Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
993/2007 KI-strukturiert

993/2007 — 993/2007 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 993/2007 (AP_993_2007)
Gericht / Behörde
Entscheiddatum
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 993 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο ΠÎ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 993 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο ΠÎ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 993/2007

Απόφαση 993 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 993/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο, ο οποίος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τις 2η και 3η εκ των αναιρεσίβλητων.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ......., 2. ...... και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. ενώ 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2228/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3179/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 2ης αναιρεσίβλητης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αναιρεσείουσα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σωτηρίου Σδούκου (με τον οποίο παραστάθηκε στο ακροατήριο), η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη ....... και την τρίτη ("ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ") των αναιρεσιβλήτων. Επομένως ως προς αυτές η αίτηση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 295 παρ. 1, 197, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει λόγον αναίρεσης σαφή και ορισμένο ώστε να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα υπάγεται αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Συμπλήρωσή τους με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο ή την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιτρέπεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη εξαιρέσεις, προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων της, την οποία υπέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη, εκ του λόγου ότι αυτή δεν είχε προταθεί παραδεκτώς πρωτοδίκως ούτε συνέτρεχαν οι εξαιρέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ για την προβολή της το πρώτον στην κατ΄ έφεση δίκη και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Στο αναιρετήριο όμως, δεν αναφέρει, όπως όφειλε κατά τα άνω, ότι προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας τον ισχυρισμό αυτό (ΑΠ 312/1992). Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για την πληρότητα του αναφερομένου στη διάταξη αυτή λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει, στη μεν πρώτη από τις διαλαμβανόμενες σ΄ αυτήν περιπτώσεις ποιά ήσαν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης, στη δε δεύτερη ποια ήσαν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Επίσης στο αναιρετήριο πρέπει να διαλαμβάνεται ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει νόμιμα και παραδεκτά την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων της (αναιρεσείουσας) "δεν παρέθεσε τα εκ του νόμου απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία". Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρει, όπως θα έπρεπε, ότι τον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης (περί παραγραφή των ένδικων αξιώσεών της) προέβαλε παραδεκτός στο Εφετείο ή ότι συνέτρεχε περίπτωση από εκείνες του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ..... πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αιτούσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική της δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2006 αίτηση της ....., για αναίρεση της 3179/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