Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
995/2014 KI-strukturiert

995/2014 — 995/2014 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 995/2014 (AP_995_2014)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 995 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα ΠετροÏ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 995 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα ΠετροÏ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 995/2014

Απόφαση 995 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. - Ν. χήρας Μ. Π., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Διώνη Σκάντζου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Θ.-Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2. Π. Μ. του Θ., κατοίκου ... οι οποίοι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.",της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, νομίμως εκπροσωπούμενου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ξιφαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: α) Στο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Διοικητή του και β) Στην ΚΑ' ΔΟΥ Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2010 και 1-10-2010 αντίστοιχες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του 1ου κοινοποιούμενου την αναίρεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1831/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5670/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως της 5670/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 576§2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... και .../15.7.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Θ. - Π. Μ. και Π. Μ., αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-

ΙΙ.- Από την κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5670/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ.681Α Κ.Πολ.Δ.), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσείουσα Α. - Ν. χήρα Μ. Π. είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22.5.2010 και με αριθμό κατάθεσης 4636/2010 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ιστορούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Θ. - Π. Μ. οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του δεύτερου εξ αυτών και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Π. Μ. και ασφαλισμένη κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία της στην τρίτη τούτων ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό της και την βλάβη του ποδηλάτου της, κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, ο πρώτος δε τούτων και με προσωπική του κράτηση, λόγω του αδικήματος, να της καταβάλουν ως αποζημίωση για την θετική ζημία την οποία υπέστη το ποσό των 37.306,75 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνο των 59.955 ευρώ και συνολικά το ποσό των 97.411,75 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΙΚΑ) άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω δικαστηρίου την από 1.10.2010 και με αριθμό κατάθεσης 7896/2010 αγωγή, στρεφομένη κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων, με την οποία επικαλούμενο το ίδιο πιο πάνω ατύχημα και ότι έχει καταβάλει στην ενάγουσα - ασφαλισμένη του, ως επιδότηση αυτής ένεκα του τραυματισμού της, το ποσό των 1.202,82 ευρώ, κατά το οποίο και του έχει μεταβιβασθεί η αξίωση αυτής κατά των εναγομένων, ζήτησε όπως υποχρεωθούν αυτοί, έκαστος εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το προαναφερόμενο ποσό με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1831/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία και απορρίφθηκαν αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, κριθέντος ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν η ενάγουσα της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η προαναφερόμενη ενάγουσα την από 14.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης 5656/2011 έφεση και το ενάγον ΙΚΑ την από 15.12.2011 και με αριθμό κατάθεσης 8943/2011 τοιαύτη, στρεφομένων των εφέσεων τούτων καθ' απάντων των πρωτοδίκως εναγομένων, επί των οποίων εφέσεων, συνεκδικασθεισών κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5670/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσία, κριθέντος και πάλιν ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, ο οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, εκτιμώντας, όπως δικαιούται, τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία, γιατί η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 Κ.