Legislator European & Swiss Legal Corpus
992/2007 AI-structured

992/2007 — 992/2007 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 992/2007 (AP_992_2007)
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece — Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI-structured

Απόφαση 992 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και ΧαράλαÎ...

Headnote / Official Regeste

AI-structured
Απόφαση 992 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και ΧαράλαÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment — 992/2007

Απόφαση 992 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 992/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Ντονά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-1994 αγωγή της αρχικής ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ιονικής και Λαϊκης Τράπεζας της Ελλάδος" που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21374/1995 του ίδιου δικαστηρίου και 1848/1997 του Εφετείου Θεσσαλονίκης που ανέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Κατόπιν εκδόθηκαν οι αποφάσεις 7962/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 829/2001 μη οριστική και 83/20005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16 Μαϊου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου, ανέγνωσε την από 5-1-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 13 § 1 εδ. ε Δ/τος της 28-7-1931 "περί κώδικος νόμων περί τελών χαρτοσήμου, ορίζεται ότι "εφόσον σχετικώς προς οιανδήποτε κυρίαν σύμβασιν, συνάπτονται παρεπόμενα σύμφωνα, αναφερόμενα εις την παροχή εγγυήσεως πάσης φύσεως, εάν μεν υπεβλήθη εις το κατά την κλίμακα του άρθρου 12 τέλος η κυρία σύμβασις το δε παρεπόμενο συμφωνείται δια του αυτού εγγράφου, εις ουδέν υπόκειται τούτο τέλος. Με τη διάταξη, αυτή, που είναι ειδική ως προς το παρεπόμενο σύμφωνο εγγύησης πάσης φύσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 του ιδίου Δ/τος, καταργήθηκαν οι προγενέστερες γενικές διατάξεις με τις οποίες ορίζονταν το αντίθετο, επομένως και οι διατάξεις των άρθρ. 16 και 17 του Β.Δ. 23/24-8-1988 "περί τελών χαρτοσήμου". Ενώ εξ άλλου κατ' εφαρμογή της συναγομένης από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας δεν είναι ανεκτή η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 16 και 17 του ως άνω ΒΔ 23/24-8-1988 που αναφέρονται στη μη διαγραφή μόνο των επιτεθέντων επί της ένδικης συμβάσεως τριτεγγυήσεως εγγυητικής επιστολής που συμφωνείται στο ίδιο έγγραφο της εγγυητικής επιστολής, αφού με τη στέρηση για την αιτία αυτή της αποδεικτικής δύναμης του εγγράφου της τριτεγγύησης δεν καθιδρύεται εύλογη αναλογία μεταξύ της με τις διατάξεις αυτές επιδιωκόμενης εξασφάλισης δημοσίων εσόδων και του αποτελούντος συνεπεία των διατάξεων αυτών περιορισμού του από τη διάταξη του άρθρου 20§ 1 του Συντάγματος, δικαιώματος της αναιρεσίβλητης παροχής έννομης προστασίας (Ολ. ΑΠ 44 και 45/2005. Επομένως οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις, ότι το Εφετείο κατά παράβαση των άρθρ. 16 και 17 ΒΔ 23/24-8-1988 έλαβε υπόψη την από 11-1-1991 έγγραφη τριτεγγύηση της αναιρεσείουσας που έχει γραφεί στα έγγραφα της από ..... εγγυητικής επιστολής της "Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." (της οποίας η αναιρεσίβλητη αποτελεί καθολική διάδοχο) προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος παρά την ακυρότητα του εγγράφου αυτού τριτεγγύησής της, από το λόγο ότι δεν διαγράφηκε με την σφραγίδα της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας Α.Ε. και με την ιδιόχειρη υπογραφή της αναιρεσείουσας το κινητό επί του εγγράφου αυτού (τριτεγγύησής της) επίσημο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης (της αοριστίας) εις το ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή η άρση της προσωπικής εγγυήσεως της αναιρεσείουσας και ειδικότερα ότι μετά την παροχή της εγγυήσεως εκ μέρους της μετεβλήθησαν οι όροι αυτής κατ' απαίτηση της αναιρεσίβλητης, η οποία εζήτησε εγγράφως με την από 5-2-1991 επιστολή της προς αυτήν να περιορισθεί το ποσό της εγγυήσεως στην αξία του ακινήτου της επί του οποίου η αναιρεσίβλητη ενέγραψε προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 120.000.000 δραχμών προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς της και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας αυτής. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο εξέτασε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι το επικαλούμενο γεγονός του περιορισμού της εγγυήσεως της αναιρεσείουσας μέχρι την αξία του ακινήτου επί του οποίου η αναιρεσίβλητη ενέγραψε προσημείωση, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά το πραγματικό ενστάσεως της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ούτε να κηρύξει απαράδεκτο και γιαυτό οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Ο αυτός (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση για παραμόρφωση του περιεχομένου του προαναφερθέντος από 5-2-1991 εγγράφου της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμο και όχι ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδέχεται αιτίαση για παραμόρφωση περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, που κατά τα λοιπά αποδίδει στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει, καθεαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν περιέχονταν στις προτάσεις της αναιρεσείουσας που κατέθεσε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 829/2001 απόφαση αυτού (Εφετείου Θεσσαλονίκης), ούτε στις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ένσταση αυτής (αναιρεσείουσας) ότι περιορίσθηκε η ευθύνη της ως εγγυήτριας μέχρι της αξίας του ακινήτου της επί του οποίου η αναιρεσίβλητη ενέγραψε προσημείωση υποθήκης. Με επάλληλη δε σκέψη, έκρινε ότι και αν ήθελε κριθεί ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε τέτοια ένσταση, τότε η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη διότι, όπως δέχθηκε, δεν αναφέρεται ποια είναι η αξία του προσημειουμένου ακινήτου της, μέχρι της οποίας περιορίζεται η ευθύνη αυτής. Με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α΄ και β΄ Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως αόριστη την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας α) παραβίασε το Νόμο και β) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "σε σύμβαση εγγυήσεως περιορισμένης σε ορισμένο ακίνητο του εγγυητή, δεν είναι κατ' αρχήν ορισμένο το ποσό μέχρι του οποίου περιορίζεται η ευθύνη του εγγυητή, αλλά αποτελεί συνάρτηση της αξίας του ακινήτου κατά τη ρευστοποίησή του". Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν α) η πρώτη ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται ούτε ποια είναι η παραβιασθείσα διάταξη του νόμου, ούτε σε ποιο συγκεκριμένο νομικό σφάλμα υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και β) η δεύτερη ως απαράδεκτη, διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας. Συνακόλουθα, αφού η επικουρική ως άνω αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης της αναιρεσείουσας ως αορίστου, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη με τον ίδιο (δεύτερο) από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αιτίαση, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ένστασης αυτής της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής. Επειδή για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους εν όλω ή εν μέρει να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, να αφορούν τις κύριες αιτήσεις ή αυτές και τις παρεπόμενες, η δε μεταξύ τους αντίφαση να είναι τέτοια, ώστε εξ αιτίας της να αποβαίνει αδύνατη η ανάπτυξη των λοιπών συνεπειών της.

Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στο σκεπτικό της αποφάσεως, οπότε, κατά τις περιστάσεις μπορεί να θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν δημιουργείται ο τελευταίος από το αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως, όταν η αιτιωμένη αντίφαση εντοπίζεται ανάμεσα στην κύρια και την επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι επί αμφοτέρων, συγχρόνως των αιτιολογιών αυτών, αλλά μόνον στη μία απ' αυτές. Επίσης δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ένσταση του εναγομένου και στη συνέχεια δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη αντένσταση του αντιδίκου του. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 17 και 19 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις, ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει αντίφαση α) μεταξύ της κυρίας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμό (ένσταση) περιορισμού της ευθύνης της ως εγγυήτριας μέχρι της αξίας του ακινήτου της επί του οποίου η αναιρεσίβλητη ενέγραψε προσημείωση υποθήκης και της επικουρικής αιτιολογίας ότι και με την εκδοχή ότι προβλήθηκε τέτοια ένσταση, τότε η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη που β) μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης απόφασης ότι η ένσταση της αναιρεσείουσας για το χρόνο λήξεως της από 11-1-1991 εγγυητικής επιστολής για την οποία αντεγγυήθηκε η ίδια είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και της περαιτέρω παραδοχής της ότι είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η αντένσταση της αναιρεσίβλητης με την οποία ανατρέπεται η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη με αυτόν αντίφαση τοποθετείται στο σκεπτικό της απόφασης και όχι στο διατακτικό της. Εκτιμώμενος δε ως λόγος από το αριθμό 19, υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατική αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον η επισημανθείσα αντίφαση εντοπίζεται ανάμεσα α) στην κυρία και την επάλληλη αιτιολογία και β) στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης για το νόμιμο και βάσιμο της ένστασης της αναιρεσείουσας για το χρόνο λήξεως της από 11-1-1991 εγγυητικής επιστολής και την παραδοχή της για το νόμιμο και βάσιμο της σχετικής αντένστασης της αναιρεσίβλητης. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε την αντένσταση της αναιρεσίβλητης χωρίς καμιά αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρη αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.5.2005 αίτηση της ...... για αναίρεση της υπ' αριθ. 83/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαϊου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