995/2011 — 995/2011 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 995 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 995/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή Ιωάννα Λούκα καÎ...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 995/2011
Απόφαση 995 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 995/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. θυγατέρας Χ. Κ., κατοίκου ..., διαμένουσας στην …, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Καπελλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ο. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/1/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 9/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 25.1.2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 198/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου,, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 194Δ/15-3-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας ..., ακριβές αντίγραφο της από 25-1-2010 αίτησης, μετά της πράξης ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναίρεσης και κλήσης προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 18-2-2011 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Ο., πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι ο θανατωθείς πατήρ της αναιρεσείουσας θα κατελάμβανε τη θέση Προϊσταμένου και όχι Περιφερειάρχη Ηπείρου του ΟΤΕ, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία αποδεικνύονταν το ακριβώς αντίθετο. Ειδικότερα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Η. Φ., συναδέλφου του πατρός της, ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε ότι ούτος (πατήρ της) θα κατελάμβανε τη θέση του Περιφερειάρχη του ΟΤΕ και ότι θα ελάμβανε και τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα επικαλούμενα και επαναπροσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής. Επομένως, ο από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 772/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεση (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι η επαγγελματική εξέλιξη του αποβιώσαντος, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, πατρός της αναιρεσείουσας, δεν εξαρτάτο μόνο από επιστημονικά και επαγγελματικά κριτήρια. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (αγωγή, ανταγωγή) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Πράγματα επίσης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης οι αφορώντες αυτοτελείς ισχυρισμούς. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, το μεν ότι έλαβε παρά το νόμο υπόψη για την επαγγελματική εξέλιξη και τον προσδιορισμό των αποδοχών του αποβιώσαντος πατρός της, λόγο έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ο οποίος προσέκρουσε στις διατάξεις των άρθρων 2 και 22 του Ν. 2472/1997 (προσωπικά δεδομένα), το δε ότι απέρριψε σιωπηρώς ισχυρισμό της με τον οποίο ισχυρίζετο ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ως άνω λόγος έφεσης. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι οι περιεχόμενοι σ' αυτούς ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ (Ολ.) 7/2006). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεως της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή με τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι, αναφορικά με την επαγγελματική εξέλιξη και κατ' ακολουθίαν το ύψος των μηνιαίων αποδοχών, του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα πατρός, της αναιρεσείουσας, αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19-11-1996 και περί ώρα 18.00, στο 19,50 χιλιόμετρο της εθνικής οδού Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", συγκρούσθηκε με το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Χ. Κ. και πατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκε θανάσιμα ο ανωτέρω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάτου του κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 335/1998 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων ο οδηγός του ως άνω ΔΧΦ αυτοκινήτου και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα γεννήθηκε το έτος 1998 και από τις 18-9-2006 είναι φοιτήτρια, δεν εργάζεται και με δύο αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που έχουν καταστεί αμετάκλητες οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε αυτή αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής συνεπεία του θανάτου του πατρός της. Περαιτέρω ότι ο πατέρας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας σαράντα (40) ετών, εργαζόταν, ως μηχανικός τηλεπικοινωνιών στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΟΤΕ) και από την εργασία του αυτή ελάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές το χρηματικό ποσό των 634.978 δραχμών ( 863,47 ευρώ). Εάν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, και δεδομένου ότι δεν είχε κλονισμένη υγεία, θα ζούσε τουλάχιστον έως το έτος 201, χρονικό διάστημα μέχρι το οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητεί αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής. Αυτός ήταν κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του τμήματος φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και θα κατείχε τουλάχιστον θέση Προϊσταμένου και όχι Περιφερειάρχη Ηπείρου και τούτο διότι η θέση του Περιφερειάρχη δεν συναρτάται μόνο με τα προσόντα, αλλά είναι θέση εξαρτημένη πολιτικά, αφού ο ΟΤΕ αποτελεί οργανισμό του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Έτσι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η πιθανή εξέλιξη των μηνιαίων αποδοχών του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, θα ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, δεχόμενη ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς πατέρας της θα εξελίσσετο επαγγελματικά μέχρι το βαθμό του Περιφερειάρχη Ηπείρου του ΟΤΕ και οι καθαρές αποδοχές του θα ανήρχοντο σε έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ μηνιαίως και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ μηνιαίως, αφού δέχθηκε ανέλεγκτα ότι ο θανατωθείς πατέρας της θα κατείχε τουλάχιστον θέση Προϊσταμένου και όχι Περιφερειάρχη Ηπείρου του ΟΤΕ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 928 εδ. β', 1485, 1486, 1489, 1493, 1496 Α.Κ., στις οποίες δεν περιλαμβάνονται και αυτές των άρθρων 2 και 22 του Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, διέλαβε σε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της επαγγελματικής εξέλιξης του πατρός της αναιρεσείουσας, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι πρώτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, και ειδικότερα ότι με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του ως άνω Ν. 2472/1997, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2010 αίτηση της Β. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 198/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5/4/ 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