991/2025 — 991/2025 — Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Zusammenfassung (Sachverhalt & Erwägungen)
KI-strukturiertΑπόφαση 991 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γ. Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάν...
Leitsatz / Regeste
KI-strukturiertVolltext des Entscheids — 991/2025
Απόφαση 991 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 991/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γ. Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθ' ου η κλήση: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Κηφισιάς", που εδρεύει στην Κηφισιά, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δεμερτζή, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗΣ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΠΑΤΙΑ, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ..., αρ. μητρώου ΕΒΕΑ ΑΘΗΝΩΝ: ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καρακώστα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 21-9-2009 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 9-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4848/2011 εν μέρει οριστική, 3067/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5065/2018 του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2020 αίτηση και τους από 20-10-2021 προσθέτους λόγους αυτού.
Εκδόθηκε η 323/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 8-5-2023 κλήση της αναιρεσίβλητης, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 08-05-2023 κλήση της αναιρεσίβλητης νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η κρινόμενη από 02-09-2020 αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 20-10-2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, μετά την έκδοση της 323/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, και τη διενέργεια των όσων διαλαμβάνονται σ' αυτή. Με την κρινόμενη από 02-09-2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 20-10-2021 πρόσθετους αυτής λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο παραδεκτά και νόμιμα, ήτοι εντός της προθεσμίας του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η 5065/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησε κατά του αναιρεσείοντος Δήμου την από 21-9-2009 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Εταιρεία Προαστίου Αδάμες Κηφισιάς Α. Γ. και Σία" απέκτησε με το με το .../1923 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ. και με αιτία την πώληση, εδαφική έκταση 465,156 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση Αδάμες της Κηφισιάς, για τη δημιουργία οικισμού στην εν λόγω περιοχή. Ότι στην εδαφική αυτή έκταση περιλαμβανόταν, μεταξύ των άλλων, και το με αριθμό 4 και ήδη 510 οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 7.275 τ.μ. Ότι με το .../1924 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, οι Α. Κ. και Α. Γ., ομόρρυθμοι εταίροι της πιο πάνω εταιρείας, προέβησαν στη διάλυση της εταιρείας τους και στη διανομή της περιουσίας της και ο καθένας έλαβε τα αναφερόμενα οικόπεδα του άνω οικοδομικού τετραγώνου, ο δε πρώτος εξ αυτών απεκδύθηκε του δικαιώματος επί πάσης άλλης περιουσίας της εταιρείας, έστω και αν δεν περιλαμβανόταν στο ανωτέρω συμβόλαιο. Ότι κατά την εφαρμογή του αρχικού τίτλου στο έδαφος ως προς το με αριθμό 4 οικοδομικό τετράγωνο και λόγω της διεύρυνσης αυτού, προέκυψε η αναλυτικά περιγραφόμενη στην αγωγή κατά θέση και όρια εδαφική έκταση, εμβαδού 458,62 τ.μ., η οποία περιήλθε στην κυριότητα του Α. Γ. με το ανωτέρω συμβόλαιο διανομής, έστω και αν δεν αναφερόταν αυτό στο συμβόλαιο. Ότι δυνάμει του .../1929 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Αποστολόπουλου, ο Α. Γ. μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Ανώνυμος Εταιρία", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ίδια (ενάγουσα), τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο καταστατικό της και ότι σύμφωνα με την αληθή βούληση των μερών, μεταβίβασε και το ως άνω ακίνητο των 458,62 τ.μ. Ότι η ίδια, ως καθολική διάδοχος της ανωτέρω εταιρείας, κατέστη κυρία του ακινήτου αυτού με παράγωγο τρόπο δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων, άλλως με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως διάνοια κυρίας τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, από το 1925 και εντεύθεν. Με βάση τα περιστατικά αυτά και εκθέτοντας περαιτέρω ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του ακινήτου αυτού.
Περαιτέρω, η αναιρεσίβλητη με την από 21-9-2009 δεύτερη αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου και υπό την επίκληση των αυτών ως άνω πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε με την πρώτη αγωγή της, εξέθετε ότι συνεπεία της διεύρυνσης του με αριθμό 4 οικοδομικού τετραγώνου κατά την εφαρμογή των προαναφερομένων τίτλων στο έδαφος, προέκυψε και το ακίνητο εμβαδού 370,50 τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητά της με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων, άλλως με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με βάση τα περιστατικά αυτά και εκθέτοντας περαιτέρω ότι ο εναγόμενος Δήμος αμφισβητεί την κυριότητά της επί του ακινήτου αυτού, όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή κατά θέση και όρια, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της στο ακίνητο αυτό. Τέλος, ο αναιρεσείων Δήμος με την από 09-02-2010 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξέθετε ότι είναι κύριος και νομέας των περιγραφομένων τριών ακινήτων, εμβαδού 344,55 τ.μ. το πρώτο, 114,15 τ.μ. το δεύτερο και 368,18 τ.μ. το τρίτο και συνολικού εμβαδού 826,88 τ.μ., όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα κατά θέση και όρια στην αγωγή και ότι αυτά αποτελούν τμήματα κοινόχρηστων χώρων της οδού ..., όπως ορίστηκαν στο ρυμοτομικό σχέδιο της Κηφισιάς, που εγκρίθηκε με το από 7-7-1925 Π.Δ. Ότι τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στην κυριότητά του μετά την κατάργηση του Ταμείου Εφαρμογής Σχεδίου Συνοικισμού Νέας Κηφισιάς το έτος 1939, στο οποίο ανήκαν αρχικά με βάση το π.δ. της 27-1-1993, σε συνδυασμό με την από 23-11-1926 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Α. Γ. και κυρώθηκε με το π.δ. 26-11-1926, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος των συνιδιοκτητών του κτήματος Αδάμες στη Νέα Κηφισιά, που προοριζόταν για τη δημιουργία του συνοικισμού Ν. Κηφισιά. Ότι με βάση τη σύμβαση αυτή, ο ανωτέρω ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει επί του εδάφους το ρυμοτομικό σχέδιο, παραιτήθηκε του δικαιώματος αποζημίωσης για τους προβλεπόμενους από το σχέδιο κοινόχρηστους χώρους και ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει κάθε τρίτο που θα διεκδικούσε δικαιώματα επί των κοινοχρήστων χώρων. Ότι τα ως άνω επίδικα ακίνητα προέκυψαν από την εσφαλμένη υλοποίηση της οδού ... επί του εδάφους κατά την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου και ότι για το λόγο αυτό αντιστοιχούν σε κοινόχρηστους χώρους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι επίσης, ο ίδιος (ενάγων) κατέστη κύριος των επιδίκων και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτών από το 1997 τις αναφερόμενες πράξεις νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. Ότι η εναγομένη εταιρεία αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα, ισχυριζόμενη ότι είναι κυρία αυτών, ενώ διαταράσσει τη νομή του επί των ακινήτων, αφαιρώντας τις δηλωτικές της κυριότητάς του πινακίδες που είχε τοποθετήσει επί των ακινήτων και τοποθετώντας έτερες, στις οποίες αναγράφεται η επωνυμία της. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων Δήμος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος, άλλως νομέας των επιδίκων ακινήτων και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να παύσει κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητάς του, άλλως της νομής του επί των ακινήτων με απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής ποσού 5.000 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4848/2011 απόφασή του διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, εξέδωσε την 3067/2015 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την πρώτη ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε αυτήν κυρία εδαφικής έκτασης 368,18 τ.μ., δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης και την αναγνώρισε κυρία εδαφικής έκτασης 344,55 τ.μ. και τέλος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνώρισε αυτόν κύριο εδαφικής έκτασης 114,15 τ.μ. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων Δήμος άσκησε την από 29-7-2016 έφεση και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη 5065/2018 απόφασή του, κάνοντας δεκτούς σχετικούς λόγους της έφεσης, εξαφάνισε τις εκκληθείσες αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιό τους, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος περί κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου με την αγωγή ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθώς και κατά το μέρος τους με το οποίο παρέλειψαν να αποφανθούν επί του επικουρικού αιτήματος της αγωγής περί προστασίας της νομής του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου, λόγω διατάραξης αυτής. Κρατώντας δε και δικάζοντας περαιτέρω κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και επικουρικό αίτημα, απέρριψε αυτήν, όπως απέρριψε και τους λοιπούς λόγους της έφεσης, επικυρώνοντας την 3067/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Άσκηση δε της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω στο ακίνητο, που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περίφραξη, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 1555/2021, ΑΠ 23/2020).
