Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
995/2021 KI-strukturiert

995/2021 — 995/2021 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 995/2021 (AP_995_2021)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 995 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 995/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχο...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 995 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 995/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχο...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 995/2021

Απόφαση 995 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 995/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ" και ήδη "ΔΗΜΟΣ ΣΟΥΛΙΟΥ", που εδρεύει στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντάλλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 12-11-2020 δήλωση, καθώς και στις από 12-11-2020 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσίβλητου Δήμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2005 αγωγή του "Δήμου Παραμυθιάς, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2008 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 27-4-2020 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ουρανίας Παπαδάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6-4-2009 και με αρ.καταθ.10/2009 αίτησης για αναίρεση της 129/2008 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6-4-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου Παραμυθιάς για αναίρεση της υπ` αριθμ. 129/2008 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ.129/2008 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι: Με την υπ` αριθ.1090851/6037/0010/ 10.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 990Δ /4.9.1996 τεύχος), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων υπέρ του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την κατασκευή τμήματος της Εγνατίας Οδού " Κρυσταλλοπηγής - Ψηλοράχης " έκτασης 94.154 τ.μ., που βρίσκεται στα Δ.Δ.Κρυσταλλοπηγής και Σαλονίκης του Δήμου Παραμυθιάς του Ν.Θεσπρωτίας. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι με αριθμούς …/…/, …/…, …/…….., …/…….., …/……., …./…….., …./…, …/…, …/……./…, …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, κτηματολογικού πίνακα ιδιοκτησίες του τώρα αναιρεσίβλητου Δήμου. Με την υπ' αριθμό 128/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, όπως διορθώθηκε με την υπ' αρ. 28/1999 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων, όπως ειδικότερα στην εν λόγω απόφαση. Με την υπ' αριθμό 185/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας o (τότε) Δήμος Παραμυθιάς αναγνωρίστηκε δικαιούχος των αποζημιώσεων που αντιστοιχούσαν στις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες που απαλλοτριώθηκαν. Μετά ταύτα ο τώρα αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 10-1-2005 και με αρ.κατάθ.6/21-01-2005 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία, επικαλούμενος ο ενάγων ότι το εναγόμενο (τώρα αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο αρνείτο να του καταβάλει πλήρη αποζημίωση για τις απαλλοτρωθείσες εκτάσεις του, θεωρώντας τον ωφελούμενο από την απαλλοτρίωση παρόδιο ιδιοκτήτη βαρυνόμενο ως εκ τούτου με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης κατ'άρθρο 1 του Ν. 651/1977, ζητούσε (ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, το αναφερόμενο στην ως άνω αγωγή υπόλοιπο ποσό από την ως άνω απαλλοτρίωση, ήτοι 261.820 ευρώ νομιμοτόκως, επικαλούμενος ότι τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων του δεν ωφελήθηκαν από την απαλλοτρίωση και συνεπώς δεν μπορούσε αυτός να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση, άλλως να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το ως άνω αναφερόμενο στην ως άνω αγωγή υπόλοιπο ποσό από την ως άνω απαλλοτρίωση, ήτοι 261.820 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ'αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ` αριθμ. 6/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω από 10.1.2005 και με αριθ.έκθ. κατάθ. 6/2005 αγωγή του τώρα αναιρεσίβλητου. Κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 6/2006 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο ενάγων της ως άνω αγωγής (ήδη αναιρεσίβλητος), άσκησε ενώπιον του Εφετείου Κερκύρας την από 28.2.2007 και με αρ.έκθ.κατάθ.25/ 8-3-2007 έφεσή του κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος). Επί της ως άνω εφέσεως του τώρα αναιρεσείοντος εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.129/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ` αριθμ.6/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, διακράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ως άνω αγωγής, δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 261.820 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006 και 4/ 2005, βλ .και ΑΠ 546/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 452/2018, ΑΠ 1012/2011, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/ 2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1401/2008). Θα πρέπει λοιπόν να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008).Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1401/2008).Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007). Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 164/2021). Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556 & 2, 570 & 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης. Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 621/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλονται από το αναιρεσείον οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, µε την επίκληση ότι, παρά το νόµο, κατά παράβαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η προσβαλλοµένη απόφαση έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή αντί να απορρίψει αυτή, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται σ' αυτήν, το αρχικό εμβαδόν της κάθε ιδιοκτησίας πριν από την απαλλοτρίωση, το εμβαδόν του απαλλοτριούμενου τμήματος και το εμβαδόν του τμήματος που απέμενε εκτός απαλλοτρίωσης, το είδος των απαλλοτριουμένων εκτάσεων, το ποσό της καθορισθείσας οριστικά αποζημίωσης για την συνολική έκταση της κάθε ιδιοκτησίας χωριστά, τα ποσά που καταβλήθησαν ήδη από το Ελληνικό Δημόσιο, ως αποζημίωση για κάθε ιδιοκτησία καθώς και σε πόση απαλλοτριωθείσα έκταση κάθε ακινήτου χωριστά, αντιστοιχούσαν τα ποσά αυτά, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν τα εναπομείναντα τμήματα είναι πράγματι αυτά για τα οποία ζητείται, με την ασκηθείσα αγωγή, η επιδίκαση αποζημίωσης, θεωρώντας ότι για την θεμελίωση του ασκηθέντος δικαιώματος χρειάζονται λιγότερα στοιχεία από τα πράγματι απαιτούμενα. Ο προαναφερόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, ενόψει του ως άνω περιεχομένου του, είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής και το εξ αυτής προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν και μάλιστα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Αντιθέτως προς τα ανωτέρω αναφέρεται στο αναιρετήριο μόνο ότι η (φερόμενη) αοριστία της αγωγής έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, ενώ για την πληρότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης θα έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, με τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, προτάθηκε νόμιμα στα δικαστήρια της ουσίας. Εν όψει των προαναφερθέντων, ο ανωτέρω πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Τέλος με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 630/2020).Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 630/2020). Για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Αρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι αναπόδεικτος (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1665/2018, ΑΠ 1002/2015, ΑΠ 1965/2014, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009, ΑΠ 364/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος ενώπιόν του πίνακα "Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων " της Δ/νσης Δ12 του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που αφορούσε την ένδικη απαλλοτρίωση και θεώρησε ως αυτοαποζημιούμενη την με αριθ.κτηματολογικού πίνακα …/…. ιδιοκτησία του Δήμου, έκτασης 11.614 τ.μ., ενώ αυτή σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα ανήκει στις ιδιοκτησίες του, που αποζημιώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε, σε σχέση με το προαναφερθέν θέμα που ενδιαφέρει εδώ, τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα) και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: <<Με την υπ` αριθ.1090851/6037/0010/10.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 990/4.9.1996 τεύχος Δ') κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή τμήματος της Εγνατίας Οδού "Κρυσταλλοπηγής - Ψηλοράχης" έκτασης 94.154 τ.μ., η οποία βρίσκεται στα Δ.Δ.Κρυσταλλοπηγής και Σαλονίκης του Δήμου Παραμυθιάς του Ν.Θεσπρωτίας. Στην έκταση αυτή περιλαμβάνονται και οι με αριθμούς …/…/, …/…, …/……., …/……., …/……., …/……., …/… …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, …/…, κτηματολογικού πίνακα ιδιοκτησίες του τώρα ενάγοντος, ήτοι χέρσες εκτάσεις απαρτιζόμενες από τμήματα μειζόνων χορτολιβαδικών εκτάσεών του.Για τις απαλλοτριωθείσες ως άνω ιδιοκτησίες, με την 128/1998 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως διορθώθηκε με την 28/1999 απόφασή του, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του εδάφους ως ακολούθως: Για τις με αρ…./…. και …/… το ποσό των 600δραχμών ανά τ.μ. Για τις ιδιοκτησίες με αρ…./…….., …/……., …/…….., …/…….., …/…, …/…, …/…, …/… 400δρχ.ανά τ.μ. Για τις με αρ…./…, …/… και …/… ιδιοκτησίες 150δρχ.ανά τ.μ. Για τις με αρ…./…, …/… ιδιοκτησίες 1800 δρχ.ανά τ.μέτρο και τέλος. Για τη με αρ…./… ιδιοκτησία 1000 δρχ.ανά τ.μέτρο. Στη συνέχεια ο ενάγων Δήμος, με την 185/97 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αναγνωρίστηκε δικαιούχος των αποζημιώσεων που αντιστοιχούν στις παραπάνω ιδιοκτησίες που απαλλοτριώθηκαν και ήδη κατελήφθησαν από διετίας από το οδόστρωμα της Εγνατίας οδού. Όμως το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει τα ποσά που αναλογούν στις, ως άνω, απαλλοτριωθείσες εκτάσεις, διατεινόμενο ότι αυτός (ενάγων) θεωρείται ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά τις διατάξεις του ν.653/77 και συνεπώς βαρύνεται με συμμετοχή στις δαπάνες απαλλοτρίωσης επειδή τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών του και από τις δύο πλευρές του διανοιγόμενου δρόμου αποκτούν πρόσωπο επ' αυτού, συνεπώς επήλθε συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αποδείχτηκε όμως ότι τα εναπομείναντα τμήματα όχι μόνο δεν ωφελούνται, αλλά αντίθετα μειώνεται η εμπορική τους αξία, διότι δεν αποκτούν πρόσωπο στη διανοιγείσα οδό, αφού αυτή είναι κλειστή με προστατευτικά στηθαία στα άκρα του οδοστρώματος και από τις δύο πλευρές της. Παράλληλα η διανοιγείσα οδός σχηματίζεται σε υπερυψωμένο από το έδαφος ανάχωμα, με υψομετρική διαφορά ακανόνιστου ύψους από πέντε (5) έως είκοσι (20) μέτρα που δημιουργεί απρόσιτους κρημνούς, επιπλέον δε περιφράσσεται στη βάση του (αναχώματος) και καθ' όλο το μήκος των εναπομενόντων τμημάτων των ιδιοκτησιών με πασσάλους 1, 50 μέτρων με αποτέλεσμα να αποκόπτονται οι εναπομείνασες βοσκήσιμες εκτάσεις του, ως στερούμενες παντελώς δυνατότητος πρόσβασης σ' αυτές.