Πολ.Δ., για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 Κ.Ποιν.Δ. από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη. Ετσι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670, 671 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά κατά το άρθρο 681 Α του Κ.Πολ.Δ., με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμώνται με τον ίδιο τρόπο (ΑΠ 1251/2011, ΑΠ 1428/2000).- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. πρώτο κατά σειρά λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το εφετείο δεν προσέδωσε με την απόφασή του α) στην από 4.8.2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και β) στο συνοδεύον αυτήν υπό την ιδία ως άνω χρονολογία πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνετάγησαν από τον αστυφύλακα του Τμήματος Τροχαίας Ξυλοκάστρου Ν. Γ., την δέουσα αποδεικτική δύναμη ως δημοσίων εγγράφων, αλλά εκείνη των δικαστικών τεκμηρίων, πράγμα το οποίο άσκησε ουσιώδη επιρροή στις παραδοχές του δικαστηρίου και συνακόλουθα στην έκβαση της δίκης, α) ως προς το ότι υπήρχε σταματημένο αυτοκίνητο επί της οδού, το οποίο περιόριζε την ορατότητα του πρώτου εφεσίβλητου - οδηγού του ζημιογόνου μοτοποδηλάτου προς το μέρος της αναιρεσείουσας, ενώ στα ανωτέρω έγγραφα δεν εμφανίζεται να υπάρχει σταματημένο αυτοκίνητο, β) ως προς το σημείο στο οποίο έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων, το οποίο, κατά το σχεδιάγραμμα, είναι ακριβώς δίπλα στο πεζοδρόμιο, ενώ αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί των αντιδίκων της ενάγουσας το σημείο σύγκρουσης θα έπρεπε να είχε αποτυπωθεί περί το μέσον του ρεύματος πορείας της οδού από Πάτρα προς Κόρινθο και γ) ως προς το ότι εισήλθε αυτή (ενάγουσα) αιφνιδιαστικά στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί από δεξιά στην πορεία του ζημιογόνου οχήματος, ενώ αυτά δεν προκύπτουν από τα ως άνω έγγραφα. Αυτό το περιεχόμενο έχων ο ερευνόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος δοθέντος τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα ως προς τις συνθήκες του αυτοκινητικού ατυχήματος αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη μετά από αξιολόγηση του λοιπού αποδεικτικού υλικού. IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ). Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1702/2011, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 861/1984). Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005). Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα δικύκλου μοτοποδηλάτου και ποδηλάτου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, τα ακόλουθα: Στις 4.8.2007 και περί ώρα 19.00, η ενάγουσα, επιβαίνουσα του ποδηλάτου της, ήταν σταθμευμένη μπροστά από το σούπερ μάρκετ "ΣΥΚΙΩΝ", στο Κάτω Διμηνιό Κορινθίας και συγκεκριμένα στο 23ο χλμ της ΠΕΟ Κορίνθου - Πατρών, επάνω στο πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας προς Κόρινθο, έχουσα σκοπό, αφού ελέγξει τον δρόμο, να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο και στη συνέχεια να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα. Η προαναφερόμενη οδός έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,80 μέτρα και στο σημείο που έλαβε χώρα το παρακάτω αναφερόμενο ένδικο ατύχημα είναι ευθεία με μεγάλη ορατότητα. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά την ίδια χρονική στιγμή εκινείτο επί της ανωτέρω οδού, με κατεύθυνση προς Κόρινθο, ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το ανήκον στην κυριότητα του δεύτερου τούτων υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο (παπί), το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του κατά την κυκλοφορία του στην τρίτη εξ αυτών ασφαλιστική εταιρία, βαίνοντας με ταχύτητα κατώτερη του επιτρεπομένου ανωτάτου ορίου και έχων ως συνεπιβάτιδα την Γ. Π.. Όταν έφθασε στο ύψος του ως άνω σούπερ μάρκετ, μπροστά από το οποίο ήταν σταθμευμένο ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο περιόριζε την ορατότητα του οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου προς την μεριά που βρισκόταν σταματημένη η ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα, η τελευταία, κινηθείσα αιφνιδίως και ανελέγκτως, εισήλθε κάθετα στο οδόστρωμα, προκειμένου να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Κόρινθο και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα προς Πάτρα "και επέπεσε με τον εμπρόσθιο τροχό του ποδηλάτου της στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του δικύκλου μοτοποδηλάτου και στη συνέχεια, λόγω