Legislator Rechtsdatenbank & Rechtsprechung
992/2017 KI-strukturiert

992/2017 — 992/2017 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Geschäftsnummer 992/2017 (AP_992_2017)
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland — Rechtsprechung (EL)

Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)

KI-strukturiert

Απόφαση 992 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 992/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία ΚαρυστηναÎ...

Leitsatz / Regeste

KI-strukturiert
Απόφαση 992 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 992/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία ΚαρυστηναÎ...

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext des Entscheids — 992/2017

Απόφαση 992 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 992/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής (ΠΕ Πειραιά)", ως καθολικού διαδόχου της τέως "Νομαρχίας Αθηνών - Πειραιώς (Νομαρχία Πειραιά)", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αργυρώς Φρατζέσκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν η 3798/2006 μη οριστική και η 5506/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 422/2010 μη οριστική και η 491/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 21-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη, από 15-11-2003 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικαλούμενη διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, οι οποίες υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει προς αυτήν τις προκύπτουσες διαφορές μεταξύ των αποδοχών, που θα έπρεπε να έχει λάβει σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων για τη θέση (ΔΕ διοικητικού - λογιστικού) από την οποία πρόσφερε την εργασία της και αυτών, που πράγματι έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 μέχρι 3-8-2003. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 3798/2006 μη οριστική και στη συνέχεια η 5506/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε το ποσό των 12.430,62 ευρώ. Κατά της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εναγόμενο άσκησε την από 4-6-2009 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 422/2010 μη οριστική και στη συνέχεια, ερήμην του εκκαλούντος, η 491/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή, η έφεση απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος. Κατά της ως άνω ερήμην αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που επιδόθηκε νομίμως την 4-3-2015, το εναγόμενο άσκησε την υπό κρίση, από 3-4-2015 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την ακύρωσή της για τους λόγους που εξετάζονται στη συνέχεια της παρούσης. Η αίτηση ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (ΚΠολΔ 503 παρ.1, 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 564 παρ.3). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή.

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους κλπ, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου, "Με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης αυτής η γένεση μιας εκάστης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά η έναρξη του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου, τοποθετούμενη στο τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α’ , ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διατάξεως (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 183/2014).

3. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 του ν. 2362/1995, "Η παραγραφείσα απαίτηση κατά του Δημοσίου δεν αντιτάσσεται για συμψηφισμό. Κάθε ποσό που κατέβαλε το Δημόσιο μετά την παραγραφή της απαιτήσεως κατ’ αυτού, έστω και αν γνώριζε την παραγραφή, δικαιούται να το αναζητήσει. Παραίτηση του Δημοσίου από τη συμπληρωμένη παραγραφή ή η με οποιονδήποτε τρόπο αναγνώριση απ’ αυτό της παραγεγραμμένης απαιτήσεως είναι άκυρη. Η παραγραφή λαμβάνεται υπ’ όψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Η έννοια της τελευταίας από τις εν λόγω διατάξεις είναι ότι για να λάβει το δικαστήριο υπ’ όψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαιτήσεως, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται αφ’ ενός η γέννηση της αξίωσης και, εντεύθεν, η έναρξη του χρόνου της παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.2) και αφ’ ετέρου η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το συνήθως συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο, εκτός αν πρόκειται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα και "β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση". Και πάλι, όμως, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Επίκληση της υποβολής αυτής πρέπει να γίνεται στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 15/2000).

5. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την 5506/2008 οριστική απόφασή του, η οποία θεωρείται ότι προσβάλλεται, επίσης, με την αίτηση αναιρέσεως, λόγω του ότι η κατ’ εκείνης έφεση απορρίφθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη 491/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς για ερημοδικία του εκκαλούντος, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη με την ένδικη, από 15-11-2003 αγωγή (κατατεθείσα την 30-12-2003, όπως προκύπτει από την υπ’ αυτήν πράξη καταθέσεως) διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, οι οποίες υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει προς αυτήν τις προκύπτουσες διαφορές μεταξύ των αποδοχών, που θα έπρεπε να έχει λάβει σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων για τη θέση (ΔΕ διοικητικού - λογιστικού) από την οποία πρόσφερε την εργασία της και των αποδοχών, που πράγματι έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 μέχρι 3-8-2003 (όπως αυτές προσδιορίζονται στους σχετικούς πίνακες που επισυνάπτονται στην αγωγή), κυρίως μεν με βάση τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, που κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό υφίσταντο μεταξύ τους, επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφ’ όσον ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις ήσαν άκυρες. Ότι η ενάγουσα είχε απασχοληθεί, πράγματι, στο εναγόμενο κατά το ένδικο χρονικό διάστημα για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών αυτού. Ότι η σχέση που τη συνέδεε με το εναγόμενο ήταν αυτή της παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με συνέπεια να δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αιτούμενες διαφορές (με ελάχιστη απόκλιση κατά τους υπολογισμούς). Κατόπιν αυτών, το μονομελές πρωτοδικείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους ή αλυσιτελείς, κατά περίπτωση, τους ισχυρισμούς περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, εκκρεμοδικίας, αοριστίας, απαραδέκτου και παραγραφής (προεχόντως με την έννοια της παρελεύσεως των προθεσμιών του άρθρου 6 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955), που είχε προτείνει το εναγόμενο ήδη από την πρώτη συζήτηση της αγωγής με συνοπτική καταχώρησή τους στα πρακτικά (αρχικά είχε εκδοθεί η 3798/2006 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που ανέστειλε την πρόοδο της δίκης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ), έκανε δεκτή την αγωγή σχεδόν στο σύνολό της. Από τις παραδοχές αυτές, όμως, προκύπτει ότι το μονομελές πρωτοδικείο, αν και έλαβε υπ’ όψη ότι στο αντικείμενο της δίκης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονταν απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί εντός των ετών 1999, 2000 και 2001, εκ των οποίων η χρονικώς ύστερη, ήτοι το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2001, ήταν καταβλητέα την 16η Δεκεμβρίου 2001 και ότι από το χρονικό σημείο της γέννησης μιας εκάστης εξ αυτών είχε παρέλθει διετία μέχρι την άσκηση της αγωγής, της οποίας η επίδοση, λογικώς, δεν μπορούσε να έχει γίνει πριν από την ημέρα της κατάθεσής της (30-12-2003), παρέλειψε να εφαρμόσει τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις περί παραγραφής των μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, προς τις οποίες όφειλε αυτεπαγγέλτως να συμμορφωθεί, δεδομένου του ότι εν μέρει καθ’ υποφοράν, με το εισαγωγικό δικόγραφο και εν μέρει με τις προτάσεις του εναγομένου είχαν προβληθεί ενώπιον αυτού τα ως άνω περιστατικά. Οπότε, θα έπρεπε να έχει απορρίψει ως παραγραμμένες, ήτοι κατ’ ουσίαν αβάσιμες, τις ένδικες αξιώσεις κατά το μέρος που αναφέρονταν σε απαιτήσεις γεννημένες από 1-6-1999 έως 29-12-2001. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή, της οποίας τα περιστατικά είχαν προβληθεί ενώπιον αυτού (παρά το γεγονός ότι δεν είχε διατυπωθεί με σαφή τρόπο η σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος ως εναγομένου) και με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός, διότι προεχόντως στηρίζεται σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ.2 περ. β’ ) και βάσιμος.

6. Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, δημόσιου ή κοινωνικού, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003). Εξ άλλου, τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση των οποίων συμβάλλει το σύνολο των πολιτών, με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί και η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", που είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου. Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του ΝΠΔΔ είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να παραμένει σε θέση να εκπληρώνει, απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 1228/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε την πιο πάνω ουσιαστική διάταξη και επιδίκασε το χρηματικό ποσό, που δέχθηκε ως οφειλόμενο, με το νόμιμο τόκο, αορίστως, ήτοι με το συνήθη τόκο υπερημερίας και όχι προς 6%. Επομένως, και ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5506/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Μαΐου 2017.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