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 2/2021, Ολ ΑΠ 3/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 59/2020). Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ...-1923 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζ., οι Α. Γ. και ο Α. Κ. συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ομόρρυθμος Εταιρεία Προαστίου Αδάμες Κηφισιάς Α. Γ. και ΣΙΑ", με ομόρρυθμα μέλη τους ίδιους. Ακολούθως δυνάμει του ...-1923 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλαξάνδρου Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 816 και αύξοντα αριθμό 314, η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία απέκτησε αιτία πώλησης από τους Δ. Χ., Π. Χ., Κ. Γ. και Β. συζ. Κ. Γ. έκταση 465 στρεμμάτων και 152 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "Αδάμες" της κτηματικής περιφέρειας Κηφισιάς Αττικής, αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου επιφάνειας 1.555 στρεμμάτων και 944 τετραγωνικών μέτρων και εμφαίνεται στο από ...1923 τοπογραφικό διάγραμμα των πολιτικών μηχανικών Λ. Κ., Π. Χ. και Α. Π. υπό τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α. Η ως άνω έκταση προοριζόταν για τη δημιουργία του μετέπειτα οικισμού "Αδάμες" και ειδικότερα 297.152 τ.μ. αποτελούσαν τα οικοδομικά τετράγωνα, όπου επρόκειτο να οικοδομηθεί ο οικισμός της περιοχής, ενώ η λοιπή έκταση προορίσθηκε για τη δημιουργία των οδών, πλατειών και αλσών του συνοικισμού. Στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα η μείζονα έκταση των 1.555 στρεμμάτων και 944 τετραγωνικών μέτρων είχε διαιρεθεί σε οικοδομικά τετράγωνα και είχε ρυμοτομηθεί, ενώ η αγοράστρια εταιρία είχα αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσει επί του εδάφους το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και να προβεί στην περίφραξη των οικοπέδων, τη διάνοιξη των προβλεπόμενων οδών, πλατειών και αλσών του συνοικισμού και στην εκτέλεση κάθε έργου για την ανάδειξή του. Στη συνέχεια καταρτίσθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Α. Γ., ο οποίος ενεργούσε υπό την ιδιότητα του αναδόχου της επιχείρησης του συνοικισμού Νέα Κηφισιά και ως πληρεξούσιος των συνιδιοκτητών του ανωτέρω κτήματος Δ. Χ., Π. Χ., Κ. Γ. και Β. Γ., η από 23-11-1926 σύμβαση, όπως κυρώθηκε με το από 26-11-1926 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 424Α/2.12.1926), δυνάμει της οποίας ο Α. Γ., υπό την άνω ιδιότητά του, παραιτήθηκε κάθε δικαιώματος αποζημίωσης αναφορικά με τους προβλεπόμενους στο σχέδιο κοινόχρηστους χώρους, ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει κάθε τρίτο που θα διεκδικούσε δικαιώματα επί των κοινόχρηστων αυτών χώρων, καθώς και να εφαρμόσει επί του εδάφους το σχέδιο πόλεως και να παραδώσει εντός διετίας από την έγκρισή του (ήτοι μέχρι 7-7-1927) ακριβή τοπογραφική και χωροσταθμική (υψομετρική) αποτύπωση του σχεδίου, στην οποία θα εμφαίνεται και η διαίρεση των οικοπέδων. Ωστόσο, η ως άνω εταιρία δεν προέβη σε εφαρμογή του σχεδίου πόλεως επί του εδάφους και το έτος 1933 με το προεδρικό διάταγμα της 27-1-1933 (ΦΕΚ Α 727/31-1-1933) ιδρύθηκε το Ταμείο Εφαρμογής του σχεδίου πόλεως του συνοικισμού "Νέα Κηφισιά", με το άρθρο 16 του οποίου μεταβιβάστηκαν σε αυτό τα δικαιώματα επί των κοινόχρηστων χώρων προς επίτευξη της εφαρμογής του σχεδίου. Το έτος 1939 καταργήθηκε το Ταμείο Εφαρμογής, χωρίς να εφαρμόσει στο έδαφος το σχέδιο πόλεως και οι κοινόχρηστοι χώροι περιήλθαν στην Κοινότητα Κηφισιάς και ακολούθως στον εκκαλούντα Δήμο Κηφισιάς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των μεταβιβασθέντων οικοδομικών τετραγώνων περιλαμβανόταν και το υπ' αριθμό 4 και ήδη 510 οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης είχε επιφάνεια 7.275 τ.μ., τριγωνικό σχήμα, περικλείεται από τις οδούς ..., ... σε πλευρικές διαστάσεις μήκους 150, 92 και 175 μέτρων, αντίστοιχα και είχε διαιρεθεί κατά την αγορά του σε εννέα οικόπεδα, υπό τα στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ και ι, όπως αποτυπώνονται στο από ...1923 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα των πολιτικών μηχανικών Λ. Κ., Π. Χ. και Α. Π. Στη συνέχεια, η εταιρία υπό την επωνυμία "Εταιρεία Προαστίου Νέα Κηφισιά Α. Γ. και Σία", όπως είχε μετονομαστεί το αρχικό σχήμα που συνέστησαν οι Α. Γ. και Α. Κ. (σχετικό το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ...-1923 συμβολαίου τροποποίησης της επωνυμίας αυτής) μεταβίβασε αιτία πώλησης: α) με το ...-1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ. το υπό στοιχείο γ' οικόπεδο του υπ' αριθ. 4 οικοδομικού τετραγώνου, με εμβαδόν 549,50 τ.μ., στην Α. Λ., β) με το ...-1924 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου το υπό στοιχείο ζ' οικόπεδο, επιφάνειας 600,11 τ.μ. στην Π. Κ. και γ) με το ...-1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. το υπό στοιχείο η' οικόπεδο, με εμβαδόν 900 τ.μ., στον Κ. Φ. Ακολούθως, δυνάμει του ...-1924 συμβολαίου διάλυσης εταιρίας και μεταβίβασης αμοιβαία ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 842 με αριθμό 413, οι εταίροι της εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρία Προαστίου Νέα Κηφισιά Α. Γ. και Σια" προέβησαν στη διάλυση αυτής και τη διανομή της περιουσίας της στους ίδιους. Στη διανεμητέα περιουσία περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και τα οικόπεδα του ευρίσκοντο εντός του υπ' αριθ.4 οικοδομικού τετραγώνου, εκ των οποίων ο μεν Α. Κ. έλαβε τα υπό στοιχεία α', β' και δ' οικόπεδα, με συνολικό εμβαδόν 2.417 τ.μ., ο δε Α. Γ. το υπό στοιχείο θ' οικόπεδο, επιφάνειας 600 τ.μ. και τα υπό στοιχεία ι' και ε' συνολικής επιφάνειας 2.206 τ.μ., όπως αποτυπώνονται στο από ...1923 σχεδιάγραμμα των αυτών ως άνω μηχανικών. Στο ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο περιλήφθηκε όρος ότι ο εκ των εταίρων Α. Κ. απεκδύεται και αποξενώνεται παντός δικαιώματος επί πάσης άλλης περιουσίας της εταιρίας, έστω και εάν δεν περιλαμβάνεται και δεν κατονομάζεται ρητώς στο συμβόλαιο αυτό, αποκαθίσταται δε πλήρως κύριος και κάτοχος απάντων τούτων ο Α. Γ., ο οποίος δικαιούται να διαθέτει αυτά κατά πλήρη κυριότητα. Ακολούθως, με το .../1924 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, ο Α. Κ. μεταβίβασε αιτία πώλησης στον αδελφό του Α. Κ. τα υπό στοιχεία α', β' και δ' οικόπεδα, επιφάνειας κατά τους τίτλους 745, 725 και 735 τ.μ. αντίστοιχα και ο τελευταίος μεταβίβασε την κυριότητα αυτών σε τρίτους. Επίσης, δυνάμει του .../1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ., ο Α. Γ. πώλησε το υπό στοιχείο θ' οικόπεδο στον Α. Α. και με το .../1927 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Όθωνα Κυρέλλου τα υπό στοιχεία ε' και ι' οικόπεδα, επιφάνειας κατά τους τίτλους μεταβίβασης 600 τ.μ., 1050,18 τ.μ. και 1215,82 τ.μ., αντίστοιχα, στους Β. Κ. και Β. Μ., οι οποίοι μεταβίβασαν τούτα περαιτέρω σε τρίτους. Εν τω μεταξύ, με το από 7-7-1925 προεδρικό διάταγμα "Περί εγκρίσεως εξοχικού συνοικισμού Νέα Κηφισιά", το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 169 Α'/10-7-1925 και συνοδεύεται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης, υπό τον τίτλο "Διάγραμμα Ρυμοτομίας Συνοικισμού Νέα Κηφισιά", εγκρίθηκε το σχέδιο του ως άνω εξοχικού οικισμού. Ωστόσο, ο Δήμος Κηφισιάς, αν και υποχρεούταν με βάση το άρθρο 18 του π.δ. της 3-4-1929 να εφαρμόσει επί του εδάφους το σχέδιο πόλεως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.δ. της 17-7-1923, δεν το έπραξε, μολονότι έχουν ανεγερθεί οικοδομές στα οικόπεδα του συνοικισμού και έχει διανοιχθεί το σύνολο του οδικού δικτύου. Το σχέδιο πόλεως είχε εφαρμοσθεί ατύπως με την έκδοση τεχνικών εκθέσεων και διαγραμμάτων εφαρμογής, τα οποία δεν έχουν συνταχθεί με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 5 παρ. 1 ν.δ. της 17-7-1923 προδιαγραφές και αποτελούν εσωτερικό τεχνικό βοήθημα της υπηρεσίας και δεν επάγονται έννομες συνέπειες για τους διοικουμένους, αλλά τυχόν πλημμέλειές του ελέγχονται επ' ευκαιρία προσβολής των σχετικών εκτελεστών πράξεων, όπως της οικοδομικής άδειας... Συγκεκριμένα, οι διαστάσεις και το σχήμα του οικοδομικού τετραγώνου 4 (και ήδη 510) μεταβλήθηκαν με το εγκεκριμένο διάταγμα ρυμοτομίας, με την επιβολή δύο αποτμήσεων, στη συμβολή των οδών ... και ... και στη συμβολή των οδών ... και ... σε επαφή με την Πλατεία Ελαιών, αντίστοιχα (ενώ η συμβολή των οδών ... και ... διατηρείται στην ορθή γωνία). Σύμφωνα δε με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, οι διαστάσεις του οικοδομικού τετραγώνου διαμορφώθηκαν όπως αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα που παρατίθεται στην .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Θ., ήτοι η πλευρά επί της οδού ... εκτείνεται σε 138 μέτρα, η πλευρική διάσταση επί της οδού ... σε 83 μέτρα, η πλευρά επί της οδού ... σε 138 μέτρα, η πλευρά επί της Πλατείας Νέας Κηφισιάς σε 24 μέτρα (απότμηση) και η απότμηση στη συμβολή των οδών ... και ... σε 6 μέτρα. Συγκεκριμένα, η πλευρική διάσταση του οικοδομικού τετραγώνου επί της οδού ..., η οποία σύμφωνα με το από ...1923 σχεδιάγραμμα διανομής εκτεινόταν σε 92 μέτρα, βάσει του από 7-7-1925 διαγράμματος περιορίσθηκε σε 83 μέτρα και η σχετική διαφορά (9 μέτρων) επιβλήθηκε σε βάρος του υπό στοιχείο ι' οικοπέδου. Επίσης, η πλευρική διάσταση του οικοδομικού τετραγώνου επί της οδού ... μήκους 47 μέτρων διασπάσθηκε σε δύο διαστάσεις, προς την Πλατεία Νέας Κηφισιάς μήκους 24 μέτρων και προς την οδό ... μήκους 21 μέτρων, περίπου, ενώ το σχήμα του οικοπέδου ι' μεταβλήθηκε από τετράπλευρο σε πεντάπλευρο (με απότμηση προς την Πλατεία Νέας Κηφισιάς, μήκους 24 μέτρων). Με τις προαναφερόμενες αποτμήσεις η επιφάνεια του οικοδομικού τετραγώνου μειώθηκε σε 6.995,13 τ.μ. (όπως αποτυπώθηκε με τα στοιχεία Ζ-Η-Θ-Υ-Ρ-Π1-Κ2-Λ'-Κ'-Κ1-Ν-Ξ-Ξ1-Ξ2-ΙΒ-Ζ στο σχεδιάγραμμα 6 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Θ.), ενώ η θέση των οδών ..., ... και ... δεν μεταβλήθηκε (βλ. και το με αριθμό ...-1998 έγγραφο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προς τον εκκαλούντα Δήμο, όπου βεβαιώνεται ότι το οικοδομικό τετράγωνο 510 έχει οριστικά διαμορφωθεί και όλοι οι οδοί που το περιβάλλουν διατηρούν το πλάτος του εγκεκριμένου σχεδίου).
Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι, λόγω της εσφαλμένης υλοποίησης επί του εδάφους του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, επήλθε διεύρυνση των ορίων και της έκτασης του υπ' αριθ. 4 οικοδομικού τετραγώνου, η οποία υπολογίζεται στην υλοποιημένη μορφή της σε 8.111,96 τ.μ., περίπου, ενώ βάσει του προαναφερόμενου από ...1923 σχεδιαγράμματος υπολογιζόταν σε 7.275 τ.μ. και βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου σε 6.995,13 τ.μ. Συγκεκριμένα, η απότμηση στη συμβολή των οδών ... και ... καθορίστηκε με την 167/1950 τεχνική έκθεση, η οποία στερείται διαστάσεων του οικοδομικού τετραγώνου και των οικοπέδων τούτου και αποτυπώνει μόνο τις διαστάσεις της απότμησης προς την Πλατεία Ελαιών, σε 13,45 μέτρα κατά μήκος της οδού ... και σε 23,75 μέτρα κατά μήκος της οδού ... Συνεπεία τούτου - καθώς και της έλλειψης αξιόπιστων γεωδαιτικών οργάνων και του γεγονότος ότι ο συντάξας έλαβε ως αφετηρία ορόσημα ή περιτοιχίσεις επί του εδάφους από τους τότε ιδιοκτήτες του οικοπέδου ι' - δεν υλοποιήθηκε ορθά το ρυμοτομικό σχέδιο και αφενός μεν εκτιμήθηκαν εσφαλμένα οι διαστάσεις της απότμησης προς την Πλατεία Ελαιών, αφετέρου δε υλοποιήθηκε εσφαλμένα η απότμηση επί του εδάφους, ήτοι εντός της Πλατείας Ελαιών και κατ' επέκταση στην οδό ..., αντί της ορθής τοποθέτησης αυτής εντός του ως άνω οικοπέδου, διευρύνοντας με τον τρόπο αυτό το οικοδομικό τετράγωνο προς την Πλατεία Ελαιών. Προς επίρρωση των σχετικών παραδοχών, η διάσταση της πλευράς του υπ' αριθ. 510 οικοδομικού τετραγώνου που γειτνιάζει με την οδό ... αποτυπώνεται σε 93 μέτρα περίπου (βλ. και την .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι. Θ., στην οποία μνημονεύεται ότι η σχετική διάσταση, με μεγαλύτερη ή μικρότερη προσέγγιση, προκύπτει [και] από το Ιουλίου 1993 σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα Ι. Σ., όπου αποτυπώνεται σε μήκος 23,61+26,46+42=92,07μ., από το "διευκρινιστικό σχέδιο Νο 3" της από 15-4-2002 τεχνικής έκθεσης του Ι. Μ., όπου υπολογίζεται σε 92,04 μέτρα, από το από Οκτωβρίου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του Κ. Λ., που επισυνάπτεται στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, όπου υπολογίζεται σε 93 μέτρα, χωρίς τα κράσπεδα και από το από ... 2006 τοπογραφικό διάγραμμα των τοπογράφων μηχανικών Α. και Κ., όπου υπολογίζεται σε 93 μέτρα). Η μετατόπιση της απότμησης και η μεγέθυνση του υπ' αριθ. 510 οικοδομικού τετραγώνου επέφερε την μετατόπιση της οδού ... βορειοτέρα, καθώς χαράχτηκε σε εσφαλμένη θέση και, διατηρώντας το πλάτος των 24 μέτρων (όπως προβλέπεται στο από 7-7-1925 εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο), τέμνει την οδό ... δυτικότερα. Η λωρίδα που προστέθηκε έχει πλάτος από 3,70 μέτρα στο δυτικό άκρο του οικοδομικού τετραγώνου και εκτείνεται έως 6,73 μέτρα στο ανατολικό άκρο επί της οδού ..., ενώ υφίσταται μικρή απόκλιση στην συμβολή των οδών ... και ....
Συνεπώς, τα επίδικα οικόπεδα σχηματίστηκαν εντός του υπ' αριθ. 510 οικοδομικού τετραγώνου λόγω της αύξησης της πλευρικής διάστασης επί της οδού ... και της καθέτου προς .... Η γωνία των οδών ... και ... είναι οξεία και, για το λόγο αυτό, η μετακίνηση της οδού ... βορειότερα, επέφερε την μετακίνηση των ορίων του οικοδομικού τετραγώνου 510 ως εξής: α) δυτικά και βόρεια επί του ορίου των οδών ... και ..., κατά 6,46 μέτρα, με αποτέλεσμα, μετά την επιβολή της απότμησης επί της γωνίας των οδών ... και ..., η επιμήκυνση να υλοποιηθεί επί της .... Ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου α', υλοποιώντας τον τίτλο του, εφάρμοσε δυτικότερα τα όρια της περίφραξής του, ενώ το εμβαδόν, λόγω του τριγωνικού περίπου σχήματος και του μεγαλύτερου ύψους του τριγώνου, υλοποιήθηκε σε μικρότερο πρόσωπο επί της οδού .... Συνολικά, τα όρια του οικοδομικού τετραγώνου αυθήθηκαν στο όριο της οδού ... (υφιστάμενη κατάσταση 154,36 μ. μείον 138,21 μ. σύμφωνα με το π.δ. ...-1925) κατά 16,15 μέτρα, επιμήκυνση που ταυτίζεται περίπου με το μήκος του προσώπου του επίδικου οικοπέδου προς την .... Το μήκος 19,28 μέτρων φέρεται μεγαλύτερο από την διαφορά των 16,15 μέτρων κατά 3,13 μέτρα, κυρίως, λόγω της υλοποίησης του υπό στοιχείο β' οικοπέδου με μικρότερο πρόσωπο επί της ως άνω οδού (καθώς στον αρχικό τίτλο είχε πρόσωπο 25,5 μέτρων και υλοποιήθηκε σε όψη 19,31 μέτρων) και του γεγονότος ότι τα οικόπεδα υπό στοιχεία ι' και ε' εφαρμόσθηκαν με βάση το όριο της οδού ..., το οποίο παρέμεινε σταθερό, ενώ τα οικόπεδα υπό στοιχεία α', β' και δ' με βάση τη γωνία ... και ..., η οποία μετακινήθηκε, ως άνω. Στο νότιο τμήμα επί της ..., το οικοδομικό τετράγωνο 510 είχε αρχικά μήκος 140,95 μέτρων, πλην όμως, λόγω της μετακίνησης των ορίων, εκτείνεται σε μήκος 147,92 μέτρων. Τα δε υπό στοιχεία α' και β' οικόπεδα έχουν μικρότερες πλευρικές διαστάσεις προς την ..., από εκείνες που είχαν αρχικά, καθώς το υπό στοιχείο β' οικόπεδο είχε διάσταση 25,50 μέτρων, ενώ υλοποιήθηκε σε 16,03 μέτρα (διαφορά 9,47 μέτρων) και το υπό στοιχείο α' οικόπεδο είχε διάσταση προς την ... μετά την απότμηση (53 - 9.15) = 43,85 μ. ενώ πλέον φέρει (6,97 - 36,20) 43,17 μ., ήτοι διαφορά 0,68 μέτρων. Αντίθετα, τα οικόπεδα γ', ζ' και η' διατήρησαν τα αρχικά όριά τους, καθώς εφαρμόσθηκαν από τη σταθερή γωνία στη συμβολή των οδών ... και .... Από την αρχική διαφορά των 17,12 μέτρων (6,97 μ. + 9.47 μ. + 0,68 μ.) προέρχεται περίπου το μήκος 18,21 μέτρων, που αποτελεί την πλευρική διάσταση του επιδίκου οικοπέδου στην οδό ... Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η απόσταση των 18,21 μέτρων μεταξύ των οικοπέδων β' και γ' οφείλεται στο ότι οι τίτλοι των υπό στοιχεία α' και β' οικοπέδων εφαρμόσθηκαν από τη διασταύρωση ... και ..., ενώ των υπό στοιχεία γ', ζ' και η' οικοπέδων από τη σταθερή γωνία των οδών ... και .... Συνακόλουθα, τα ως άνω οικόπεδα προέκυψαν, μεταξύ άλλων, διότι για την υλοποίηση των τίτλων των οικοπέδων με στοιχεία γ', ε', ζ', η', θ' και ι' τέθηκε αφετηρία η γεωμετρικά καθορισμένη ορθή γωνία που σχηματίζουν οι πλευρές του οικοδομικού τετραγώνου με πρόσωπο στην οδό ... και στην οδό ..., λόγω του σταθερού πλάτους των οδών αυτών, ενώ οι τίτλοι των οικοπέδων με στοιχεία α', β' και δ' υλοποιήθηκαν με αφετηρία την απότμηση στη συμβολή των οδών ... και ... Συνεπεία των ανωτέρω, ενώ σύμφωνα με τους τίτλους της διανομής τα οικόπεδα με στοιχεία δ' και ε' φέρονται να γειτνιάζουν (στους τίτλους αναφέρεται η λέξη "συνεχόμενο ε" η "συνεχόμενο δ"), παρεμβλήθηκε ανάμεσά τους η επίδικη έκταση με εμβαδόν 344,55 τ.μ. Επίσης, τα οικόπεδα με στοιχεία β' και γ' δεν τοποθετήθηκαν στην ίδια πλευρά, σύμφωνα με τους τίτλους διανομής τους, καθώς παρεμβλήθηκε μεταξύ τους η επίδικη έκταση επιφάνειας 368,18 τ.μ. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών της εφεσίβλητης ότι το υπ' αριθ. 510 οικοδομικό τετράγωνο είχε πραγματική έκταση 8.111,96 τ.μ. από την ένταξη στο σχέδιο πόλεως από το έτος 1925. Μετά ταύτα, στο υπ' αριθ. 510 οικοδομικό τετράγωνο περιλαμβάνονται: α) οικόπεδο έκτασης 732,50 τ.μ., εκ των οποίων 526,83 τ.μ. εμπίπτουν στα όρια του οικοδομικού τετραγώνου βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του π.δ. ...-1925 και 205,67 τ.μ. εκτός αυτού, β) οικόπεδο 764,60 τ.μ., εκ των οποίων 663,15 τ.μ. εμπίπτουν στα όρια του οικοδομικού τετραγώνου βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του π.δ. ...-1925 και 101,45 τ.μ. εκτός αυτού, γ) οικόπεδο 539,85 τ.μ. εμπίπτον εξ ολοκλήρου στα όρια του οικοδομικού τετραγώνου βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, δ) οικόπεδο 536,80 τ.μ., εκ των οποίων 420,96 τ.μ. εμπίπτουν στα όρια του οικοδομικού τετραγώνου βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και 115,84 τ.μ. εκτός αυτού, ε) οικόπεδο 1.084,20 τ.μ., εκ των οποίων μόνο 155,61 τ.μ. βρίσκονται εντός των ορίων του οικοδομικού τετραγώνου βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, ζ) οικόπεδο 610 τ.μ., η) οικόπεδο 912,29 τ.μ. και θ) οικόπεδο 593,01 τ.μ., που εμπίπτουν στα όρια του υπ' αριθ. 510 οικοδομικού τετραγώνου (με την επισήμανση ότι τα υπό στοιχεία η' και θ' οικόπεδα είναι ενωμένα σε ένα ενιαίο οικόπεδο εμβαδού 1.505,30 τ.μ.), ι) οικόπεδο 1.528,30 τ.μ., εκ των οποίων 1.087,72 τ.μ. εμπίπτουν στα όρια του οικοδομικού τετραγώνου και επιφάνεια 440,58 τ.μ. εκτός των ορίων του, καθώς και i) το επίδικο οικόπεδο επιφάνειας 458,70 τ.μ., από την επιφάνεια του οποίου 344, 55 τ.μ. εμπίπτει στα όρια του υπ' αριθ. 510 οικοδομικού τετραγώνου βάσει του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του π.δ. ...-1925 και 114,15 τ.μ. κείνται εκτός αυτού και ii) το επίδικο οικόπεδο επιφάνειας 368,18 τ.μ., που περιλαμβάνεται στα όρια του ως άνω οικοδομικού τετραγώνου. Συγκεκριμένα, συνεπεία της εσφαλμένης κατά τα ανωτέρω υλοποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και των τίτλων επί του εδάφους προέκυψε η επίδικη εδαφική έκταση, η οποία έχει εμβαδόν 458,70 τ.μ. περίπου και αποτυπώθηκε υπό τα στοιχεία Τ-Σ-Ρ-Ρ1-Υ1-Υ-Τ στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα μηχανικού Ι. Θ. (συνορεύουσα βόρεια σε πλευρά 19,28 μέτρων με την οδό ..., νότια σε πλευρά 10,93 μέτρων με το υπό στοιχείο γ' οικόπεδο, ανατολικά σε πλευρές 27,83 μέτρων και 6,74 μέτρων με το υπό στοιχείο ε' οικόπεδο και δυτικά σε πλευρές 29,70 και 5,95 με το υπό στοιχείο δ' οικόπεδο), αναφέρεται δε στο από ... 