της συγκρούσεως ενώ το δίκυκλο δεν ανετράπη, η ενάγουσα έχασε την ισορροπία της και ανατράπηκε με το ποδήλατο αριστερά, με αποτέλεσμα να υποστεί εξάρθρημα αριστερού γόνατος". Παρακατιόν δε περαιτέρω το Εφετείο και προβαίνον, με βάση τα ανωτέρω δεκτά υπ' αυτού γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε κρίση περί της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα δικύκλου μοτοποδηλάτου και ποδηλάτου, δέχεται ότι "για την ανωτέρω σύγκρουση αποκλειστικά υπαίτια τυγχάνει η ενάγουσα, οδηγός του ποδηλάτου, διότι οδηγούσε αυτό αμελώς και χωρίς την προσήκουσα σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της ώστε να δύναται να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και κυρίως διότι προτιθέμενη να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά να πραγματοποιήσει αναστροφή, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την οδό και συγκεκριμένα του α' εναγόμενου, λαμβάνοντας υπόψη την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του όπως είχε υποχρέωση (άρθρ. 12§1, 19§1, 21§1 ΚΟΚ) αλλά αντιθέτως εισήλθε αιφνίδια και ανέλεγκτα καθέτως στο οδόστρωμα με συνέπεια να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Αντιθέτως ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεδομένου ότι αυτός έβαινε κανονικά στην πορεία του και εκινείτο με μικρή ταχύτητα όταν το ποδήλατο της ενάγουσας έπεσε αιφνίδια στο μοτοποδήλατό του, γι' αυτό άλλωστε και δεν ανετράπη επί του οδοστρώματος. Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση αυτή από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, συνεπιβάτιδος του δικύκλου μοτοποδηλάτου, η οποία δεν αναιρείται από την ασαφή κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος δεν ήταν αυτόπτης, αλλά και α) από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Ξυλοκάστρου (Κιάτου), όπου απεικονίζεται η πρόθεση της ενάγουσας να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο, β) την καταγραφή του περιστατικού στο βιβλίο συμβάντων του Τ.Τ. Ξυλοκάστρου, όπου αναφέρεται ότι "...η υπ' αριθμ. ... δικ. μοτ/τα...συγκρούσθηκε με δίτροχο ποδήλατο άνευ αριθμού κυκλοφορίας...και το οποίο εισήλθε κάθετα στην ανωτέρω οδό με κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά..." και γ) τις προανακριτικές καταθέσεις του οδηγού της μοτ/τας και της συνεπιβάτιδός του, οι οποίες κρίνονται πειστικές και συμβατές με τα ευρήματα της Τροχαίας. Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι αυτή (ενάγουσα) ήταν σταματημένη πάνω στο ποδήλατο, παράλληλα με το πεζοδρόμιο, με το εμπρόσθιο τμήμα του αντίθετα με την κυκλοφορία, προκειμένου να ελέγχει αυτή (κυκλοφορία) και να διασχίσει κάθετα την οδό και το δίκυκλο μοτοποδήλατο με μεγάλη ταχύτητα κτύπησε στο τιμόνι του ποδηλάτου και την παρέσυρε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα". Κατόπιν δε τούτων έκρινε ότι η ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και απέρριψε την κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των εφαρμοσθεισών από αυτό ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος των οδηγών των συγκρουσθέντων μοτοποδηλάτου και ποδηλάτου και τα αντιθέτως προβαλλόμενα, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ειδικότερα το θέμα του μη προσδιορισμού με την προσβαλλόμενη απόφαση του ακριβούς σημείου σύγκρουσης επί της οδού του ποδηλάτου και του μοτοποδηλάτου και του μη προσδιορισμού του εάν το μοτοποδήλατο εκινείτο στο δεξιό ή στο αριστερό ή στο μέσον του ρεύματος πορείας του, ανάγεται στην ανάλυση των αποδείξεων, το δε γεγονός ότι η ήδη αναιρεσείουσα ήταν σταματημένη επάνω στο πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας προς Κόρινθο, με σκοπό να ελέγξει το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια, αφού το διασχίσει, να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα, δεν αναιρεί την παραδοχή του Εφετείου ότι στην συνέχεια κινήθηκε αυτή αιφνιδίως. Κατά την γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του εισηγητή, ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης έπρεπε να γίνει δεκτός και τούτο διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών του δικύκλου μοτοποδηλάτου και του ποδηλάτου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος συνισταμένων στο ότι α) ενώ δέχεται ότι έμπροσθεν του καταστήματος υπήρχε σταθμευμένο ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, που περιόριζε την ορατότητα του δικύκλου μοτοποδηλάτου, εντούτοις δεν προσδιορίζει το επί της οδού ακριβές σημείο σύγκρουσης του ποδηλάτου με το