Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
994/2022 KI-strukturiert

994/2022 — 994/2022 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 994/2022 (AP_994_2022)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 994 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 994/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 994 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 994/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 994/2022

Απόφαση 994 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 994/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….Ανώνυμος Εταιρεία" και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Στέργιου Σπυρόπουλου και Ευαγγελίας Καστρινάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1744/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 150/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με την από 3.7.2020 και αριθ. κατάθ. 4148/493/7.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 150/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2. Στο άρθρο 12 Ν. 4261/2014 "Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 107), ορίζεται ότι : "1. Για τη χορήγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος άδειας λειτουργίας απαιτείται η κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ίσου τουλάχιστον με τα ακόλουθα ποσά : α) με το ποσό των δεκαοκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) ευρώ στην περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος, β)..... γ) ..... Τα ποσά της παρούσας παραγράφου μπορεί να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε ποσά όχι μικρότερα των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ. 2........ 3. α)........ β)........4. Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει με απόφασή της την προθεσμία εντός της οποίας τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν: α) να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαιά τους προς το εκάστοτε απαιτούμενο ελάχιστο αρχικό κεφάλαιο, β) να επαναφέρουν τα ίδια κεφάλαιά τους, σε περίπτωση μείωσής τους, στο ύψος του εκάστοτε απαιτούμενου ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου. 5. Προκειμένου περί αύξησης των ιδίων κεφαλαίων λειτουργούντων πιστωτικών ιδρυμάτων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει με απόφασή της ειδικούς όρους για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.". Ακολούθως, στο άρθρο 19 του αυτού νόμου ορίζεται ότι : " Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα : α)..... β)........ γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, δ) δεν πληροί πλέον το σύνολο των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 και 411 έως 428 ν.β εκτός από τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92α και 92β, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (L 176) ή επιβάλλονται δυνάμει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 του παρόντος ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, κυρίως, δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του, ε) υπάγεται σε μία από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, στ).......ζ) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του, η)........ θ).......ι)..... δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 14 ή η διάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.". Περαιτέρω, στο άρθρο 137 ορίζεται ότι : "1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να διορίσει στο πιστωτικό ίδρυμα έναν ή περισσότερους επιτρόπους στις ακόλουθες περιπτώσεις : α) όταν συντρέχει μία εκ των περιπτώσεων ζ` και η` του άρθρου 19, β) όταν το πιστωτικό ίδρυμα παραβιάζει ή, λόγω, μεταξύ άλλων, μιας ταχείας επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής του κατάστασης, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, του ν. 4261/2014, του Τίτλου II της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή οποιουδήποτε από τα άρθρα 3 έως 7, 14 έως 17 και 24, 25 και 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 600/2014, και τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28 του νόμου ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ δεν επαρκούν προς αντιμετώπιση της κατάστασης, γ) όταν το πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει σε σοβαρές ή κατ' εξακολούθηση παραβάσεις διατάξεων νόμων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος ή του καταστατικού του ή σε σοβαρές διοικητικές παρατυπίες ή όταν η επιχειρηματική του πορεία δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη χρηστή και συνετή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από τη διοίκησή του, με συνέπεια να τίθενται σε κίνδυνο η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος, τα συμφέροντα των καταθετών του ή εν γένει η διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και η προστασία της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, δ) όταν διαφαίνεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια ή ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως να διασφαλίσει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες και οι λοιποί πιστωτές του, ε) όταν το πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει σχετικό αίτημα.". Εξάλλου, στο άρθρο 139 του ίδιου νομοθετήματος : "1. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να επιβληθούν, χάριν της προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε πιστωτικό ίδρυμα, τα μέτρα εξυγίανσης των άρθρων 140 έως 142. Τα μέτρα αυτά στοχεύουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής ευστάθειας, την ελαχιστοποίηση του κόστους της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος και την προστασία των καταθετών και επενδυτών, όπως προβλέπουν οι διατάξεις του ν. 3746/2009. 2. Λόγοι λήψης των μέτρων εξυγίανσης κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου είναι ενδεικτικά, πέραν εκείνων που αποτελούν λόγο ορισμού επιτρόπου σύμφωνα με τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 137, και οι ακόλουθοι : α) η ανάγκη σταθεροποίησης πιστωτικού ιδρύματος ή αποτροπής κινδύνου οικονομικής αστάθειας σε πιστωτικό ίδρυμα χάριν της συστημικής ευστάθειας, β) η ανάγκη προστασίας της εμπιστοσύνης του κοινού, ιδίως των καταθετών, στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, γ) η πρόληψη δημιουργίας συστημικού κινδύνου ή καταστάσεων αποσταθεροποιητικών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που επικρατούν στην τραπεζική και διατραπεζική αγορά. 3. Η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τα κατάλληλα κατά την κρίση της μέτρα για την εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, εκτιμώντας τα ακόλουθα : α) Τη διαφαινόμενη αδυναμία του πιστωτικού ιδρύματος να ανακάμψει. β) Την αδυναμία λήψης εναλλακτικών μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος εντός κατάλληλου χρόνου για την αποτροπή κατάρρευσης του πιστωτικού ιδρύματος. γ) Τις εκτιμώμενες συνέπειες της αδυναμίας πληρωμών πιστωτικού ιδρύματος για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, λαμβανομένων υπόψη ιδίως : αα) του ύψους των καταθέσεων στο πιστωτικό ίδρυμα και των απαιτήσεων επενδυτών κατ' αυτού, ββ) του είδους και εύρους των υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος έναντι άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, και γγ) των συμμετοχών του πιστωτικού ιδρύματος στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών που ανήκουν στις αναφερόμενες στην υποπερίπτωση ββ' της παρούσας περίπτωσης κατηγορίες, όπως και των συμμετοχών τέτοιων εταιρειών στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, δ) την ανάγκη να επωμιστούν τις τυχόν απώλειες από την εξυγίανση ενός πιστωτικού ιδρύματος οι μέτοχοι, οι μη ενέγγυοι πιστωτές και με την επιφύλαξη της ανάγκης προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας οι καταθέτες που δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του ν. 3746/2009. 4. Με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, η λήψη των μέτρων εξυγίανσης δεν λογίζεται ως διαδικασία αφερεγγυότητας του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος που θα δικαιούνταν να επικαλεσθούν πιστωτές του. Τυχόν συμβατικές ρήτρες που ενεργοποιούνται σε περίπτωση πτώχευσης ή αφερεγγυότητας ή επέλευσης άλλου γεγονότος που χαρακτηρίζεται ως "πιστωτικό γεγονός" ή ισοδύναμο της αφερεγγυότητας δεν ενεργοποιούνται από το γεγονός της λήψης μέτρων εξυγίανσης. 5. Ειδικότερα θέματα και τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 139 έως 144 ρυθμίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. 6.......". Άρθρο 140 : "1. Ο επίτροπος που έχει διοριστεί σε πιστωτικό ίδρυμα, μετά από σχετική ρητή εντολή της Τράπεζας της Ελλάδος αποφασίζει την αύξηση κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην ως άνω απόφαση. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 136 εφαρμόζονται στην ως άνω αύξηση κεφαλαίου. 2. Δικαιώματα προτίμησης των παλαιών μετόχων δεν ισχύουν κατά την εφαρμογή του παρόντος.". Άρθρο 141 : "1. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις. 2. Το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να μεταβιβάσει τα προσδιοριζόμενα στην απόφαση μεταβίβασης περιουσιακά στοιχεία παραχρήμα και σε κάθε περίπτωση προ της έναρξης της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν μεταβιβάσει τα προσδιοριζόμενα στην απόφαση μεταβίβασης περιουσιακά στοιχεία εντός των χρονικών ορίων του προηγούμενου εδαφίου, ορίζεται επίτροπος σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 137, ο οποίος μεταβιβάζει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με την απόφαση μεταβίβασης χωρίς τη σύμπραξη του Διοικητικού Συμβουλίου και πριν από την έναρξη της επόμενης εργάσιμης ημέρας. 3. Το προς η μεταβίβαση πρόσωπο συναινεί με πρότερη έγγραφη δήλωσή του προς την Τράπεζα της Ελλάδος στην προς αυτό μεταβίβαση και στο αντάλλαγμα που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Η δήλωση αυτή αποτελεί εκτελεστό τίτλο για την αξίωση του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος κατά του προς η μεταβίβαση προσώπου στο καθοριζόμενο αντάλλαγμα. ....... 