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ε. Χ. υπό στοιχείο φ' και τα περιμετρικά στοιχεία 12-15-22-23-12 και στο από Ιουλίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ι. Σ. με το στοιχείο δ1 και τα περιμετρικά στοιχεία Ν-Π-Ο-Ξ-Ν και παρεμβάλλεται μεταξύ των οικοπέδων υπό στοιχείο δ' και ε' του από ...1923 τοπογραφικού διαγράμματος των πολιτικών μηχανικών Λ. Κ., Π. Χ. και Α. Π. Το ως άνω οικόπεδο συμπίπτει κατά το μάλλον ή ήττον με την επίδικη έκταση που αποτυπώθηκε στο από 5-2-2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογραφικού Τμήματος της Πολεοδομίας Κηφισιάς υπό το στοιχείο 1 και αποτελείται από δύο συνεχόμενες εδαφικές εκτάσεις, και δη: α1) την εδαφική έκταση υπό τα περιμετρικά στοιχεία Ρ-Σ-Τ-Υ-Ρ, με εμβαδόν 344,55 τ.μ., που εμπίπτει εντός των ορίων του οικοδομικού τετραγώνου 510 και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Ρ-Υ μήκους 17,42 μ. με εγκεκριμένη οδό ... και ειδικότερα με εδαφική έκταση α2 (Ρ1-Ρ-Υ-Υ1-Ρ1), ανατολικά - νοτιοανατολικά σε πλευρά Υ-Τα, μήκους 27,83 μ. με οικόπεδο ε' του από ...1923 σχεδιαγράμματος της διανομής, ιδιοκτησίας Β. Τ., νότια και νοτιοδυτικά σε πλευρά Σ-Τ 9,93 μ. με οικόπεδο γ' της διανομής του 1923, ιδιοκτησίας Ι. Ρ. και δυτικά σε πλευρά Τ-Υ μήκους 27,83 μ. με οικόπεδο δ', ιδιοκτησίας Ο. συζ. Χ. Α. και Θ. συζ. Σ. Τ. [πρόκειται για τμήμα του πρώτου επιμέρους εδαφικού τμήματος που κατέστη επίδικο με την από 9-2-2010 με αριθμό κατάθεσης ...-2010 αγωγή του εκκαλούντος Δήμου, ..., έκταση που ταυτίζεται, κατά προσέγγιση, με τμήμα της έκτασης εμβαδού 458,62 τ.μ., που κατέστη επίδικη με την από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009 αγωγή της εφεσίβλητης, ..., αποτελεί δε αντικείμενο της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης ...] και α2) την εδαφική έκταση υπό τα περιμετρικά στοιχεία Ρ1-Ρ-Υ-Υ1-Ρ1,με εμβαδόν 114,15 τ.μ. [που δεν κατέστη επίδικη ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ..., πρόκειται δε για το υπόλοιπο τμήμα του πρώτου επιμέρους εδαφικού τμήματος που κατέστη επίδικο με την από 9-2-2010 με αριθμό κατάθεσης ...-2010 αγωγή του εκκαλούντος Δήμου, ..., έκταση που ταυτίζεται, κατά προσέγγιση, με τμήμα της έκτασης εμβαδού 458,62 τ.μ., που κατέστη επίδικη με την από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009 αγωγή της εφεσίβλητης ...]. Η έκταση αυτή των 114,15 τ.μ. εμπίπτει στους εγκεκριμένους κοινόχρηστους χώρους του Δήμου Κηφισιάς, σύμφωνα με το από 7-7-1925 εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλης (π.δ. 7-7-1925) και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Ρ1-Υ1 μήκους 19,28 με τους κοινόχρηστους χώρους της οδού ..., ανατολικά - νοτιοανατολικά σε πλευρά Υ1-Υ μήκους 6,74 μ. με κοινόχρηστη έκταση της εγκεκριμένης οδού ..., σύμφωνα με το αυτό ως άνω εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως, και ήδη του ιδιοκτήτη του οικοπέδου ε' της διανομής του έτους 1923, νότια κατά πλευρά Υ-Ρ μήκους 17,42 μ. με την ανωτέρω εδαφική έκταση υπό στοιχείο α1 (Ρ-Σ-Τ-Υ-Ρ) και δυτικά σε πλευρά Ρ-Ρ1 μήκους 5,96 μέτρων με εγκεκριμένους κοινόχρηστους χώρους της οδού ... και σήμερα στην κατοχή του ιδιοκτήτη του οικοπέδου δ' της διανομής του 1923, όπως υλοποιήθηκε επί του εδάφους. Όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (το σχετικό κεφάλαιο, όπως προαναφέρθηκε, δεν μεταβιβάστηκε ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου...) η εν λόγω εδαφική έκταση με εμβαδόν 114,15 τ.μ. εμπίπτει στην οδό ..., ήτοι σε κοινόχρηστο χώρο, που δημιουργήθηκε με την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου του συνοικισμού Νέας Κηφισιάς με το από 7-7-1925 προεδρικό διάταγμα (ΦΕΚ 169 Α/10-7-1925) - έγκριση που πραγματοποιήθηκε με την επίσπευση των προαναφερθέντων τότε συνιδιοκτητών, οι οποίοι μάλιστα, για το σκοπό αυτό παραιτήθηκαν και ρητά από κάθε δικαίωμα αποζημίωσης - και περιήλθε στον εκκαλούντα, ενάγοντα και εναγόμενο Δήμο (τότε Κοινότητα) από το έτος 1939, οπότε καταργήθηκε το Ταμείο Εφαρμογής, στο οποίο μέχρι τότε ανήκαν οι εν λόγω κοινόχρηστοι χώροι. Συνακόλουθα, η έκταση αυτή κρίθηκε πρωτοβαθμίως ότι δεν επιδέχεται χρησικτησίας, καθώς αποτελεί κοινόχρηστο χώρο που περιήλθε στην κυριότητα οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, και δη σύμφωνα με το ν.δ. 690/1948 από τη δημοσίευση του ρυμοτομικού σχεδίου (βλ. και τις 405/1986 και 2206/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αναφορικά με την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της Νέας Κηφισιάς). Επιπρόσθετα, λόγω της λανθασμένης υλοποίησης επί του εδάφους των ορίων των ως άνω οικοπέδων δημιουργήθηκε μεταξύ των οικοπέδων υπό στοιχεία β' και γ' του από ...1923 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος των πολιτικών μηχανικών Λ. Κ., Π. Χ. και Α. Π. η επίδικη (και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου) εδαφική έκταση, επιφάνειας 368,18 τ.μ. [πρόκειται για το δεύτερο επιμέρους εδαφικό τμήμα που κατέστη επίδικο με την από 9-2-2010 με αριθμό κατάθεσης ...-2010 αγωγή του εκκαλούντος Δήμου ..., έκταση που ταυτίζεται, κατά προσέγγιση, με την έκταση εμβαδού 370,50 τ.μ. που κατέστη επίδικη με την από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009 αγωγή της εφεσίβλητης ...]. Η έκταση των 368,18 τ.μ. εμπίπτει στα όρια του υπ' αριθ. 510 οικοδομικού τετραγώνου και αποτυπώθηκε: α) υπό τα στοιχεία Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Μ στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού Ι. Θ. (συνορεύουσα βόρεια επί πλευράς Ο-Π μήκους 17 μέτρων με το υπό στοιχείο δ' οικόπεδο, όπως ευρίσκεται υλοποιημένο επί του εδάφους, κυριότητας Ο. Α. και Θ. Τ., νότια - νοτιοανατολικά σε πλευρά Ν-Ξ μήκους 18,21 μέτρων με την οδό ..., ανατολικά - νοτιοανατολικά επί πλευράς Ο-Ξ μήκους 24,80 μέτρων με το υπό στοιχείο γ' οικόπεδο της διανομής του 1923, όπως ευρίσκεται υλοποιημένο επί τους εδάφους, κυριότητας Ι. Ρ. και βορειοδυτικά επί πλευράς Ν-Μ μήκους 18,48 μέτρων και δυτικά σε πλευρά Μ-Π μήκους 2,70 μέτρων με το υπό στοιχείο β' οικόπεδο της διανομής του 1923, όπως ευρίσκεται υλοποιημένο επί του εδάφους, κυριότητας Κ. Π. και β) στο από ... 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος με την υπ' αριθ. 8005/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πραγματογνώμονα - τοπογράφου μηχανικού Ε. Χ. υπό στοιχείο ω' και τα περιμετρικά στοιχεία 3-4-21-20-19-3. Το ως άνω οικόπεδο συμπίπτει κατά το μάλλον ή ήττον με την επίδικη έκταση, η οποία αποτυπώθηκε στο από 5-2-2010 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογραφικού Τμήματος της Πολεοδομίας Κηφισιάς υπό το στοιχείο 2 και τα περιμετρικά στοιχεία Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Μ, με εμβαδόν 368,18 τ.μ. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη υποστήριξε ότι η κυριότητα των προαναφερόμενων ακινήτων περιήλθε σ' αυτή δυνάμει του μεταγραφέντος .../1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Αποστολοπούλου, με το οποίο οι Α. Κ. και Α. Γ. προέβησαν σε διανομή της περιουσίας της ως άνω εταιρίας, ο δε πρώτος εξ αυτών απεκδύθηκε του δικαιώματος επί πάσης άλλης περιουσίας αυτής, σε συνδυασμό με το επίσης μεταγραφέν .../1929 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο ο Α. Γ. μεταβίβασε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Ανώνυμος Εταιρεία" τα περιουσιακά του στοιχεία που αναφέρονται στο καταστατικό της, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα, καίτοι δεν αναφέρονται ρητά στο κείμενό του. Πράγματι, δυνάμει του .../1929 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Αποστολοπούλου, όπως τροποποιήθηκε με το .../1929 συμβόλαιο αυτού, συστήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Ανώνυμος Εταιρία" και με την 20353/30-3-1929 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο 94/3-4-1929 Φ.Ε.Κ. (δελτία ανωνύμων εταιρειών), εκγκρίθηκε η σύστασή της. Ακολούθως, με το 3814/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Ζούβελα, η ως άνω εταιρία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Οικοδομική Βιομηχανική Ναυτιλιακή Εμπορική Εταιρία Υπατία Α.Ε.", η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, η ως άνω εταιρία είχε ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την αγορά, πώληση, εκμετάλλευση ακινήτων, οικοδομών και γηπέδων, κυρίως του άνω εξοχικού συνοικισμού και την εκτέλεση κυρίως επ' αυτού έργων κοινής ωφέλειας και εξωραϊσμού, όπως ύδρευσης, φωτισμού, δενδροφύτευσης οδών και πλατειών. Στα ιδρυτικά δε μέλη και μετόχους της άνω εταιρίας συγκαταλεγόταν ο Α. Γ., ο οποίος κατά τη σύσταση της εισέφερε και μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, την κυριότητα εδαφικής έκτασης επιφάνειας 106.909 τ.μ., πλέον ή έλαττον, η οποία βρίσκεται εντός του προαναφερόμενου εξοχικού οικισμού, περιγράφεται στα άρθρα 59, 60 και 61 του καταστατικού της (άρθρ. 58 του καταστατικού της εταιρίας) και είχε περιέλθει στην κυριότητά του με το .../1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 59 του καταστατικού της προαναφερόμενης εταιρίας ορίζεται ότι ο Α. Γ. διατηρεί στην κυριότητά του τα υπό στοιχεία β', δ' και ε' γήπεδα του με αριθμό 12 οικοδομικού τετραγώνου, που βρίσκονται στο συνοικισμό "Νέα Κηφισιά", συνολικής έκτασης 3.700 τ.