Legislator European & Swiss Legal Corpus
993/2012 AI-structured

993/2012 — 993/2012 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 993/2012 (AP_993_2012)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 993 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 993 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 993/2012

Απόφαση 993 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Α., Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Α. Κ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. ή Σ. Α. του Ν.-Μ. Τ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3300/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4596/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2010 αίτησή της και με τους από 31-10-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ.1 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου, ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται, ότι διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, συνάγεται ότι, η ατελής ή ελλιπής, ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της, όπως είναι και η χρονολογία της ιδιόγραφης διαθήκης, εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα χρονολογία και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, εκτός αν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αποδειχθούν και λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς τη χρονολογία, είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης (ΟλΑΠ 97/1979, ΟλΑΠ 1234/1982). Εξάλλου, στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής, υπογραφής και της έλλειψης χρονολογία αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου, από τη διαθήκη, δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων ν' αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή, υπογραφή και χρονολόγηση της διαθήκης. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: "Στις 21.7.2005 απεβίωσε στη Σαλαμίνα η θετή μητέρα της ενάγουσας Ε. χα Α. Δ. το γένος Ι. Α.. Αυτή κατέλιπε τη χωρίς οποιαδήποτε χρονολογία ιδιόγραφη διαθήκη της, την οποία κατέθεσε στην προαναφερόμενη Συμβολαιογράφο Σαλαμίνας δυνάμει της .../13.10.2004 πράξης κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης και η οποία δημοσιεύτηκε με τα 50/20.01.2006 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η κληρονομουμένη κατέλιπε ως μόνη πλησιέστερη συγγενή της την ενάγουσα θετή κόρη της. Με τη διαθήκη η διαθέτις όρισε ότι "κατόπιν οριμοτερις σκέψεως με σκοπό να ευνοήσω και να οφελίσω αυτή που με φροντίζη στα δύσκολα γεράματα μου που είμαι ολομόναχη αφίνω λοιπόν όλη την κινιτή και ακίνητη περιουσία μου όπου δίποτε εβρισκομένη την ανιψιά μου Κ. Κ. σύζυγος Α. το γένος Κ. και Α. Μ. κάτοικος ... η οποία με φροντίζη τόρα που είμαι ολομόναχη μου μου ψονίζη και με προσέχη και θα με προσέχη με τα βαθιά μου γυρατιά και ότι έχω είναι δικά της όλλα δεν θέλω κανένας άλλο να πάρη τίποτα επειδή ήταν πάντα καλώ παιδί και την αγαπούσα πολλή". Δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η διαθήκη αυτή γράφτηκε ιδιοχείρως από τη διαθέτιδα, ούτε άλλωστε αμφισβητεί τούτο η ενάγουσα. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι από το συνδυασμό της φράσης της διαθήκης "τώρα που είμαι ολομόναχη με τη βεβαίας χρονολογίας προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης της διαθήκης, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη ως δημόσιο έγγραφο, προκύπτει ότι η διαθήκη αυτή συντάχθηκε στις 13.10.2004 και ότι συνεπώς η διαθήκη είναι έγκυρη. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα φερόταν με υβριστικό και βίαιο τρόπο προς τη διαθέτιδα και ότι γι' αυτό το λόγο η τελευταία την αποκλήρωσε με την επίμαχη διαθήκη. Πλην όμως, η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ή ενάγουσα εγκατέλειψε οριστικά και άφησε χωρίς φροντίδα τη διαθέτιδα την άνοιξη του 2003, οπότε η διαθέτις θα μπορούσε να έχει συντάξει τη διαθήκη από το χρόνο εκείνο, από τον οποίο έμεινε ολομόναχη, μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της 13.10.2004, οπότε κατέθεσε τη διαθήκη στη συμβολαιογράφο, χρόνο κατά τον οποίο εξακολουθούσε να είναι ολομόναχη, αφού οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο άνω χρονικό διάστημα πλέον του ενός και μισού χρόνου που μεσολάβησε, η θανούσα θα μπορούσε να είχε συντάξει την επίδικη διαθήκη, στιγμή η οποία θα