4......... Στα προς ο μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται υποχρεωτικά : α) Οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις έως του ορίου του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 και β) οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις του Δημοσίου και φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, μπορεί να μεταβιβάζονται περαιτέρω στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εξυγίανσης. Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subordinated debts)...... 5. Εάν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του προς η μεταβίβαση προσώπου. Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται. Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. 6......... 7....... 8.......... 9. ....... 10. Τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 178/2002 (Α' 162) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 141 και 142 και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται. 11. Οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση. 12.......13.......". Τα άρθρα 139 έως 144 του ως άνω νόμου καταργήθηκαν από 23.7.2015 με το άρθρο 130 παρ. 1 άρθρου 2 Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α 87/23.7.2015, ωστόσο με τις παραγράφους 2 και 3 δε του αυτού άρθρου και νόμου ορίστηκε ότι : "2. Οι κατ' εξουσιοδότηση των καταργηθέντων με την παράγραφο 1 άρθρων εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις διατηρούνται σε ισχύ ως την αντικατάστασή τους από νεώτερες, εκτός αν το περιεχόμενό τους αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Ειδικές εκκαθαρίσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που ξεκίνησαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και βρίσκονται σε εξέλιξη εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες κατά το χρόνο έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης διατάξεις, εκτός αντίθετης ρητής διάταξης.". Τέλος, στο άρθρο 145 του προαναφερθέντος νόμου 4261/2016 ορίστηκε ότι : "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 και του άρθρου 142 του παρόντος νόμου : α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν κηρύσσεται σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης. β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 19, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ειδικός εκκαθαριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ορίζεται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος........ δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μπορεί να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.......... ε) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της απόφασης περί ειδικής εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να περιορίζει και άλλες εργασίες του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος......... 2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.........". Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 136/1/17.4.2015 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΠΑΘ), μετά την από 17.4.2015 απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με την οποίαν ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", η τελευταία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα το προαναφερθέν άρθρο 145 Ν. 4261/2014. Διορίστηκε δε ειδικός εκκαθαριστής η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "….ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΏΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με το ως άνω πιστωτικό ίδρυμα να επιτρέπεται εφεξής να διενεργεί μόνο τις πράξεις που υπηρετούν το σκοπό της ειδικής εκκαθάρισης, ενώ του απαγορεύτηκε ειδικώς η άσκηση όλων των δραστηριοτήτων του της παραγράφου 1 του άρθρου 11 Ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Β' 633/17.4.2015). Ακολούθως, η Επιτροπή Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, με την υπ' αριθ. 21/1/17.4.2015 απόφασή της (ΦΕΚ Β' 663/17.4.2015) έδωσε στον ειδικό εκκαθαριστή εντολή μεταβίβασης στην Τράπεζα …… επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων της …. Τράπεζας και δη των αναφερομένων στο Παράρτημα της ως άνω απόφασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. Στα στοιχεία που δεν μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα ….. εντάχθηκαν ρητά οι συμβάσεις εργασίας που είχε καταρτίσει η …. Τράπεζα. Ειδικότερα, στην παρ. 2 του Παραρτήματος της ως άνω απόφασης, υπό τον τίτλο "Μεταβιβαζόμενα Περιουσιακά στοιχεία", ορίστηκε ότι : "Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "…Α.Ε." (εφεξής : "….") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "….ΑΕ." (εφεξής : "….") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "…..", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "…" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α) έως και ιβ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία...... 2. Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "…" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "…". Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "…". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα : α) Οι έννομες σχέσεις της "……" με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η "…..", περιλαμβανομένων των προκαταβολών μισθών και των συνταξιοδοτικών ή άλλων παροχών προς το προσωπικό.....".

3. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 361, 410 και 411 ΑΚ, για να υπάρχει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία παρέχει στον τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή, πρέπει να προκύπτει από την σύμβαση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σκοπούσαν να προσπορίσουν απ` απευθείας στον τρίτο ίδιο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου να μπορεί αυτός, στρεφόμενος κατά του υποσχεθέντος, να ζητήσει την παροχή. Τούτο είναι ζήτημα πραγματικό, αναγόμενο στην ερμηνεία της συμβάσεως και ως τέτοιο εκφεύγει από τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν συναφώς οι ερμηνευτικοί κανόνες (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Η ενοχική σχέση, με την οποία συνδέεται ενιαία η υπόσχεση υπέρ τρίτου, μπορεί να είναι οποιαδήποτε αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής σύμβαση, όπως αγοραπωλησία, μίσθωση πράγματος ή υπηρεσίας ή έργου, εταιρεία, εντολή, εκχώρηση, δωρεά, παρακαταθήκη κ.α. Εάν δεν προκύπτει από την σύμβαση ότι προσπορίζεται δικαίωμα στον τρίτο, τότε αυτός αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον υποσχεθέντα μόνο κατά τα άρθρα 455 και 460 ΑΚ, δηλαδή όταν εκχωρηθεί σε αυτόν από εκείνον που δέχθηκε την υπόσχεση η απαίτηση, γιατί αλλιώς δεν νομιμοποιείται στην άσκηση αγωγής κατά του υποσχεθέντος. Η ενοχική αυτή σχέση των συμβληθέντων, με την οποία ενιαίως συνδέθηκε η υπέρ άλλου υπόσχεση, δεν αποκλείεται, ενόψει του ότι οι περί συμβάσεως τρίτου διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να υφίσταται και όταν ο δέκτης της υποσχέσεως δεν συμμετείχε στην βασική έννομη σχέση που συνδέει τους αρχικώς συμβληθέντες. Η υπέρ τρίτου σύμβαση, όπως κάθε δικαιοπραξία, είναι κατά κανόνα αιτιώδης και απαραίτητος για το κύρος και την ισχύ αυτής όρος είναι να περιέχεται σ' αυτήν η αιτία, εξ αφορμής της οποίας καταρτίζεται. Ως αιτία (causa) νοείται ο άμεσος σκοπός, για τον οποίο γίνεται η συντελουμένη επίδοση δια της συμβάσεως, ήτοι η δημιουργία περιουσιακού πλεονεκτήματος για τον λήπτη, αποτελεί τον ψυχολογικό παράγοντα, ο οποίος στη σειρά των σκοπών του δικαιοπρακτούντος είναι ο εγγύτερος προς αυτήν, προσδιορίζοντας τη θέληση προς ενέργεια της επιδόσεως και δίδει τον νομικό χαρακτήρα στη δικαιοπραξία αναλόγως των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τα οποία έχει και τα οποία ανάγει το δίκαιο σε ορισμένους τόπους πράξεων. Η ύπαρξη αιτίας μεταξύ του υποσχεθέντος και δεχθέντος την υπόσχεση είναι απαραίτητος όρος για το κύρος και την ισχύ της συμβάσεως υπέρ τρίτου, διότι στην περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια αιτία, δεν γεννάται η προς τον τρίτον υποχρέωση του υποσχεθέντος. Δεν αποκλείεται βεβαίως να καταρτισθεί σύμβαση υπέρ τρίτου, υπό τον τύπο της αφηρημένης υποσχέσεως, πλην όμως ο υποσχεθείς δύναται να αντιτάξει, ως εναγόμενος, την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ένσταση της ελλείψεως αιτίας, αποδεικνύοντας την ανυπαρξία της αιτίας. Αντιθέτως η ύπαρξη της αιτίας στην μεταξύ του δέκτη της υποσχέσεως και του τρίτου σχέση δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της υπέρ τρίτου συμβάσεως, ασκεί όμως επιρροή στις σχέσεις μεταξύ του δεκτού της υποσχέσεως και τρίτου και μόνο μεταξύ τούτων, είναι δυνατόν όμως ο τελευταίος (τρίτος) να εναχθεί από τον δέκτη της υποσχέσεως δια της περί αχρεωστήτου αγωγής (ΑΠ 1424/2013).

4. Κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 του Συντάγματος, 119 της από 25.3.1957 ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης (ν. 945/1979) και 288 ΑΚ, ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένους από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό ενδιαφέρον ή αφορούν μισθολογική ή βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς, χωρίς δηλαδή νομική υποχρέωση, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ` αντικειμενική κρίση λόγο. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν με την εκούσια παροχή καταρτίζεται σύμβαση του εργοδότη με τον ευνοηθέντα, αφού η σύμβαση αυτή συνάπτεται οικειοθελώς εκ μέρους του εργοδότη. Αλλά για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και να είναι ενεργός. Έτσι η υποχρέωση του εργοδότη για ίση μεταχείριση δεν υπάρχει κατά τον χρόνο πριν από τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, καθώς και κατά τον χρόνο μετά τη λύση της (ΑΠ 1192/1999).