μ., όπως εμφαίνονται στο από 25-3-1927 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Λ., τα οποία περιήλθαν στην κυριότητά του δυνάμει του .../1924 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ., ενώ στο άρθρο 60 ορίζεται ότι ο ίδιος διατηρεί την κυριότητα των ακινήτων, που εμφαίνονται στον ως άνω σχεδιάγραμμα και περιήλθαν στην κυριότητά του με το .../1924 διανεμητήριο συμβόλαιο και βρίσκονται στον ίδιο συνοικισμό, ήτοι: 1) τα υπό στοιχεία α, β, γ και ε γήπεδα του υπό στοιχείο 36 οικοδομικού τετραγώνου, συνολικής έκτασης 2.595 τ.μ., 2) τα υπό στοιχεία β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, μ γήπεδα του υπό στοιχείο 43 οικοδομικού τετραγώνου, συνολικής έκτασης 8.560 τ.μ., 3) τα υπό στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι γήπεδα του υπό στοιχείο 114 οικοδομικού τετραγώνου, συνολικής έκτασης 10.440 τ.μ., 4) τα υπό στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ, μ γήπεδα του υπό στοιχείο 27 οικοδομικού τετραγώνου, συνολικής έκτασης 13.839 τ.μ. 5) ολόκληρα τα υπό στοιχεία 65, 89, 92, 95, 108, 112 οικοδομικά τετράγωνα, έκτασης 9.000, 6.880, 5,280, 8.640, 5.120 και 4.680 τ.μ. αντίστοιχα, 6) το ένα τρίτο εξ αδιαιρέτου τριών τμημάτων του ίδιου συνοικισμού (γηπέδων), ήτοι των υπό στοιχεία Α, Β και Γ, έκτασης 24.680, 12.280 και 3.920 τ.μ. αντίστοιχα, καθώς και 1) τα υπό στοιχεία δ, ε, ι και μ γήπεδα του 198 οικοδομικού τετραγώνου, έκτασης 3.813 τ.μ., 2) τα υπό στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ γήπεδα του 19Δ οικοδομικού τετραγώνου, έκτασης 10.736 τ.μ., που περιήλθαν στον ίδιο δυνάμει του 32.155/1923 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Α. Ζ. Επίσης, αναφέρεται ότι όλα τα ως άνω περιγραφέντα στα άρθρα 59 και 60 ακίνητα έχουν συνολική έκταση106.909 τετραγωνικών μέτρων και αποτελούν τμήμα του κτήματος "Αδάμες". Τέλος, στο άρθρο 61 στοιχείο στ' του εν λόγω καταστατικού ορίστηκε ότι ο Α. Γ. εκχωρεί στην ως άνω εταιρία τα εν γένει δικαιώματά του κατά των ιδιοκτητών του αγροκτήματος "Αδάμες" Δ. Χ., Π. Χ., Κ. Γ. και Β. Γ., που απορρέουν από τα .../1923 και .../1924 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ. και ότι ο Α. Γ. εισέφερε κατά κυριότητα στην εταιρεία τα ακίνητα που περιγράφονται στα άρθρα 59 και 60 του καταστατικού, στα οποία δεν περιλήφθηκε με ρητή αναφορά το επίδικο ακίνητο. Από το περιεχόμενο των ως άνω άρθρων προκύπτει ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν μνημονεύονται μεταξύ των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν από τον Α. Γ. στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Ανώνυμος Εταιρία" δυνάμει του .../1929 συμβολαίου σύστασης. Εξάλλου, από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι η λανθασμένη υλοποίηση του οικοδομικού τετραγώνου επί του εδάφους πραγματοποιήθηκε πριν το έτος 1950, οπότε χαράκτηκε η οδός .... Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες των οικοπέδων υλοποίησαν τα όριά τους με βάση τη χάραξη της οδού ..., σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω. Ως εκ τούτου τα επίδικα οικόπεδα δεν είχαν σχηματιστεί το έτος 1929, όταν ο Α. Γ. συνέστησε την ανωτέρω εταιρία "Τρινέμεια" και μεταβίβασε στην ίδια τα προαναφερόμενα ακίνητα της κυριότητάς του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η βάση των αγωγών της εφεσίβλητης που θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, καθώς τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στον τίτλο κτήσης που επικαλείται. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος της εφεσίβλητης - ενάγουσας απορριπτέα είναι και η βάση των αγωγών της που θεμελιώνεται στην κτήση της κυριότητας επί των επιδίκων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, όπως ορθά κρίθηκε κατά τούτο από την εκκαλουμένη 3067/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (απόρριψη βάσης αγωγών που θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας και βάσης αγωγών που θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας). Από τη συνεκτίμηση των αυτών ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι μετά τη δημιουργία των επιδίκων εκτάσεων, η οποία έλαβε χώρα το έτος 1960, η εταιρία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Ανώνυμος Εταιρία" ασκούσε τη νομή τους, θεωρώντας ότι περιήλθαν στην ίδια ως τμήματα της περιουσίας που εισέφερε κατά την ίδρυσή της ο Α. Γ., δυνάμει του προαναφερθέντος όρου του .../1924 συμβολαίου διανομής, με τον οποίο περιερχόταν σ' αυτόν και κάθε μη ρητά κατονομαζόμενο ακίνητο της εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρεία Προαστίου Νέα Κηφισιά - Α. Γ. και Σία". Ο χρόνος που πλέον παγιώθηκε η χωροθέτηση των επίδικων εκτάσεων οριοθετείται το έτος 1960, και όχι ενωρίτερα ή αργότερα, δεδομένου ότι η υλοποίηση επί του εδάφους των οδών ... και ... που περικλείουν το τετράγωνο 510, όπου βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, χώρησε και ολοκληρώθηκε εντός της δεκαετίας του 1950, δεκαετία κατά την οποία χαράκτηκαν οι ανωτέρω οδοί, χάραξη που αποτέλεσε τη βάση υλοποίησης των (νέων) ορίων των οικοπέδων από τους ιδιοκτήτες τους, όταν αυτοί τα περιέφραξαν στη θέση που είναι σήμερα (βλ. την ...-2010 ένορκη βεβαίωση του Διευθυντή της Πολεοδομίας του εκκαλούντος Δήμου, αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Η. Σ., ο οποίος εκτιμά ότι χρονικά η χάραξη της οδού ... έγινε "στη δεκαετία του 1950", καθώς και την .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Θ., σελ. 20, 25 και 31). Η εκκαλούσα εταιρία (προφανέστατα εννοείται από την απόφαση η εφεσίβλητη εταιρία), υπό το προγενέστερο εταιρικό της σχήμα, έλαβε στην κατοχή της τις επίδικες εκτάσεις, όταν αυτές σχηματίστηκαν (το έτος 1960) - όπως και την λοιπή έκταση του εξοχικού οικισμού, την οποία επίσης κατά τη σύστασή της εισέφεραν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα άλλα ιδρυτικά μέλη της και μέτοχοι αυτής - και άρχισε να νέμεται αυτές διάνοια κυρίας, συνεχώς και αδιαλείπτως, εποπτεύοντας τούτες και επιβλέποντας τα όριά τους, όπως συνέβη και με τα λοιπά ακίνητα που διέθετε στον ίδιο οικισμό. Προς επίρρωση των ανωτέρω, η εταιρία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Ανώνυμος Εταιρία" (καθολική διάδοχος της οποίας, ως το προγενέστερο εταιρικό σχήμα, αποτελεί η εκκαλούσα) το έτος 1990 απευθύνθηκε στην Πολεοδομία Κηφισιάς, αιτούμενη και πετυχαίνοντας την έκδοση της 38/1993 οικοδομικής άδειας περίφραξης του επιδίκου οικοπέδου επιφάνειας 368,18 τ.μ. Επίσης, παραχώρησε το επίδικο οικόπεδο για σύντομο χρονικό διάστημα για προεκλογικό αγώνα.
Περαιτέρω, αναφορικά με το ακίνητο εμβαδού 344,55 τ.μ. που κατέστη, ως τμήμα ευρύτερης έκτασης 458,62 τ.μ., επίδικο με την από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009 νυν υπό κρίση αγωγή της εφεσίβλητης, η τελευταία (εφεσίβλητη) άσκησε την από 10-4-1992 με αριθμό κατάθεσης 5627/1992 διεκδικητική αγωγή κυριότητας (και) κατά του Ν. Δ., η οποία έγινε δεκτή τελεσίδικα με την 665/5-2-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι η (νυν) εφεσίβλητη νεμόταν το ακίνητο μέχρι το έτος 1990, οπότε το κατέλαβε ο (τότε) εναγόμενος Γ. Δ.
Εξάλλου, αναφορικά με το ακίνητο εμβαδού 372 τ.μ., που κατέστη επίδικο με την από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009 νυν υπό κρίση αγωγή της εφεσίβλητης, η τελευταία (εφεσίβλητη) άσκησε την από 15-9-1993 με αριθμό κατάθεσης 11614/1993 διεκδικητική αγωγή κυριότητας (και) κατά, επίσης, του Ν. Δ., η οποία έγινε δεκτή τελεσίδικα με την 186/15-1-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι η (νυν) εφεσίβλητη κατέστη κυρία του (τότε και νυν) επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμεται αυτό μέχρι το έτος 1990 (οπότε και το κατέλαβε ο εναγόμενος), εποπτεύοντάς το και επιβλέποντας τα όρια αυτού από επίδοξους καταπατητές μαζί με τα υπόλοιπα ακίνητα που διαθέτει στον ίδιο οικισμό. Από την άσκηση των ανωτέρω αγωγών κατά τρίτου καταπατητή καταδεικνύεται η βούληση της εφεσίβλητης να νέμεται τα επίδικα ακίνητα διάνοια κυρίας. Ο εκκαλών Δήμος άσκησε κατά των ανωτέρω αποφάσεων τριτανακοπές (την από 4-4-2011 με αριθμό κατάθεσης Β.Α.Β. ...-2011 κατά της 665/2007 απόφασης και την από 4-4-2011 με αριθμό κατάθεσης Β.Α.Β. ...-2011 κατά της 186/15-1-2010 απόφασης), η συζήτηση των οποίων, όμως ματαιώθηκε. Αποδείχθηκε επομένως ότι η εφεσίβλητη και τότε ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμήθηκε αυτά είκοσι και πλέον έτη (από το έτος 1960 έως το έτος 1990). Η διακοπή του χρόνου της νομής της εφεσίβλητης το έτος 1990 (οπότε έλαβε χώρα η καταπάτηση των επίδικων ακινήτων από τρίτο) δεν ασκεί έννομη επιρροή στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας επί των δύο ακινήτων, δεδομένου ότι ο χρόνος χρησικτησίας της εικοσαετίας είχε ήδη συμπληρωθεί όταν χώρησε η απώλεια της νομής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ορθά κατά τούτο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις με αιτιολογία που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και έκανε δεκτή την επικουρική βάση των αναγνωριστικών αγωγών της εφεσίβλητης περί κτήσης της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης (πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης).
