Legislator European & Swiss Legal Corpus
995/2012 AI-structured

995/2012 — 995/2012 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 995/2012 (AP_995_2012)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 995 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νÎ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 995 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 995/2012

Απόφαση 995 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 995/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. συζ. Χ. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., 2. Σ. συζ. Θ. Λ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Α. Ν. Π., κατοίκου ..., 4. Ν. Ι. Μ., κατοίκου ... και 5. Χ. Ι. Μ., κατοίκου .... Οι μεν 1η 3ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Μαλαφούρη, οι δε 4ος και 5ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Του αναιρεσιβλήτου: 1. Δήμου Λούρου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχο του, που εδρεύει στο Δήμο Λούρου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Οικονόμου, 2.α. Α. χας Π. Ν., το γένος Ε. Σ., β. Π. Ν. του Π., συζ. Θ. Δ., κατοίκων ... και γ. Α. Ν. του Π., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αποβιώσαντος διαδίκου Π. Ν. του Α., οι οποίοι οι μεν 2α, 2β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πεπόνη και ο δε 2γ παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 30-4-2003 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση του Δήμου Λούρου Πρεβέζης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 477/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-2-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' αποδοχή ως βασίμων των στο σκεπτικό της παρούσας λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τις 7540β' και 7541β'/10-11-2011 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πρέβεζας ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι, η δεύτερη αναιρεσείουσα Σ. σύζ. Θ. Λ. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο της 7-3-2012. Επομένως, αφού η εν λόγω αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α, 291 παρ. 1, 2 και 292 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και κατά την αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, εφόσον επέλθει διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός διαδίκου, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να επισπεύσουν την επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, που γίνεται μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 141/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, (με κατάθεσή της στις 27-3-2008), απεβίωσε στις 28-8-2008 ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Π. Ν., ο οποίος κατέλιπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Α. και τα τέκνα του Π. σύζυγο Θ. Δ. και Α. Π. Ν.. Κατά τη δικάσιμο προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που είχε οριστεί αρχικά στις 23-9-2009, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης λόγω του επισυμβάντος θανάτου του ως άνω αναιρεσιβλήτου. Ήδη οι πρώτη, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους αναιρεσείοντες, με την από 22-10-2009 κλήση τους, την οποία στρέφουν τόσο κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου όσο και κατά των πιο πάνω κληρονόμων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, δηλώνουν ότι επιθυμούν την επανάληψη της δίκης που διακόπηκε και τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Η εν λόγω κλήση συντάχθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο (άρθρα 292 ΚΠολΔ και 1847 § 1 εδαφ. α' ΑΚ) τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας του θανόντος από μέρους των κληρονόμων του, επέχει δε θέση πρόσκλησης των τελευταίων τρίτων προς επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως. Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα οι ως άνω αναιρεσείοντες επισπεύδουν την επανάληψη της δίκης με πρόσκληση των καθολικών διαδόχων του θανόντος, η οποία δίκη νόμιμα, από τον παραπάνω λόγο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά στο πρόσωπο των καλουμένων, νομιμοποιουμένων για τη συνέχιση της δίκης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 7-3-2012) μετά, δηλαδή, την παρέλευση τριάντα και πλέον ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτούς της εν λόγω κλήσης (πρόσκλησης), που υλοποιήθηκε στις 29-7-2010 και 30-7-2010.

