994/2012 — 994/2012 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 994 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 994/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτό...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 994/2012
Απόφαση 994 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 994/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Βγόντζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ά. συζ. Α. Κ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Φωτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/1999 μη οριστική, 11/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2003 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 25/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 864/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αν αναιρέθηκε η απόφαση, καταργείται η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και κατά συνέπεια οι κατ' αυτήν υποβληθείσες προτάσεις συνακυρώνονται και δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο που δικάζει εκ νέου την υπόθεση, έστω και αν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, δηλαδή με προσκομιδή τους σε κυρωμένο αντίγραφο και σύντομη περίληψη επαναφερόμενων ισχυρισμών και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που περιέχουν αυτούς. Ειδικότερα, η αναφορά στις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η ενσωμάτωσή τους στις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει εκ νέου την υπόθεση δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων. Η επίκληση (και στην περίπτωση αυτή) μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει εκ νέου την υπόθεση, είτε, με αναφορά, με τις προτάσεις αυτές, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων της προηγούμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδείξεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιερώνεται η αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, με την έννοια ότι τα τελευταία λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων ανεξάρτητα από ποιο διάδικο έχουν προσκομιστεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της από 28.6.2001 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ως άνω περί διεκδικήσεως του επίδικου ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, έλαβε υπόψη και τα επικαλούμενα στις σελίδες 10 και 11 των προτάσεων της τελευταίας έγγραφα, τα οποία προσκόμισε με τις από 3.12.2002 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η 354/2005 απόφαση του Εφετείου, η οποία αναιρέθηκε με την 25/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα: 1) το .../1985 συμβόλαιο διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου Πύργου Ε. Μαρκογιαννάκη με το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, 2) την από 3.4.1987 εξώδικη δήλωση με καταγγελία αγρομίσθωσης του Γ. Σ. κατά του Χ. Λ. αγρομισθωτή, 3) την από 2.9.1997 εξώδικη δήλωση με καταγγελία κατά του αντιδίκου μαζί με την έκθεση επίδοσής της, 4) την από 5.11.1997 εξώδικη απάντηση του Π. Α., 5) τα .../1956 και .../1956 συμβόλαιο των συμβολαιογράφων Ζακύνθου Χ. Ζαμπάτη και Κ. Παπαδάτου, αντίστοιχα, 6) τις ... και .../1998 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζωής Βισβάρδη (μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου της), 7) την από 2.6.1998 έγκλησή της κατά του αντιδίκου της και 8) το από 2.11.1999 κατηγορητήριο με κατηγορουμένη τη μάρτυρα του αντιδίκου της και τον αντίδικό της για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε αυτήν, τα οποία όμως δεν τα επικαλέστηκε με το κύριο σώμα των από 8.11.2006 προτάσεών της κατά τη συζήτηση στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά με τις ως άνω από 3.12.2002 προτάσεις της, τις οποίες σε φωτοτυπικό αντίγραφο ενσωμάτωσε στις προεκτιθέμενες από 8.11.2006 προτάσεις της, χωρίς μάλιστα να προβαίνει (ούτε και) σε γενική επίκληση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε κατά την προηγούμενη, ως άνω, συζήτηση που εκδόθηκε η αναιρεθείσα, ως άνω, απόφαση 354/203 του Εφετείου Πατρών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 8.11.2006 προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας και των από 9.11.2006 προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκαν ρητά η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα (με το κύριο σώμα των προτάσεών της) τα ως άνω με αριθμούς 1, 2, 3 και 5 περίπτωση β' (.../1956 συμβόλαιο) και ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος τα ως άνω με αριθμούς 4 και 5 αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) και συνεπώς ο αναιρετικός αυτός λόγος ως προς τα μέσα αυτά, είναι αβάσιμος. Τα λοιπά, ως άνω, με αριθμούς 6, 7 και 8 αποδεικτικά μέσα - ήτοι, οι ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς συμβολαιογραφικών πράξεων ... και .../1998, η από 2.6.1998 έγκληση και το από 2.11.1999 κατηγορητήριο - προσκόμισε κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα (η οποία τα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις από 3.12.2002 προτάσεις της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα ως άνω απόφαση 354/2003 του Εφετείου Πατρών) αλλά αρκέστηκε, ως προς την επίκλησή τους, στην ενσωμάτωση των από 3.11.2002 προτάσεών της στις υποβληθείσες κατά την ως άνω συζήτηση - μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση - από 8.11.2006 προτάσεις της (βλ. τη σελίδα 11 αυτών), χωρίς δηλαδή ειδική μνεία στις τελευταίες του συγκεκριμένου μέρους των προτάσεων στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία υπάρχει ρητή αναφορά, ότι, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, λήφτηκαν υπόψη οι ένορκες ως άνω - ... και .../1998 - βεβαιώσεις, καθώς "και όλα γενικώς και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", δε γεννάται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω με αριθμούς 6, 7 και 8 αποδεικτικά στοιχεία -ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα -, παρότι η με τον τρόπο αυτό επίκλησή τους δεν ήταν νόμιμη.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.β' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γι' αυτό και ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το ως άνω μέρος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι είναι και παραδεκτός καίτοι ο αναιρεσείων δεν πρότεινε, με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, το ως άνω απαράδεκτο της επίκλησης των προεκτιθέμενων αποδεικτικών στοιχείων, αφού η πρόταση αυτή δεν συνιστά ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 864/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