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών Δήμος Κηφισιάς νεμήθηκε τα επίδικα ακίνητα με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη επί μία δεκαετία, ήτοι από το έτος 1997 και εφεξής (πριν το έτος αυτό δεν αναφέρονται στην από 9-2-2010 με αριθμό κατάθεσης ...-2010 αγωγή του εκκαλούντος πράξεις νομής, βλ. σελ. 12-13 του δικογράφου της αγωγής). Μόλις στις αρχές του έτους 2009 ο εκκαλών Δήμος τοποθέτησε πινακίδα με την ένδειξη ότι τα ακίνητα είναι ιδιοκτησίας του, αμφισβητώντας έμπρακτα το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης και προσπαθώντας να θεμελιώσει ο ίδιος νομή. Τα αναφερόμενα από τους ενόρκους βεβαιώσαντες, που συνδέονται με τον εκκαλούντα με τις ιδιότητες του Διευθυντή της Πολεοδομίας του Δήμου - ο Η. Σ. [...-2010 ένορκη βεβαίωση], του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου - ο Π. Κ. [...-2010 ένορκη βεβαίωση] και του Αντιδημάρχου - ο Ε. Σ. [...-2010 ένορκη βεβαίωση], ότι ο εκκαλών Δήμος ασκούσε και ασκεί πράξεις νομής επί των επιδίκων (όπως περίφραξη, καθαρισμός), δεν ενισχύεται από άλλα στοιχεία, και κρίνονται αβάσιμα. Επιπροσθέτως, τα επίδικα ακίνητα δεν αποδείχθηκε ότι εμπίπτουν στους κοινόχρηστους χώρους του ρυμοτομικού σχεδιασμού (σε αυτό συνηγορεί η επισήμανση ότι βρίσκονται στο εσωτερικό μέρος του Οικοδομικού Τετραγώνου, βλ. την .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Θ., σελ. 30 και 31) και επομένως δεν πληρείται, πέραν της έλλειψης του στοιχείου της νομής, ούτε η προϋπόθεση του νόμιμου τίτλου ... Ελλείψει νομίμου τίτλου (νομίμου καθορισμού των εκτάσεων ως κοινόχρηστων, ...) δεν χωρεί, βέβαια, ούτε κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο. Επομένως, τυγχάνει αβάσιμη κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αγωγή του εκκαλούντος Δήμου τόσο προς την κύρια βάση της περί κτήσης της κυριότητας με παράγωγο τρόπο όσο και ως προς την επικουρική της βάση περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Περαιτέρω, με βάση όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών νέμεται τα επίδικα ακίνητα, ώστε να γίνει δεκτό το εκ του άρθρου 989 ΑΚ, επικουρικά προβληθέν υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση απόρριψης του κυρίου αιτήματος προστασίας της κυριότητας, αίτημα προστασίας της νομής με τη μορφή της αγωγής διατάραξης. Ο εκκαλών Δήμος μόλις στις αρχές του έτους 2009 τοποθέτησε πινακίδα με την ένδειξη ότι τα επίδικα ακίνητα είναι ιδιοκτησίας του, επιδιώκοντας να θεμελιώσει, χωρίς αποτέλεσμα, νομή έναντι της εφεσίβλητης, διαταράσσοντας όμως με τον τρόπο αυτό παράνομα την κυριότητα της εφεσίβλητης. Η τελευταία άσκησε άμεσα, εντός του έτους 2009, τις υπό κρίση αγωγές (από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009 και από 21-9-2009 με αριθμό κατάθεσης ...-2009). Επομένως, τυγχάνει αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή του εκκαλούντος Δήμου ως προς το (επικουρικό) αίτημα προστασίας της νομής (με τη μορφή της διατάραξης) επί των επιδίκων ακινήτων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο: 1) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος περί κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με παράγωγο τρόπο, 2) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής του περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων με τακτική χρησικτησία και 3) απέρριψε για τον ίδιο ως άνω λόγο το επικουρικό αίτημα της αγωγής του περί προστασίας της νομής των επίδικων ακινήτων λόγω διατάραξης αυτής. Επίσης, με τις ίδιες ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο: 1) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη βάση των δύο αγωγών της αναιρεσίβλητης περί κτήσης της κυριότητας των δύο επίδικων ακινήτων με παράγωγο τρόπο, 2) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη βάση των δύο αγωγών της αναιρεσίβλητης περί κτήσης της κυριότητας των ίδιων ακινήτων με τακτική χρησικτησία και 3) δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρική βάση των δύο αγωγών της αναιρεσίβλητης περί κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δέχθηκε ειδικότερα ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, νεμόταν με διάνοια κυρίας τα ακίνητα αυτά από το έτος 1960 έως το έτος 1990, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και ειδικότερα εποπτεύοντας αυτά και επιβλέποντας τα όριά τους, με την υποβολή αίτησης το 1990 προς την Πολεοδομία Κηφισιάς για την έκδοση άδειας περίφραξης των επιδίκων, η οποία εκδόθηκε το 1993, με την παραχώρηση ενός από τα επίδικα για μικρό χρονικό διάστημα για προεκλογικό αγώνα, ενώ με την έγερση των από 10-4-1992 και 15-9-1993 διεκδικητικών αγωγών κατά τρίτων καταπατητών των επίδικων ακινήτων, οι οποίοι τα κατέλαβαν το 1990 και οι οποίες αγωγές έγιναν δεκτές με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, εξέφρασε τη βούλησή της να προστατεύσει την κυριότητά της επί των επιδίκων και να συνεχίσει να ασκεί τη νομή της επ' αυτών με διάνοια κυρίας. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Περαιτέρω, και όσον αφορά ειδικότερα το χρόνο έναρξης της χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης επί των επίδικων ακινήτων το έτος 1960, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τη δεκαετία του 1950 ολοκληρώθηκε η υλοποίηση επί του εδάφους των οδών ... και ..., που περικλείουν από δύο πλευρές το, τριγωνικού σχήματος, οικοδομικό τετράγωνο 510 του ρυμοτομικού σχεδίου Κηφισιάς, στο οποίο βρίσκονται και τα επίδικα και ότι η χάραξη των οδών αυτών επί του εδάφους, η οποία είχε παγιωθεί το έτος 1960, αποτέλεσε τη βάση υλοποίησης των ορίων όλων των οικοπέδων (εννέα τον αριθμό με στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ και ι) του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου από τους ιδιοκτήτες τους, όταν αυτοί τα περιέφραξαν στη θέση που βρίσκονται σήμερα. Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι, λόγω της εσφαλμένης υλοποίησης επί του εδάφους του ρυμοτομικού σχεδίου αναφορικά με το 510 οικοδομικό τετράγωνο για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προέκυψε α) μεταξύ των οικοπέδων του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου με στοιχεία β' και γ' των αναφερομένων τίτλων αγοράς και διανομής (έτους 1923 και 1924 αντίστοιχα) η επίδικη έκταση εμβαδού 368,18 τ.μ. (επίδικο ακίνητο της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης) και β) μεταξύ των οικοπέδων του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου με στοιχεία δ' και ε' των ίδιων ως άνω τίτλων η επίδικη έκταση των 344,55 τ.μ. (επίδικο ακίνητο της δεύτερης αγωγής της αναιρεσίβλητης). Ότι μετά τη δημιουργία των επίδικων αυτών ακινήτων, η οποία έλαβε χώρα το έτος 1960, καθώς μέχρι τότε είχε ολοκληρωθεί η οριοθέτηση των υπολοίπων οικοπέδων του 510 οικοδομικού τετραγώνου κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα, η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οικοδομική και Βιομηχανική Εταιρεία Τρινέμεια - Νέα Κηφισιά", καθολική διάδοχος της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, είναι η αναιρεσίβλητη, άρχισε να νέμεται τα επίδικα ακίνητα με τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις νομής, καθώς θεώρησε ότι τα επίδικα είχαν περιέλθει στην ίδια ως τμήματα της περιουσίας που εισέφερε σ' αυτήν κατά την ίδρυσή της ο Α. Γ., ο οποίος ήταν βασικός μέτοχός της. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτό προηγουμένως από το Εφετείο ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Ομόρρυθμος Εταιρεία Προαστίου Αδάμες Κηφισιάς Α. Γ. και ΣΙΑ", ομόρρυθμα μέλη της οποίας ήταν οι Α. Γ. και Α. Κ., με το .../1923 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο είχε αγοράσει έκταση 465 στρεμμάτων και 152 τετραγωνικών μέτρων στη θέση "Αδάμες" της κτηματικής περιφέρειας Κηφισιάς Αττικής με σκοπό τη δημιουργία οικισμού με οικοδομικά τετράγωνα (μεταξύ των οποίων προβλέφθηκε και το με αριθμό 4 οικοδομικό τετράγωνο και ήδη με αριθμό 510) και κοινόχρηστους χώρους. Ότι, επίσης, με το .../1924 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, οι ανωτέρω ομόρρυθμοι εταίροι προέβησαν στη διάλυση της εταιρείας τους και στη διανομή της περιουσίας της, ο δε Α. Κ., ο οποίος έλαβε κατά τη διανομή, μεταξύ των άλλων, και τα αναφερόμενα οικόπεδα του με αριθμό 4 οικοδομικού τετραγώνου, αποξενώθηκε από κάθε δικαίωμά του επί πάσης άλλης περιουσίας της εταιρείας, επί της οποίας αποκαταστάθηκε πλήρης κύριος ο Α. Γ., ενώ δέχθηκε, επίσης, ότι οι εν λόγω εταίροι πώλησαν σε τρίτους τα προβλεπόμενα από το ρυμοτομικό σχέδιο εννέα οικόπεδα του με αριθμό 4 οικοδομικού τετραγώνου. Ότι τέλος, την περιουσία αυτή ο Α. Γ. εισέφερε στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία με το .../1929 συμβόλαιο, στην οποία, όμως, περιουσία, όπως δέχθηκε το Εφετείο, δεν περιλαμβάνονταν και τα επίδικα ακίνητα, καθώς αυτά δεν είχαν σχηματισθεί το 1929, απορρίπτοντας για το λόγο αυτό κατ' ουσίαν τη βάση των αγωγών της αναιρεσίβλητης περί παραγώγου κτήσης της κυριότητας των επιδίκων, όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε. Περαιτέρω, δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρονται οι χρόνοι κατά τους οποίους έγινε η οριοθέτηση καθενός από τα επί μέρους οικόπεδα του 510 οικοδομικού τετραγώνου, δεδομένου ότι κατά τα προεκτεθέντα, όπως έγινε δεκτό από το Εφετείο, ήδη το έτος 1960 είχαν οριοθετηθεί τα οικόπεδα αυτά. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 974, 947 και 948 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στους ίδιους λόγους, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1020/2019, 449/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και με τον ταυτόσημο κατά περιεχόμενο τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την ύπαρξη των επίδικων ακινήτων το 1960, για τη γνώση της αναιρεσίβλητης σχετικά με την ύπαρξη των ακινήτων αυτών και για την άσκηση πράξεων νομής επ' αυτών, με μόνη την επίκληση ως αποδεικτικών μέσων για το πόρισμα αυτό την ένορκη βεβαίωση του διευθυντή της Πολεοδομίας και την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης του Θ., οι οποίες, όμως, το μόνο που βεβαιώνουν είναι η χάραξη της οδού ... Ότι επομένως, το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και την κατ' ουσίαν παραδοχή των αγωγών της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη. Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από ότι υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και συγκεκριμένα, όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την .../2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Θ., καθώς και τις ...-2010, ...-2010 και ...-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου, που προσκόμισε ο αναιρεσείων και ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, τα οποία αποδεικτικά μέσα συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα και στην κρίση του για την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγών της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 552/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του: 1) Τοπογραφικά διαγράμματα, εισηγήσεις και λοιπά έγγραφα της Πολεοδομίας Κηφισιάς, με τα οποία εφαρμόζεται ορθά το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάταγμα στο έδαφος και δηλώνεται η κυριότητα του Δήμου Κηφισιάς επί των επίμαχων οικοπέδων, ως προερχομένων από τους κοινόχρηστους χώρους του Δήμο Κηφισιάς. 2) Απόφαση αρ. πρωτ. ...-1997 της Πολεοδομίας Κηφισιάς με το συνημμένο σε αυτήν από Οκτωβρίου τοπογραφικό διάγραμμα. 3) Από 21-5-1998 Συνεδρίαση 11 πράξη 89 Εισήγηση της ΔΤΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ - παρ. 5 της Εισήγησης αυτής. 4) Από 25-12-1998 αρ. κατάθεσης 10482/98 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή του Δήμου Κηφισιάς κατά της Φ. Π., που αφορά το μέρος των κοινοχρήστων εκτάσεων της Πλατείας Νέας Κηφισιάς και της οδού ... που ενσωματώθηκαν στο οικόπεδο Π. 5) Η από Απριλίου 2002 Τεχνική Έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου του Δήμου Κηφισιάς Τοπογράφου Μηχανικού Ι. Γ. Μ. 6) Επεξηγηματικό σημείωμα - σχέδιο III από 8-1-2002 του Δ/ντή Πολεοδομίας Κηφισιάς. 7) Αρ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο του Γραφείου Δημάρχου Κηφισιάς. 8) Αρ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας Κηφισιάς. 9) Αρ. πρωτ. ...-2004 έγγραφο του Γραφείου Δημάρχου Κηφισιάς. 10) Αρ. .../2005 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η μεγάλη διαφορά μεταξύ αρχικών τίτλων και σημερινής κατάστασης διαμορφωμένης στο έδαφος και ότι, εάν υπάρχει τέτοια διαφορά, θα είναι προϊόν καταπάτησης. 11) Επεξηγηματικά σχέδια της Πολεοδομίας Κηφισιάς κατά τη δίκη κατά της Π., όπου εμφαίνονται και τα επίμαχα, συν τη δηλώσει ότι αυτά ανήκουν στο Δήμο Κηφισιάς, ήτοι: α) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο I, β) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο II, γ) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο III, δ) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο IV, ε) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο V, στ) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο VI, ζ) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο VII, η) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο VIII, θ) Επεξηγηματικό Σημείωμα - Σχέδιο IX. 12) Αρ. πρωτ. ...-2005 έγγραφο του γραφείου Δημάρχου Κηφισιάς, το οποίο συνυπογράφεται από εννέα τεχνικούς υπαλλήλους των διευθύνσεων Πολεοδομίας και Τεχνικών Υπηρεσιών. 13) Το αρ. πρωτ. ...-2006 έγγραφο του γραφείου Δημάρχου Κηφισιάς, το οποίο συνυπογράφεται από τον τότε νομικό Σύμβουλο του Δήμου Κηφισιάς Μ. Σ. Τ. 14) Αρ. .../07 έκθεση αναγκαστικής αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Σ. Π., με την οποία η Φ. Π. αποβλήθηκε από την καταληφθείσα κοινόχρηστη έκταση της οδού ... και της Πλατείας Νέας Κηφισιάς, η οποία και αναπλάσθηκε από την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου και παραδόθηκε σε κοινή χρήση. 15) Φωτογραφίες των επιδίκων, με τις πινακίδες που δηλώνουν "Ιδιοκτησία Δήμου Κηφισιάς (η οποία πρόσφατα βανδαλίστηκε από αγνώστους και αντικαταστάθηκε από το αρμόδιο συνεργείο του Δήμου, την περίφραξη που τοποθέτησαν και συντηρούν τα συνεργεία του Δήμου, την ασφάλιση της εισόδου. 16) Έγγραφα συζητήσεων στο Δημοτικό Συμβούλιο Κηφισιάς και αποφάσεις οι οποίες σχετίζονται αμέσως ή εμμέσως με τα επίδικα. 17) Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κηφισιάς αρ. 451/2001 με θέμα: "Τροποποίηση του Εγκεκριμένου Ρυμοτομικού Σχεδίου στα Ο.Τ. 510, 519, 518, 513 για άρση της ασυμφωνίας", με συνημμένα σε αυτή την από 6-11-2001 Εισήγηση της Επιτροπής Πολεοδομικών και Τεχνικών Θεμάτων του Δήμου Κηφισιάς, η οποία υπογράφεται από 19 Μηχανικούς του Δήμου, οι οποίοι ορίστηκαν ως μέλη της Επιτροπής με την αρ. 10/2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας και Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Κηφισιάς με αρ. πρωτ. ...-2001 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500, έγγραφο της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών με αρ. πρωτ. ...-2001. 18) Αρ. 362/2004 ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κηφισιάς, με θέμα "τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στο Ο.Τ. 510 για καθορισμό χρήσεων γης στα οικόπεδα (1) και (2) με συνημμένα σε αυτή το αρ. πρωτ. ...-2004 των διευθύνσεων Πολεοδομίας και Τεχνικών Υπηρεσιών, το οποίο υπογράφεται από έξη (6) μηχανικούς των διευθύνσεων αυτών και δύο τοπογραφικά διαγράμματα. 19) Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου από 24-11-2004 - συνεδρίαση 21η - θέμα 2ον, με συνημμένο σε αυτή τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...". Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Πλην όμως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, αναφορικά με την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Kατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως, απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ. και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1182/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, έκανε δεκτές τις αγωγές της αναιρεσίβλητης, ενώ, ακόμα και αμφιβολία να είχε, όφειλε να τις απορρίψει, καθόσον δεν υπήρχαν αποδεικτικά μέσα που να βεβαιώνουν την εμφάνιση των επίδικων ακινήτων, τη γνώση της ύπαρξης αυτών και την άσκηση νομής επ' αυτών από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτειθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πλήρως από τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα η επικουρική βάση των αγωγών της αναιρεσίβλητης, που έφερε και το βάρος απόδειξής της, περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, αναφέροντας συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσο τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν τα επίδικα, όσο και τη γνώση της αναιρεσίβλητης για τα ακίνητα αυτά, αλλά και την άσκηση εκ μέρους της πράξεων νομής επ' αυτών. Με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 974 ΑΚ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "... Ο εκκαλών Δήμος μόλις στις αρχές του έτους 2009 τοποθέτησε πινακίδα με την ένδειξη ότι τα επίδικα ακίνητα είναι της ιδιοκτησίας του, επιδιώκοντας να θεμελιώσει, χωρίς αποτέλεσμα, νομή έναντι της εφεσίβλητης, διαταράσσοντας όμως με τον τρόπο αυτό παράνομα την κυριότητα της εφεσίβλητης. Η τελευταία άσκησε άμεσα εντός του έτους 2009, τις υπό κρίση αγωγές...". Ότι με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του ως προς το επικουρικό αίτημα προστασίας της νομής με τη μορφή της διατάραξης επί των επιδίκων ακινήτων. Ότι η κρίση αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη, καθώς ο Δήμος Κηφισιάς ασκούσε στην πραγματικότητα νομή στα επίμαχα ακίνητα από το 1996. Ότι, επίσης, ακόμα και με τις ελλιπείς αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την άσκηση νομής από τον ίδιο, αφού δέχθηκε, έστω από το 2009, ότι η νομή της αναιρεσίβλητης είχε διακοπεί από το 1990, χωρίς πουθενά να δέχεται ότι είχε αποκατασταθεί. Ότι δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι ο ίδιος είχε ενεργήσει κατοχή του οικοπέδου, από το οποίο είχε αποβάλει τον Δ., με τη θέληση του Δήμου να είναι δικό του αυτό, εφόσον τοποθέτησε σ' αυτό πινακίδα. Ότι συνεπώς, δέχθηκε τα νομικά προαπαιτούμενα της νομής του και ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα εάν, ενόψει των ελλιπών και εσφαλμένων παραδοχών του Εφετείου περί προηγούμενης χρησικτησίας της αναιρεσίβλητης, η νομή του Δήμου θα επείχε θέση επιλήψιμης νομής έναντι της αναιρεσίβλητης, εάν αυτή ήταν κυρία. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος κατ' αρχήν ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη νεμόταν τα επίδικα ακίνητα από το έτος 1960 μέχρι το έτος 1990, έχοντας καταστεί κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία και ότι το 1990 ο Γ. Δ. την απέβαλε από τη νομή των επιδίκων. Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του επιλήψιμου νομέα Γ. Δ., τον οποίο μάλιστα χαρακτηρίζει ως καταπατητή, τις αναφερόμενες δύο διεκδικητικές αγωγές (μία για κάθε ένα από τα επίδικα ακίνητα), οι οποίες έγιναν τελεσίδικα δεκτές. Προκύπτει, δηλαδή, από τις παραδοχές αυτές ότι μετά την απώλεια της νομής της, η αναιρεσίβλητη αποκαταστάθηκε στη νομή των επιδίκων μετά την ευδοκίμηση των δύο αγωγών της κατά του Γ. Δ., διαφυλάσσοντας έτσι με τον τρόπο αυτό και την κυριότητά της.
