993/2011 — 993/2011 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI-structuredΑπόφαση 993 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 993/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα ΥφαντÎ...
Headnote / Official Regeste
AI-structuredFull Text of the Judgment — 993/2011
Απόφαση 993 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 993/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Βαβαρούτα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ν. (Ν.) χήρας Η. Ν. (I. N.), το γένος Η. Μ. (I. B.) για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Χ. Ν. (K. N.) του Η. και β) Μ. Ν. (M. N.) του Η., κατοίκων ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2007 μη οριστική και 328/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 735/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 26/1/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 735/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3334Β/9-7-10 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Πατρών ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της 4-2-2011, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη Ν. Ν. δι' εαυτήν ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Χ. Ν. και Μ. Ν.. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία της ανωτέρω αναιρεσίβλητης.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας, δηλαδή όταν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Στις 22-12-2003 και περί ώρα 15.40 ο αναιρεσείων Δ. Σ., οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", εκινείτο επί της περιμετρικής οδού Πατρών, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Ρίο. Στο ύψος της διασταυρώσεως της ως άνω περιμετρικής οδού με την οδό από την οποία εισέρχονται σε αυτή τα προερχόμενα από την περιοχή ... οχήματα, αυτή (περιμετρικής οδός) είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος, με μικρή κατηφορική κλίση, η δε βοηθητική λωρίδα ασφαλείας μετατρέπεται σε περιοχή του οδοστρώματος πλάτους 2.70 μέτρων, η οποία προσδιορίζεται με παράλληλες λοξές λωρίδες και πλαισιώνεται με συνεχή γραμμή. Το ανώτατο όριο ταχύτητας στη δεξιά (βοηθητική) λωρίδα κυκλοφορίας ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα, στη μεσαία σε 80 χλμ/ώρα και στην αριστερή σε 100 χλμ/ώρα. Κατά τον ως άνω χρόνο η κίνηση ήταν κανονική, η κατάσταση του οδοστρώματος υγρή λόγω βροχόπτωσης και ο φωτισμός επαρκής (ημέρα). Την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή ο Η. Ν., Αλβανός υπήκοος, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, εκινείτο επί της βοηθητικής λωρίδας ασφαλείας της ως άνω περιμετρικής οδού, με κατεύθυνση και αυτός προς Ρίο και όπισθεν του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου. Όταν τα ως άνω οχήματα έφθασαν πλησίον της ανωτέρω διασταυρώσεως ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και αναιρεσείων αισθάνθηκε ξαφνικά αδιαθεσία και γνωρίζοντας ότι σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων δεν υπήρχε χώρος στάθμευσης, προέβη σε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά και στάθμευσε το όχημά του, διενεργώντας απότομη πέδηση, στο άκρο δεξιό της ως άνω περιμετρικής οδού και δη στην περιοχή του οδοστρώματος, πλάτους 2.70 μέτρων, η οποία προσδιορίζεται με παράλληλες γραμμές και πλαισιώνεται με συνεχή γραμμή, με αποτέλεσμα το ομορρόπως και αντικανονικώς επί της προαναφερθείσας περιοχής του οδοστρώματος (Ζέμπρα) κινούμενο ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ανωτέρω Η. Ν., να προσκρούσει στην οπίσθια αριστερή γωνία του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Εν συνεχεία, συνεπεία της ανωτέρω συγκρούσεως ο οδηγός του μοτοποδηλάτου εκτινάχθηκε στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και επέπεσε στη δεξιά πλευρά του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου. Συνεπεία του τροχαίου αυτού ατυχήματος ο Η. Ν., ετών 36, υπέστη κάταγμα του αυχένα, βαρεία σωματική κάκωση της λεκάνης, μεγάλη εσωτερική αιμορραγία και αποτέλεσμα των τραυμάτων αυτών ήταν να επέλθει ο θάνατός του. Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των οδηγών των ως άνω οχημάτων. Η υπαιτιότητα του οδηγού του ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Σ. και ήδη αναιρεσείοντος οφείλεται στο ότι κατά την οδήγηση του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου διενήργησε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να σταθμεύσει στην περιοχή του οδοστρώματος που υπάρχουν παράλληλες λοξές λωρίδες που περικλείονται με συνεχή γραμμή (Ζέμπρα), που υπήρχε στο άκρο δεξιό της οδού, ακινητοποίησε αυτό (ΙΧΕ) διενεργώντας απότομη τροχοπέδηση, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει ότι μπορούσε να κάνει τις ενέργειες αυτές χωρίς κίνδυνο για τον ομορρόπως, όπισθεν αυτού κινούμενο, σε απόσταση είκοσι (20) μέτρων ανωτέρω μοτοποδηλάτη Η. Ν., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση και την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να προσκρούσει στην πίσω αριστερή γωνία του οχήματός του (ΙΧΕ). Περαιτέρω, ότι η υπαιτιότητα του ως άνω θανόντος μοτοποδηλάτη συνίσταται εις το ότι αυτός οδηγούσε το ανωτέρω μοτοποδήλατό του αντικανονικά σε περιοχή του οδοστρώματος που απαγορεύεται η κίνηση οχημάτων, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και τέλος ότι εκινείτο με ταχύτητα σαράντα (4) χλμ/ώρα περίπου, η οποία ναι μεν ήταν η επιτρεπόμενη, πλην όμως λόγω της βροχής όφειλε να την μειώσει ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να επιχειρήσει τους αναγκαίους ελιγμούς, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την απότομη είσοδο και στάση του οχήματος του ήδη αναιρεσείοντος επί της προαναφερθείσας περιοχής του οδοστρώματος (Ζέμπρας) και να το αποφύγει ακινητοποιώντας το όχημά του (μοτοποδήλατο) ε πέδηση ή με αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά. Στην αμελή αυτή συμπεριφορά του συνετέλεσε κατά πολύ και η έλλειψη εμπειρίας του περί την οδήγηση, καθόσον ούτος (μοτοποδηλάτης) εστερείτο αδείας ικανότητας οδήγησης. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση αυτού. Ειδικότερα α) ενώ δέχεται ότι ο εν λόγω οδηγός αισθάνθηκε ξαφνικά αδιαθεσία και γνωρίζοντας ότι σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων δεν υπήρχε χώρος στάθμευσης, στάθμευσε το όχημά του στο δεξιό της οδού στον χώρο όπου υπήρχαν παράλληλες διαγραμμίσεις, ενεργώντας απότομη πέδηση, δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το είδος της αδιαθεσίας και η επίδραση αυτής στην ικανότητά του να συνεχίσει την οδήγηση μέχρι τον υπάρχοντα σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων χώρο στάθμευσης, β) δεν αναφέρεται αν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πριν ενεργήσει ελιγμό προς τ' αριστερά, προέβη στη χρήση των δεικτών αλλαγής πορείας, γ) δεν προσδιορίζεται η θέση του μοτοποδηλάτου στην βοηθητική λωρίδα, δηλαδή σε ποιο σημείο αυτής εκινείτο καθώς επίσης αν το ΙΧΕ αυτοκίνητο στάθμευσε στο άκρο δεξιό της ιδίας λωρίδας και αν άφησε ή όχι χώρο από τ' αριστερά του, ενόψει του πλάτους της λωρίδας που ανερχόταν σε 2,70 μ., και πόσο, για τη διέλευση του όπισθεν αυτού κινούμενου μοτοποδηλάτου, δ) δεν προσδιορίζει τι έπρεπε και μπορούσε να πράξει ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου για να αποφύγει το ατύχημα ενόψει της αδιαθεσίας του, ε) δεν προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο κίνησης και εν συνεχεία στάθμευσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου επί του διαγεγραμμένου οδοστρώματος, καθώς και η δυνατότητα προσπέρασης αυτού από τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, και στ) δεν αναφέρεται γιατί ο οδηγός του μοτοποδηλάτου παρά την προσπάθεια να αποφύγει το ΙΧΕ αυτοκίνητο από τα αριστερά δεν μπόρεσε τελικά να αποφύγει την πρόσκρουσή του στο οπίσθιο αριστερό μέρος. Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, υπό τις ιδιότητες που παρίσταται, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 735/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