5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει (Ολ. ΑΠ 8/2013, 14/2004, ΑΠ 29/2022, 1370/2007, 14/2004). Ειδικότερα αποτελούν "πράγματα" οι διάφορες βάσεις της αγωγή (κύριες, επάλληλες, επικουρικές) και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (ΑΠ 837/2019, 1152/2017), καθώς και ο λόγος έφεσης, όταν με αυτόν προτείνεται παραδεκτώς στο εφετείο νέος αυτοτελής ισχυρισμός (άρθρο 527 ΚΠολΔ) ή υποβάλλεται παράπονο για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 248/2019, 781/2017). 6. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη περίπτωση και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1744/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ομοίως και απέρριψε την από 7.12.2016 και αριθ. κατάθ. 88728/2312/9.12.2016 αγωγή του τελευταίου, με την οποίαν, ισχυριζόμενος ότι κατά παράβαση των διατάξεων της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (άρθρα 410 επ. ΑΚ), της αρχής της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, του ΠΔ 178/2002 και της οδηγίας 98/50/ΕΚ, δεν συμπεριλήφθηκε στους εργαζόμενους που μεταφέρθηκαν στην εναγομένη μετά τη θέση υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης της εργοδότριάς του ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "….. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", ζήτησε να του επιδικαστούν τα ποσά που αναφέρει στην αγωγή του και αφορούν τους μισθούς του χρονικού διαστήματος, που προσδιορίζει, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη όφειλε να τον είχε εντάξει στο προσωπικό της και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καθώς και να τον απασχολεί με τους όρους της αρχικής σύμβασης, που είχε συνάψει με την ως άνω αρχική εργοδότριά του, επικουρικά δε να υποχρεωθεί η εναγομένη, μέσω καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, να αποδεχθεί τη διατυπωθείσα δια της από 18.9.2015 προσφυγής του προς το Σ.Ε.Π.Ε. πρότασή του για σύναψη μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι : "..... προκύπτει ότι η σχέση εργασίας του ενάγοντος, δεν μεταβιβάστηκε προς την εφεσίβλητη, εφ' όσον οι εθνικές διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ (όπως εν προκειμένω της εφεσίβλητης τράπεζας), αξιολογούνται ως συνιστώσες διαδικασία πτώχευσης ή άλλη αντίστοιχη διαδικασία αφερεγγυότητας, η οποία έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων τούτου και διεξάγονται υπό την εποπτεία δημόσιας αρχής, ήτοι της Τράπεζας της Ελλάδος. Ειδικότερα από το συνδυασμό των ανωτέρω κειμένων των Οδηγιών και του Κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, καθόσον επί πιστωτικών ιδρυμάτων δεν επιτρέπεται η κήρυξή τους σε πτώχευση, όπως ρητά ορίζεται τούτο στο άρθρο 68 του ν. 3601/2007 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 4021/2011) και, συνεπώς, επί των εν λόγω διαδικασιών επιτρέπεται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ να αποκλείουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. Ως εκ τούτου η εφεσίβλητη, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη περίπτωση.". 7. Ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειεα, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς επίσης ότι άφησε αδίκαστες αιτήσεις του. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο : Α1) με τον πρώτο λόγο της αίτησης ότι δεν έλαβε υπόψη του την κύρια βάση της ένδικης αγωγής του, ούτε τον πρώτο λόγο της έφεσής του, αναφερόμενη στην υποχρέωση της εναγομένης Τράπεζας να τον προσλάβει και να τον εντάξει στο προσωπικό της, ως εν ενεργεία υπάλληλό της, υποχρέωση την οποίαν είχε αναλάβει μέσω γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, που είχε καταρτίσει η Τράπεζα ... με την Τράπεζα της Ελλάδος υπέρ του συνόλου των εργαζομένων της ... Τράπεζας, Α2) με τον δεύτερο λόγο της αίτησης ότι δεν έλαβε υπόψη του την επικουρική βάση της αγωγής του, ούτε τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, περί παράβασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σε σχέση με όλους τους άλλους συναδέλφους του, ήτοι το σύνολο του προσωπικού της ... Τράπεζας, τους οποίους απασχόλησε και ενέταξε από 17.4.2015 στο προσωπικό της, εξαιρώντας μόνον