Συνεπώς ο ενάγων δεν ωφελείται από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και δεν μπορεί να θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, κατά την έννοια του ν.653/1977, ώστε να επιβαρυνθεί με αυτοαπόζημίωση ή αποζημίωση τρίτων, το δε εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ήδη καθορισθέν ποσό αποζημίωσης για την κάθε μία των αναφερομένων απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών και ειδικότερα 1)Για τη με αρ…./…. ιδιοκτησία 4.825.200 δραχμές, ήτοι 8.042 τ.μέτρα επί 600 δρχ.

2)Για τη με αρ…./… ιδιοκτησία 26.400 δραχμές, ήτοι 44 τ.μέτρα επί 600 δρχ.

3)Για τη με αρ…./……. ιδιοκτησία 31.408.400 δραχμές, ήτοι 78.521 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

4)Για τη με αρ…../……. ιδιοκτησία 1.640.000 δραχμές, ήτοι 4.100 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

5)Για τη με αρ…./……. ιδιοκτησία 10.065.200 δραχμές, ήτοι 25.163 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

6)Για τη με αρ…../…….. ιδιοκτησία 16.034.800 δραχμές, ήτοι 40.087 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

7)Για τη με αρ…./…. ιδιοκτησία 4.645.600 δραχμές, ήτοι 11.614 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

8)Για τη με αρ…./… ιδιοκτησία 3.998.000 δραχμές, ήτοι 9.995 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

9)Για τη με αρ…./…. ιδιοκτησία 152.400 δραχμές, ήτοι 381 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

10)Για τη με αρ…./…. ιδιοκτησία 911.600 δραχμές, ήτοι 2.279 τ.μέτρα επί 400 δρχ.

11)Για τη με αρ…../…. ιδιοκτησία 977.400 δραχμές, ήτοι 543 τ.μέτρα επί 1.800 δρχ...................και συνολικά το ποσό των 26., 800, 00 ευρώ, το οποίο αιτείται ο αιτών Δήμος.

Επομένως και με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και κατά το μέρος αυτό, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγοντα το παραπάνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής......".Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού του ενάγοντος ότι σε σχέση (και) με την με αρ…./… ιδιοκτησία του Δήμου, έκτασης 11.614τ.μ.ο ενάγων δεν μπορεί αν θεωρηθεί ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης κατά τις διατάξεις του ν.653/77, ώστε να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων, και ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρείον) υποχρεούται να του καταβάλλει το ήδη καθορισθέν ποσό αποζημίωσης για την κάθε μία των αναφερόμενων απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε ο πίνακας "Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων " της Δ/νσης Δ12 του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό (ως άνω πίνακα), το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά συνεκτίμησε απλώς το έγγραφο αυτό (πίνακα "Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων " της Δ/νσης Δ12 του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ) μαζί με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του ως άνω αποδεικτέου γεγονότος. Εν όψει των ανωτέρω, αλλά και λαμβανομένου υπόψη ότι το αναιρεσείον δεν προσκόμισε στον Άρειο Πάγο το ως άνω έγγραφο, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι αναπόδεικτος ο ερευνώμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθ.176, 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ.2ΚΠολΔ.), μειωμένων όμως, κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου Παραμυθιάς για αναίρεση της υπ` αριθμ.129/2008 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