αποτελούσε παρόν για τη διαθέτιδα και θα δικαιολογούσε τη χρήση του επιρρήματος "τώρα", χωρίς να μπορεί να πιθανολογηθεί κατ' ακριβέστερο προσδιορισμό πότε ήταν αυτό το "τώρα" μέσα στο όλο παραπάνω χρονικό διάστημα, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης αναφοράς μέσα στη διαθήκη. Και είναι μεν γεγονός ότι ο μάρτυρας της εναγομένης που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι η διαθέτις έγραψε μπροστά του τη διαθήκη στις 13.10.2004, όμως η μαρτυρία του αυτή δε λαμβάνεται υπόψη ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω παντελούς έλλειψης χρονολογίας της. Ακολούθως, το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισε την ως άνω απόφαση και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Με βάση όμως αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της χρονολόγησης (χρόνου σύνταξης) της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, γιατί, ενώ δέχεται τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Σαλαμίνας Ευαγγελία Καραθάνου στις 13-10-2004, γεγονός που , όπως δέχεται το Εφετείο, προκύπτει και από την με την ίδια ημερομηνία πράξη κατάθεσής της, με ενδοιαστική αιτιολογία δεν δέχεται τον ισχυρισμό της ίδιας ότι η διαθήκη αυτή συνετάγη την ίδια ημερομηνία (13-10-2004). Ειδικότερα, όπως δέχεται το Εφετείο, η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι η ενάγουσα εγκατέλειψε τη διαθέτιδα θετή μητέρα της την άνοιξη του 2003 και ότι συνεπώς "η διαθέτις θα μπορούσε να έχει συντάξει τη διαθήκη από το χρόνο εκείνο, από τον οποίο έμεινε ολομόναχη, μέχρι την καταληκτική ημερομηνία της 13-10-2004, οπότε κατέθεσε τη διαθήκη στη συμβολαιογράφο ...", χωρίς όμως να δέχεται και ως αποδεδειγμένο το γεγονός της εγκατάλειψης της διαθέτιδας την άνοιξη του 2003, αλλά και χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς, γιατί η σύνταξή της δεν θα μπορούσε να γίνει και δεν έγινε κατά το χρόνο κατάθεσής της στην ως άνω συμβολαιογράφο. Εξάλλου, καίτοι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι η διαθήκη αυτή κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο στις 13-10-2004, ότι στη διαθήκη αναφέρεται η φράση της διαθέτιδας "τώρα που είμαι ολομόναχη" και ότι ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης κατέθεσε ότι "η διαθέτις έγραψε μπροστά μου τη διαθήκη στις 13-10-2004", δεν δέχθηκε, ότι, για την αποσαφήνιση των πιο πάνω αναφερομένων στη διαθήκη γεγονότων, από τα οποία θα μπορούσε να πιθανολογηθεί η χρονολογία σύνταξής της, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και γεγονότα που βρίσκονται έξω απ' αυτήν και χρειάζεται να αποδειχθούν, όπως εδώ, η παρουσία του εν λόγω μάρτυρα κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Ο πιο πάνω, επομένως, προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο λόγο της αναίρεσης και δεύτερο πρόσθετο λόγο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία αυτή είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκομίσει για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού της, ότι η επίμαχη διαθήκη έφερε ημεροχρονολογία, ήτοι: α) την 19/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά που κήρυξε κυρία την επίμαχη διαθήκη, β) το υπ' αρ. .../14-10-2004 βιβλιάριο καταθέσεων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και γ) το υπ' αρ. .../2004 Γενικό πληρεξούσιο προς την αναιρεσείουσα από το οποίο προκύπτει η τακτοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της διαθέτιδος. Το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επίμαχη διαθήκη δεν φέρει ημεροχρονολογία, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν". Όμως από μόνη την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προμνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε η εναγομένη με τις προτάσεις της της συζήτησης στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισε νόμιμα (εφόσον δεν γίνεται μνεία περί του αντιθέτου στην απόφαση αυτή). Και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην προσβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι υπό το εκτιθέμενο, ειδικότερα, στους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους αναίρεσης περιεχόμενό τους, ασκούν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης. Επομένως, οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4596/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