τον ίδιο, Α3) με τον τρίτο λόγο της αίτησης ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα επίδειξης εγγράφων, που είχε υποβάλει προς απόδειξη της ως άνω κύριας βάσης της αγωγής του για σύναψη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου και Α4) με τον τέταρτο λόγο της αίτησης ότι άφησε αδίκαστο το επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής του περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ με αντικείμενο την εκπλήρωση της υποχρέωσής της να τον εντάξει στη δύναμή της, όπως έπραξε και με το σύνολο του προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του, και είχε ζητήσει και με την από 18.9.2019 προσφυγή του προς το ΣΕΠΕ. Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων για τη θεμελίωσή της, κατά τη κύρια βάση της, στα άρθρα 410 επ. ΑΚ, επικαλείται ότι στο πλαίσιο της από 8.4.2017 διαδικασίας υποβολής προσφορών για την απόκτηση επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων της εργοδότριάς του και στους όρους της με ίδια ημεροχρονολογία προσφοράς της εναγομένης συμπεριλαμβανόταν και η ρητή υποχρέωσή της να προσλάβει και απασχολήσει το σύνολο του προσωπικού της "….. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ" με τους ίδιους όρους και αποδοχές με τις οποίες αυτοί απασχολούνταν στην υπό εκκαθάριση τράπεζα. Έτσι, με βάση τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, ελλείπει, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, το στοιχείο της κατάρτισης σύμβασης υπέρ τρίτου μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της εναγομένης, στην οποίαν άλλωστε κατά τα λοιπά εκτιθέμενα σ' αυτή, αλλά και κατά τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις περί των διαδικασιών εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, η σχέση εργασίας του ενάγοντος με την εργοδότριά του "…….ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", μετά τη θέση αυτής υπό ειδική εκκαθάριση, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, δεν μεταβιβάστηκε προς την εναγομένη τραπεζική εταιρεία, λόγω της ρητής νομοθετικής πρόβλεψης περί μη μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων στην περίπτωση λήψης μέτρων εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος με τη μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Συνεπώς, η κύρια βάση της ένδικης αγωγής είναι μη νόμιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω μη νόμιμη και απορριπτέα είναι και η επικουρική βάση της αγωγής η στηριζόμενη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη, διότι η εφαρμογή της αρχής αυτής προϋποθέτει ενεργό σύμβαση εργασίας, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, καθότι δεν υπήρχε ενεργός σύμβαση εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, στην οποίαν και δεν μεταβιβάστηκε η σύμβαση εργασίας, που τον συνέδεε με την "……. ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", κατά τα προεκτεθέντα, μετά τη θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, οι δε επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα συμβάσεις εργασίας οι συνδέουσες την εναγομένη με τους λοιπούς εργαζόμενους της εργοδότριάς του, τους οποίους, όπως ισχυρίζεται, η εναγομένη μεταχειρίστηκε προνομιακά, συνήφθηκαν από την τελευταία, κατόπιν άσκησης νομίμου δικαιώματος αυτής, και δεν αποτελεί παροχή αυτής προς εκείνους, ώστε να δικαιούται να αξιώσει αυτός εκ μέρους της (εναγομένης) κατά τις αρχές της καλής πίστης, την τήρηση της αυτής συμπεριφοράς. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον οι ως άνω βάσεις της ένδικης αγωγής ήταν μη νόμιμες το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη αυτές και τους αντίστοιχους σχετικούς λόγους της έφεσης αλλά μόνο τη βάση τη στηριζόμενη στις διατάξεις του ΠΔ 178/2002, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης δεν ιδρύονται και είναι απορριπτέοι, περαιτέρω δε καθίστανται ως άνευ αντικειμένου οι τρίτος και ο τέταρτος λόγοι αυτής, οι οποίοι έχουν με αυτούς άμεση σχέση.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.7.2020 και αριθ. κατάθ. 4148/493/7.7.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 150/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