώσεων του κατά τα τελευταία έτη, ούτε η εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων ή με οποιοδήποτε τρόπο απεμπόληση περιουσιακών του δικαιωμάτων (αποποιήσεις υγιών κληρονομιών κ.α.) ούτε και συγκεκριμένες ενέργειες απόκρυψης του συνόλου των δανειακών του υποχρεώσεων ή των εισοδημάτων του με σκοπό την παραπλάνηση του εκκαλούντος - καθ' ου για να πετύχει τη δανειοδότησή του, γεγονότα εξάλλου, που δεν επικαλείται το τελευταίο. Η αδυναμία του δε είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά του ο αιτών αδυνατεί να καλύψει τη δανειακή του υποχρέωση και τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας του. Περαιτέρω, η αδυναμία του είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του εισοδήματος του κατά το προσεχές μέλλον. Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 § 2 και 9 §§ 1 και 2, καθ' ότι βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του. Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επειδή ο αιτών έχει μειωμένα εισοδήματα και αυξημένες δαπάνες, ... χωρίς δική του υπαιτιότητα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 8 §§ 2 και 5 του ν. 3869/10, όπως η παράγραφος 2 ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4336/2015, να ρυθμίσει τις οφειλές του και την υποχρέωσή του να καταβάλει στο εκκαλούν το ποσό που απομένει και το οποίο μπορεί να διατεθεί από τον αιτούντα για την ικανοποίηση των δανειακών του υποχρεώσεων. Το ως άνω ποσό υπολογίζεται σε 150,00 ευρώ μηνιαίως, καταβαλλόμενο προς το εκκαλούν - καθ' ου η αίτηση. Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθ. 9 § 2 ν. 3869/10 ρύθμιση, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.8.2015), εφόσον δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων του αιτούντος - εφεσιβλήτου και προβάλλεται σχετικό αίτημα από αυτόν, εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του, το οποίο είναι υποχρεωτικό για το Δικαστήριο. Τη δε κύρια και μοναδική κατοικία του, η οποία του ανήκει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, αποτελεί μία οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, στον οικισμό ….του πρώην Δήμου…, νυν Σάμου, συνολικού εμβαδού 200 τ.μ., εκ των οποίων τα 150 τ.μ. αποτελούν τους κύριους χώρους, ανεγερθείσα επί της βόρειας πλευράς της πρώτης κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχείο (I) εμβαδού 391,43 τ.μ., του όλου οικοπέδου εμβαδού 847,47 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί αυτού 500/1000, συνολικής εκτιμώμενης αντικειμενικής αξίας 85.000,00 ευρώ και του 50% εξ αδιαιρέτου 42.500,00 ευρώ. Το ως άνω ακίνητο πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης καθώς κρίνεται ότι η αξία του πλέον είναι ακόμα μικρότερη και τυχόν εκποίησή του θα αποβεί ιδιαιτέρως ασύμφορη. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο αποθηκευτικός χώρος εμβαδού 50 τ.μ. που βρίσκεται στο ισόγειο της ως άνω περιγραφόμενης κατοικίας του αιτούντος - εφεσιβλήτου είναι ανοιχτός, μη δυνάμενος να εκμισθωθεί και αποτελεί απλά αποθηκευτικό χώρο που εξυπηρετεί την κύρια οικία. Κατά συνέπεια, πρέπει να υποχρεωθεί ο αιτών - εφεσίβλητος να καταβάλει στο εκκαλούν, για τη διάσωση της ως άνω οικίας του, το ποσό των 34.000,00 ευρώ, σε χρονικό διάστημα 15 ετών σε180 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 188,00 ευρώ η καθεμία ,με την προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων πιστωτών κατά νόμο, καταβλητέες μετά τη λήξη της πενταετούς ρύθμισης του άρθρου 8, η οποία, συνυπολογιζομένης της με αριθμό 29/5.6.2014 προσωρινής διαταγής της Ειρηνοδίκη Καρλοβασίου που λήγει την 5η.6.2019, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 § 4 Ν. 3869/2010, εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μήνα, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο συμβατικό σταθερό επιτόκιο στεγαστικού δανείου, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συναφώς αποδείχθηκε ότι ο αιτών - εφεσίβλητος διαθέτει το 50% ενός IX αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ... μάρκας FORD ΜΟΝDΕΟ, 1800 κ.ε. κυκλοφορίας έτους 2006 και αξίας 3.000,00 ευρώ και μιας μοτοσυκλέτας μάρκας Gilera 250 κ.ε κυκλοφορίας έτους 2006 και αξίας 1.500,00 ευρώ, τα οποία λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας τους, του γεγονότος ότι στα ως άνω οχήματα είναι κύριος μόνο κατά 50% και του μειωμένου γενικότερα αγοραστικού ενδιαφέροντος κρίνεται ότι δεν μπορούν να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα και επομένως δεν κρίνονται πρόσφορα για να εκποιηθούν για την ικανοποίηση της απαίτησης του εκκαλούντος. Επομένως, ο προκείμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος - καθ' ου η αίτηση κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του, στα ίδια δε καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με εν μέρει διαφορετική και συνοπτικότερη αιτιολογία, αντικαθιστάμενη από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν εκτίμησε πλημμελώς τα αποδεικτικά μέσα..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 44/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η αίτηση του αναιρεσιβλήτου και η οποία προέβη στη ρύθμιση των χρεών του αιτούντος και εξαίρεσε της εκποίησης το ποσοστό 50% του δικαιώματος της πλήρους κυριότητας αυτού επί του προπεριγραφέντος ακινήτου. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών του αναιρεσείοντος, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι α)ο μηνιαίος μισθός του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται σε 1300 ευρώ και ότι οι βασικές βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του (συζύγου του και των δύο ανήλικων τέκνων τους) ανέρχονται σε 1.100 ευρώ, β) η αδυναμία αυτού να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις προέκυψε αφενός μεν λόγω της περικοπής του μηνιαίου μισθού του, αφετέρου δε στο ότι η σύζυγός του απώλεσε την εργασία της, με αποτέλεσμα να μειωθεί το οικογενειακό εισόδημα και περαιτέρω ότι αυξήθηκαν οι οικογενειακές τους δαπάνες λόγω των επιγενομένων προβλημάτων υγείας του ιδίου και της μεγαλύτερης θυγατέρας του (δυσγραφία και δυσαριθμησία), πλην όμως δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη σε ποιο ποσό ανέρχονταν ο μηνιαίος μισθός του αναιρεσιβλήτου κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου και πότε ενεφανίσθηκαν τα προβλήματα υγείας του ιδίου και της θυγατέρας του (αν προϋπήρχαν κατά τον χρόνο που καταρτίσθηκε η σύμβαση του δανείου με το αναιρεσείον) και κατά ποίο ποσό αυξήθηκαν οι δαπάνες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας αυτών. Λόγω των ανεπαρκών αυτών αιτιολογιών δεν καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του, παράλληλα με την ικανοποίηση των δανειακών του υποχρεώσεων έναντι του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί σε κάθε περίπτωση να ανταποκριθεί στις εν λόγω υποχρεώσεις, ώστε να μην περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών και, επομένως, να μην υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη. Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατόπιν τούτου, γενομένου δεκτού του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την αναιρεσιβαλλόμενη των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` ν. 3869/2010, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πρωτοδικείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του, από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης δεν ορίζεται και διάταξη δικαστικών εξόδων, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθμ. 170/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου που δίκασε ως Εφετείο. Και

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