3.- Επειδή, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών ιδιωτικής φύσης δικαιώματα, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η δε παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου, σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7 Σαμπάν 1276, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μονίμου εγκαταστάσεως), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατοχής και καλλιέργειας της δημόσιας γαίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσης δημόσια γαία και δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα αυτού και τίτλος (ταπί), ο οποίος έχει απλώς χαρακτήρα αποδεικτικό. Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια, αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμ. 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι τις 20 Μαΐου 1917. Με το άρθρο 49 του Ν. 2052/1920 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτάει δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου. Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν. ΔΞΗ'/1912, δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, επειδή κατά νόμο έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Περαιτέρω, η κληρονομία του αποβιώσαντος πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) διέπεται, κατά το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ' αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα, επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί το αμφισβητούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δικαίωμα συγκυριότητάς τους, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο απέκτησαν με παράγωγο (αγορά και κληρονομική διαδοχή) και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο και να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος- αναιρεσίβλητος, που το κατέχει παράνομα, σε απόδοσή του: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 1800 τμ, που βρίσκεται στη θέση "ΛΑΚΕΣ" της κτηματικής περιφερείας Λούρου Πρεβέζης, πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου ήταν καλλιεργήσιμη έκταση και αποτελούσε δημόσια γαία, υπαγόμενο στην κατηγορία του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου "Περί Γαιών". Το επίδικο σε μεγαλύτερη έκταση το κατείχε και το καλλιεργούσε με δημητριακά τουλάχιστον επί μια δεκαετία προ του έτους 1917 ο Ι. Τ., χωρίς καμία δικαστική αμφισβήτηση, και έτσι το απέκτησε κατά κυριότητα με βάση τις διατάξεις του νόμου 1072/1917. Τις ίδιες πράξεις καλλιέργειας συνέχισε ο Ι. Τ. μέχρι το έτος 1926, που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Χ. και τις δύο θυγατέρες του, την Α. και την Ε., που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1919 και 1922, αντίστοιχα, οι οποίες έτσι έγιναν συγκύριες αυτού κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία των λοιπών, η μεν πρώτη (σύζυγος) ως αναμειχθείσα στην κληρονομία του αποβιώσαντος, οι δε λοιπές (θυγατέρες) αυτοδικαίως ως ανήλικες και τελούσες υπό πατρική εξουσία κατά τον χρόνο του θανάτου εκείνου. Κατά το 1936 απεβίωσε η Χ. χήρα Ι. Τ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τις ανωτέρω δύο θυγατέρες της, οι οποίες αναμείχθηκαν στην κληρονομία της και έτσι έγιναν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Με το υπ' αριθ. .../7-8-1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Ι. Ραβανού, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ως άνω Α. Τ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην Μ. χήρα Ν. Π. και στους τρεις πρώτους ενάγοντες το ιδανικό της μερίδιο (1/2 εξ αδιαιρέτου) του αναφερομένου στο συμβόλαιο αυτό ακινήτου, το οποίο, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ταυτίζεται με το ακίνητο που κληρονόμησε η πωλήτρια από τους γονείς της Ι. και Χ. Τ.. Όμως στο συμβόλαιο αυτό ρητά αναφέρεται ότι το ακίνητο, που η πωλήτρια πωλεί και μεταβιβάζει στους αναφερθέντες αγοραστές, περιήλθε σε αυτήν ως γεωργικός κλήρος δυνάμει του υπ' αριθ. 44116/1953 τίτλου κυριότητος (παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε). Επομένως, όπως, κατά λέξει, το Εφετείο δέχεται, "τούτο περιήλθε στην κυριότητα της Α. και της Ε. Τ. με πρωτότυπο τρόπο και δη με βάση τις διατάξεις του αγροτικού κώδικα (βλ. άρθρο 193), και όχι από κληρονομιά των γονέων τους, όπως εκθέτουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους. Εντεύθεν παρέπεται ότι το επίδικο κληροτεμάχιο δεν μπορούσαν να το αποκτήσουν κατά κυριότητα η Α. και η Ε. Τ. μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, ούτε με τακτική ούτε με έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι αυτές ενέμοντο με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ούτως ώστε να καταστούν κύριες αυτού με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, αφού ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων δεν ανέφερε καμία συγκεκριμένη πράξη νομής αυτών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεχόμενο, ότι "δεν αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τους τρόπους που αναφέρουν στην αγωγή τους". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων Α. και Ε. Τ., δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ως αποδειχθέν, ότι οι τελευταίες έγιναν κατ' ισομοιρία συγκύριες αυτού (επίδικου) από κληρονομία των γονέων τους Ι. και Χ. Τ., στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι αυτό περιήλθε στην κυριότητα αυτών με πρωτότυπο τρόπο (παραχωρητήριο και μεταγραφή). Επίσης, το Εφετείο δεν διέλαβε καμία αιτιολογία αναφορικά με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) κτήσης κυριότητας του επιδίκου εκ μέρους των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή, το κατείχαν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο αυτοί και οι αναφερόμενοι (άμεσοι και απώτεροι) δικαιοπάροχοί τους (εκτός των ανωτέρω Α. και Ε. Τ.), επί τον απαιτούμενο χρόνο, ενεργώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής που προσιδίαζαν στην φύση του.

Συνεπώς, οι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, και δεύτερος, κατά το έκτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται, αντιστοίχως, την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον τρόπο κτήσης κυριότητας με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους, είναι βάσιμοι.

4.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την ένδικη αγωγή) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 141/2007 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου από τους αναιρεσείοντες, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, από τα οποία ποσό εξακοσίων (600) ευρώ βαρύνει τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο Λούρου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