μοτοποδήλατο, ούτε και προσδιορίζει αν το μοτοποδήλατο εκινείτο δεξιά, στο μέσον ή αριστερά επί της λωρίδας κυκλοφορίας προς Κόρινθο και β) ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επιβαίνουσα του ποδηλάτου της, ήταν σταματημένη επάνω στο πεζοδρόμιο του προς Κόρινθο ρεύματος πορείας της οδού "με σκοπό να ελέγξει το δρόμο και να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο και να εισέλθει στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα", εντούτοις δέχεται περαιτέρω ότι "η ενάγουσα αιφνίδια και ανέλεγκτα εισήλθε καθέτως στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει το ρεύμα πορείας προς Κόρινθο...". Με αυτά, όμως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του κρισίμου ζητήματος της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου και της ύπαρξης αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του ποδηλάτου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.- V.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή. Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος. Περαιτέρω, "έγγραφα" κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009, ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 364/2008, ΑΠ 437/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου α) της από 4.8.2007 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και β) του υπό την ιδία ημερομηνία συνοδεύοντος αυτήν προχείρου σχεδιαγράμματος, που συντάχθηκαν από τον αστυφύλακα του Τμήματος Τροχαίας Ξυλοκάστρου Ν. Γ., που περιέχουν στοιχεία του ατυχήματος και περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτό έγινε. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αυτά στα οποία κατέληξε το Εφετείο δεν τα δέχθηκε ως περιεχόμενο των προσκομιζομένων αυτών εγγράφων, παρέπεται ότι δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα μετά από αξιολόγηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ρητά διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι τα δεκτά γενόμενα από εκείνη, ως πλήρως αποδεικνυόμενα, πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνονται και από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, κρίση της η οποία δεν οφείλεται σε εσφαλμένη ανάγνωση αυτού, αλλά στηρίζεται σε διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου αυτού. Επομένως, κατά τούτο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος αποδίδει την ίδια πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις προανακριτικές καταθέσεις ως μαρτύρων του οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου (πρώτου εναγόμενου - νυν πρώτου αναιρεσίβλητου) και της συνεπιβάτιδός του, οι οποίες περιέχονται στην σχηματισθείσα από την Τροχαία ποινική προανακριτική δικογραφία και οι οποίες επίσης προσκομίζονται, καθώς επίσης και ως προς το περιεχόμενο της σελίδας του δελτίου συμβάντων του Τμήματος Τροχαίας Ξυλοκάστρου, στο οποίο βιβλίο καταχωρήθηκε το περιστατικό του ενδίκου ατυχήματος και η οποία σελίδα δεν προσκομίζεται, είναι επίσης απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού οι ως άνω προανακριτικές καταθέσεις και η σελίδα του βιβλίου συμβάντων που περιέχει την καταχώρηση του περιστατικού δεν αποτελούν "έγγραφο" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 556/2003).- VI.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, το οποίο υπεισήλθε στην δικονομική θέση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωσης Α.Α.Ε.", λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας αυτής με την υπ' αριθμ. 84/2013 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, και γ) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1565604, 1565605, 1565606, σειρά Α', τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 022612, 022613 και 022614, σειρά Α', τρία παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙΚ, των εξήντα (60) ευρώ έκαστο.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.1.2013 και με αριθμό κατάθεσης 171/2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 5670/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο υπεισήλθε στην δικονομική θέση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Διεθνής Ένωσης Α.Α.Ε.", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. 1565604, 1565605, 1565606, σειρά Α', τρία παράβολα του Δημοσίου, των σαράντα (40) ευρώ έκαστο, και τα υπ' αριθμ. 022612, 022613 και 022614, σειρά Α', τρία παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙΚ, των εξήντα (60) ευρώ έκαστο.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