Περαιτέρω, σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και η δεύτερη επί μέρους αιτίαση του αναιρεσείοντος, η οποία για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων Δήμος είχε αποβάλει το Δ. από τα επίδικα ακίνητα, τοποθετώντας σ' αυτά πινακίδα και ότι με τον τρόπο αυτό απέκτησε τη νομή τους. Αντίθετα, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μόλις στις αρχές του έτους 2009, τοποθέτησε πινακίδα με την ένδειξη ότι τα επίδικα είναι ιδιοκτησίας του, επιδιώκοντας να θεμελιώσει, χωρίς αποτέλεσμα, όπως αναφέρεται στην απόφαση, νομή στα επίδικα έναντι της αναιρεσίβλητης, διαταράσσοντας παράνομα την κυριότητά της επ' αυτών, με αποτέλεσμα η τελευταία να ασκήσει κατ' αυτού τις ένδικες αγωγές της. Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων, με το πρόσχημα παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες, ως αναφερόμενες στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι ανέλεγκτες αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ως απαράδεκτες για τον ίδιο πιο πάνω λόγο είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του αυτού ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο διατείνεται ο αναιρεσείων ότι οι παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα στα επίδικα ασκώντας νομή από το 1960 έως το 1990 είναι παντελώς αστήρικτες σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ότι για το λόγο αυτό είναι εσφαλμένη η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία των επιδίκων και ότι για το λόγο αυτό ο ίδιος δικαιούται προστασίας έναντι της αναιρεσίβλητης ως νομέας, σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής του, την οποία εσφαλμένως απέρριψε το Εφετείο. Με το τρίτο μέρος του αυτού ως άνω τρίτου αναιρετικού λόγου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι τόσο με την αγωγή του όσο και με την έφεσή του επικαλέστηκε νόμιμο, άλλως νομιζόμενο τίτλο για την άσκηση νομής επί των επίδικων ακινήτων, που είναι το γεγονός, το οποίο έγινε δεκτό κατ' ουσίαν από το Εφετείο, ότι οι επίδικοι χώροι υλοποιήθηκαν στο κέντρο του Ο.Τ. 510 σε βάρος κοινοχρήστων χώρων του Δήμου και ότι συνεπώς, με βάση τα στοιχεία τα οποία προέκυψαν ήδη από το 1996, κατά την αφαίρεση της άδειας στο οικόπεδο ι', ήτοι το γωνιακό, ιδιοκτησίας Π. και την σχετική δίκη για την κυριότητα των συναφών επιδίκων χώρων, ο ίδιος είχε εντοπίσει τα επίμαχα, τα είχε περιλάβει στα σχέδιά του και είχε δηλώσει με έγγραφα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση ότι ήταν δικά του. Ότι, επομένως, ο ισχυρισμός του περί τακτικής χρησικτησίας ήταν νόμω βάσιμος και έπρεπε να δικαστεί επί της ουσίας. Ο λόγος αυτός, κατά το σχετικό μέρος του, είναι κατ' αρχήν απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν στους κοινόχρηστους χώρους του ρυμοτομικού σχεδιασμού και ότι σ' αυτό συνηγορεί το γεγονός ότι βρίσκονται στο εσωτερικό μέρος του Οικοδομικού Τετραγώνου. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε νομή του αναιρεσείοντος στα επίδικα ακίνητα, απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την επικουρική βάση της αγωγής του περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1045 και 974 ΑΚ, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, αιτιολογώντας την διάνοια κυρίου της αναιρεσίβλητης επί των επίδικων ακινήτων, δέχθηκε ότι η τελευταία ασκούσε τη νομή τους, θεωρώντας ότι περιήλθαν στην ίδια, ως τμήματα της περιουσίας, που εισέφερε κατά την ίδρυσή της ο Α. Γ., δυνάμει του προαναφερθέντος όρου του .../1924 συμβολαίου διανομής, με τον οποίο περιέρχονταν σ' αυτόν και κάθε μη ρητά κατονομαζόμενο ακίνητο της εταιρείας. Ότι προηγουμένως είχε δεχθεί ότι με το ...-1924 συμβόλαιο διάλυσης, οι εταίροι της εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Προαστίου Νέα Κηφισιά Α. Γ. και Σία" προέβησαν στη διάλυση αυτής και στη διανομή της περιουσίας της στους ίδιους. Ότι στη διανεμητέα περιουσία περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και τα οικόπεδα που βρίσκονταν εντός του με αριθμό 4 Ο.Τ., εκ των οποίων ο μεν Α. Κ. έλαβε τα υπό στοιχεία α', β' και δ' οικόπεδα, ο δε Α. Γ. τα υπό στοιχεία θ', ι' και ε' οικόπεδα. Ότι δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι το "επίδικο 1" (κατά την αρίθμηση του αναιρεσείοντος, που αναφέρεται στο επίδικο ακίνητο της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης) ήταν μέρος του "οικοπέδου δ'" και προέκυψε όταν το οικόπεδο δ' υλοποιήθηκε δυτικότερα και ότι το "επίδικο 2" (κατά την αρίθμηση του αναιρεσείοντος, που αναφέρεται στο επίδικο ακίνητο της δεύτερης αγωγής της αναιρεσίβλητης) ήταν μέρος του "οικοπέδου β'" και προέκυψε όταν το οικόπεδο β' υλοποιήθηκε δυτικότερα. Ότι, όμως, τα "επίδικα 1 και 2" ως μέρη των οικοπέδων δ' και β' αντίστοιχα, δεν ανήκαν στον Γ., αλλά στον Κ., στον οποίο είχαν δοθεί κατά τα ανωτέρω με τη διάλυση της εταιρείας τους. Ότι η ανωτέρω αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τη "διάνοια κυρίου" της αναιρεσίβλητης είναι αντιφατική με τις λοιπές παραδοχές της, από τις οποίες συνάγεται σαφώς ότι τα επίδικα προέκυψαν από εκτάσεις που είχαν ρητά δοθεί στον Κ. και πάνω στα οποία δεν είχε καμία αξίωση ο Γ. και προφανώς ούτε η αναιρεσίβλητη. Ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο αιτιολογεί πλημμελώς την υπαγωγή στα άρθρα 1045 και 974 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη νεμόταν από το 1960 τα επίδικα ακίνητα με τις αναφερόμενες ως άνω πράξεις νομής έως το 1990, δηλαδή για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας. Η χρησικτησία δε αυτή, για την οποία δεν απαιτείται το στοιχείο της καλής πίστης, συνεπάγεται την κτήση της κυριότητας από την αναιρεσίβλητη των επίδικων ακινήτων, με αποτέλεσμα την απόσβεση της κυριότητας του προηγούμενου κυρίου των επιδίκων. Επομένως, το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, ανεξάρτητα αν αληθεύουν ή όχι οι ανωτέρω επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ο λόγος αυτός, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από την αναιρεσίβλητη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 182/2023). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Επομένως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται και οι βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1702/2022, ΑΠ 104/2019, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 2028/2009, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 759/2006, ΑΠ 1765/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι με την επικουρική βάση των αγωγών της περί κτήσης των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ασκούσε νομή στα επίδικα ακίνητα από το 1924. Ότι, όμως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η νομή της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων άρχισε από το 1960 μέχρι το 1990, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία αυτών με τα προσόντα της έκτατης χρησικτησίας. Ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν εκτέθηκαν στις αγωγές της αναιρεσίβλητης και επομένως αποφάσισε με βάση ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από την τελευταία, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω, κάνοντας δεκτές τις αγωγές της αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική τους βάση περί χρησικτησίας επί των επιδίκων, περιλαμβάνονται στο χρόνο νομής που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τις αγωγές της, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από την επισκόπησή τους. Δεν αλλοιώνεται δε η επικουρική βάση των αγωγών για την κτήση των επιδίκων με χρησικτησία και δεν συνιστά νέο αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, ώστε να θεμελιωθεί ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε διαφορετικό χρόνο έναρξης της χρησικτησίας από αυτόν των αγωγών και συγκεκριμένα το έτος 1960, αντί του έτους 1924, που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι στον τελευταίο αυτό χρόνο περιλαμβάνεται, ως μερικότερος, ο χρόνος της χρησικτησίας που έγινε δεκτός από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης και υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "... οι επίδικες εκτάσεις σχηματίστηκαν το έτος 1960". Ότι, όμως, για το σχηματισμό των επίδικων εκτάσεων το έτος εκείνο δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε προσκομίστηκε κάποιο αποδεικτικό μέσο από την αναιρεσίβλητη. Ότι τα δύο αποδεικτικά μέσα που αναφέρει η απόφαση στο σημείο αυτό και συγκεκριμένα η ...-2010 ένορκη βεβαίωση του Διευθυντή της Πολεοδομίας Κηφισιάς αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Η. Σ. και η .../2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Θ. στις σελίδες 20, 25 και 31, δεν αναφέρουν την ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου, αλλά ο μεν Η. Σ. εκτίμησε με την ένορκη βεβαίωσή του ότι χρονικά η χάραξη της οδού ... έγινε "στη δεκαετία του 1950", ο δε Ι. Θ. δεν κάνει καμία αναφορά στην έκθεσή του για τις χρονολογίες υλοποίησης των οικοπέδων α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ και ι στο οικοδομικό τετράγωνο 510, αλλά αναφέρει μόνο ότι αυτά υλοποιήθηκαν μετά τη χάραξη της οδού ..., η οποία έγινε μετά το 1950. Ότι το Εφετείο δεχόμενο πράγματα χωρίς απόδειξη, αποφάσισε κατά παράβαση του κανόνα του άρθρου 106 ΚΠολΔ και επομένως υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και, τούτο, διότι υπό τα ως άνω περιστατικά που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν ιδρύεται καμία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ για τη θεμελίωση του λόγου αυτού.
Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε α) ότι από το 1960 η αναιρεσίβλητη ασκούσε νομή στις επίδικες εκτάσεις "εποπτεύοντες τούτες και επιβλέποντας τα όριά τους", β) ότι μόλις το 1990 η αναιρεσίβλητη απευθύνθηκε στην Πολεοδομία της Κηφισιάς, αιτούμενη και πετυχαίνοντας την έκδοση της 38/1993 οικοδομικής άδειας περίφραξης του ενός από τα δύο οικόπεδα, το οποίο και παραχώρησε για σύντομο χρονικό διάστημα για προεκλογικό αγώνα, γ) ότι ο τρίτος ιδιώτης Γ. Δ., το 1990, κατέλαβε τα ακίνητα, νεμόμενος αυτά και αποβάλλοντας από τη νομή την αναιρεσίβλητη, η οποία και άσκησε δύο αγωγές κατά του Δ., το 1992 και το 1993, οι οποίες ποτέ δεν εφαρμόστηκαν, αφού το 2010 και το 2011, που τελεσιδίκησαν οι αποφάσεις αυτές υπέρ της αναιρεσίβλητης, τα ακίνητα είχαν περιέλθει στη νομή του Δήμου Κηφισιάς, ο οποίος είχε αποβάλει το Δ. και τα νεμόταν ο ίδιος. Ότι με τις οπαραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη "επέβλεπε όρια" ακινήτων, τα οποία δεν είχε περιφράξει από το 1960 έως το 1990 και ότι το 1990, δηλαδή μόλις αποβλήθηκε από τη νομή αυτών σύμφωνα με το Εφετείο από τον ιδιώτη Γ. Δ., έκανε αμέσως αίτηση περίφραξης στην Πολεοδομία το 1990, για οικόπεδα που δεν ήταν στην κατοχή της, από την οποία είχε αποβληθεί και μάλιστα έβγαλε άδεια μετά τρία έτη, το 1993, την οποία προφανώς δεν εφάρμοσε, αφού αφορούσε οικόπεδα από τα οποία είχε αποβληθεί και μάλιστα, το ίδιο χρονικό διάστημα, νοίκιασε το ένα για προεκλογικό αγώνα, δηλαδή νοίκιασε ακίνητο που δεν ήταν στην κατοχή της, αφού είχε αποβληθεί. Ότι η αλήθεια είναι ότι ο Γ. Δ., κάτοικος περιοχής, πήρε πρώτος είδηση τα δύο οικόπεδα που είχαν απελευθερωθεί την εποχή εκείνη (δεκαετία του 1980) και τα κατέλαβε πρώτος και μάλιστα τα περιέφραξε, εγκαθιστώντας στο ένα από αυτά συνεργείο αυτοκινήτων. Ότι την εποχή εκείνη, το 1990, η αναιρεσίβλητη, ευρισκόμενη σε φάση λύσης, έκανε καταγραφή της περιουσίας της, περιηγήθηκε τον οικισμό και αντιλήφθηκε τα οικόπεδα, επειδή τα είχε περιφράξει ήδη ο Γ. Δ. Ότι της άνοιξε η όρεξη και άρχισε να δημιουργεί πλασματικά αποδεικτικά μέσα νομής (αιτήσεις περίφραξης, πλασματικά μισθωτήρια) για τις ανάγκες των διεκδικητικών αγωγών. Ότι οι αγωγές που άσκησε η αναιρεσίβλητη το 1992 και το 1993 δεν ήταν οι πρώτες, καθώς είχαν προηγηθεί άλλες, όπου η τελευταία ισχυριζόταν ότι τα ακίνητα ανήκαν στους τίτλους της και είχαν απορριφθεί ως αόριστες. Ότι μέχρι να ολοκληρωθεί η δίκη με τον Δ., ο Δήμος Κηφισιάς πήρε είδηση την ύπαρξη των οικοπέδων και απέβαλε τον Δ. και εγκαταστάθηκε αυτός ως κύριος ή όλως επικουρικώς, ως νομέας. Ότι σε κάθε περίπτωση, οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, αφού δέχεται επίβλεψη ορίων από το 1960, με πρώτη αίτηση για περίφραξη το 1990, χρονιά κατά την οποία δεν ήταν νομέας, γιατί είχε αποβληθεί και ότι συνεπώς παραβιάζεται και στο σημείο αυτό η υποχρέωση του Εφετείου να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα τις υλικές πράξεις νομής και ότι επομένως, υπάρχει παράβαση ευθέως, άλλως εκ πλαγίου των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, σε συνδυασμό με την έννοια του ακινήτου πράγματος κατά τα άρθρα 947-948 ΑΚ, ενόψει της ιδιοτυπίας της υπόθεσης (ακίνητο το οποίο δεν υπήρχε, αλλά προέκυψε από λάθος περιφράξεις των γειτονικών του ακινήτων). Ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο υπέπεσε στην παράβαση του αριθμού 1 και επικουρικά του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγους προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 N. 3693/1957 (ΑΠ 1325/2022, ΑΠ124/2021, ΑΠ682/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-09-2020 αίτηση του Δήμου Κηφισιάς και τους από 20/10/2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 5065/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου